Σπίτι τριάντα χρόνων
Πριν σε γνωρίσω
έλεγα οι καρδιές ζυγίζονται
τα μυαλά κουλουριάζονται.
Η ροή είναι αυτή που είναι.
Τώρα στέκομαι μπροστά σου
αγγίζω τις φλέβες
νιώθω το μόχθο
πάνω σου περπατούν
οι λέξεις που οφείλουν
να γεμίσουν αυτό το σπίτι
που τώρα λέω σπίτι μου.
Σήμερα λέω
θέλω να βρω μια αφή που να γερνάει μαζί μου
χωρίς να σε πληγώνει.
Να φύγει
Αυτή η σιωπή
πρέπει να σπάσει,
πριν να τη συνηθίσουμε.
Σαν τα σταφύλια κρέμεται
από γλώσσες και χάσματα,
την άδεια θήκη του μυαλού
γεμίζοντας
με προσμονή και φόβο.
Έλα, απόψε, να σκεφτούμε
πώς να την κάνουμε να φύγει,
σαν τη φωνή απʼ το ανοιχτό παράθυρο,
και μετά, ας την πενθήσουμε μια μέρα,
μήπως γίνει πιο εύκολος
ο θάνατος.
Μπροστά στους αγαπημένους
Κάτω από το σεντόνι
αργά γλιστρώντας
μέσα στο άσπρο χρώμα
κλαίει.
Κανείς δεν ήξερε γιατί,
ίσως, μονάχα ο τελευταίος του φίλος.
Φωνές ακούγονταν στο βάθος,
καθώς την πόρτα του άσπρου δώματος
ανοίγει
μια λιτανεία,
οι άνθρωποι της Ζωής του
αναστημένοι,
αρχαία πομπή.
Σιγή.
Βουλιάζουν κι οι πιο αθώες σκέψεις
στο σκοτάδι.
Το χέρι
φέρνει στο λαιμό,
στις ξαναμμένες φλέβες
γράφει
πως όλους τους αγάπησε πολύ,
με το δικό του τρόπο.
Μα, πώς να ξεπληρώσει
αυτούς που τους χρωστά;
Είναι από τόσα χρόνια πεθαμένοι.
Οδηγίες
Πάντα να κοιτάνε τον καιρό
όσοι ταξιδεύουν μεσοπέλαγα,
που η βροχή θερίζει τους δρόμους
και το χιόνι μαυρίζει στα πατήματα.
Αυτές τις κάταχνες ώρες,
ως κι οι Θεοί αρπάζουν αμοιβές
σκεπάζοντας με ίσκιους τους ανθρώπους.
Η μουσική μιας πτήσης
Ένα πουλί σε παραλήρημα
έχει μια διάθεση τρελή που ανάβει
σα λάμπα στο στήθος,
ενώ ο αέρας με το ψαλίδι της ουράς
κόβει τη μελωδία κομμάτια
και τη στέλνει ίσια στη γη.
Ένα πουλί με περήφανο λαιμό
φορά τη μικρή βασιλική στολή του
και την ώρα που πεθαίνει γελώντας
ίδιο με τελώνιο κάνει τούμπες
προς τη τελειότητα.
Εραστής
Σκυφτός με το χέρι στο μάγουλο
στηρίζει το μελαγχολικό κεφάλι.
Αγέραστο σώμα
πώς να δεχτείς
στο λιβάδι του ασφόδελου νʼ αφήσεις
τη ψυχή παραδομένη ;
Τόσο αγάπησε τη ζωή
που έγινε
επιτύμβια στήλη.
Το τραγούδι του κύκνου
Ξεπλένω τις βαλσαμωμένες συνειδήσεις
μα ασθενεί βαριά η ψυχή
ωσότου εισχωρήσει η άγραφη αλήθεια
εκείνη παίρνει μορφή κύκνου
εσταυρωμένου.
Ακόμα δεν έμαθα
χαμηλόφωνα ν΄ αποκληρώνω
τη φθορά
χωρίς να κλαίω μʼ επιτάχυνση.
Μα ευτυχώς
το κυλιόμενο της αγάπης γράφει «λειτουργεί»
ευλογήθηκε η αγάπη
και πολλαπλασιάστηκε.
Auto da fe
Οι μέρες μετʼ απολαβών
δεν πήραν τη βαθιά υπόκλιση
τώρα σφίγγουν τα λουριά στους κάμπους
στραγγίζουν την αύρα στη θάλασσα.
Οι μέρες μετʼ απολαβών
στέλνουν δικούς τους να τον παγιδεύσουν
μα εκείνος
σκεπασμένος από ʽνα λουλούδι –ή-
χωνεμένος σʼ έναν βράχο
στερεώνει βαρίδια και ορρούς
και εισβάλλει στην αναρρίχηση.
Αιφνιδίως.
ΤΡΙΑ ΑΤΙΤΛΑ
*
Τίποτα δεν βρίσκεται πουθενά
να μπορεί το αίμα μου να σταματήσει
πάει κι έρχεται αυτό
χωρίς καμιά συγκίνηση
γεννάει την ανάσα μου στο κέντρο
μα κατατρώγει την ελπίδα μου για Ζωή
ακαταπαύστως
*
Στον ουρανό ένας μαύρος ήλιος
μοιράζει
ανόσια κατευόδια
ενώ στην άκρη
του άφθονου χρόνου
αναδύεται
γελώντας
η διαβολική άγνοια
από το στήθος
μικρού κοριτσιού.
*
Ο ήλιος αφοπλίζει τα όνειρά τους
μα αυτοί ελπιδοφόροι περιμένουν
να τους φωτίσει το σώμα στο άπειρο
και ξεκινούν να τρέχουν
ολόκληρη ζωή
χωρίς πόδια
σα δέντρα δίχως ρίζες
αγρίμια χωρίς δόντια.











Δε τη γνωρίζω τη cherie..
Μα θέλω να τη μάθω, καίγομαι και λιώνω.
Βιογραφικό δε παίζει?
Μόλις είδα τις διαγραφές. Ξαναγράφω, λοιπόν, έτσι απλά να πω ευχαριστώ και σταματώ εδώ, χωρίς βιογραφικό. Κρατώ το ερώτημα, ισχύει και για μένα.
Χρύσα Κ.