1.
Έχω και τί δεν έχω
Το πορτοφόλι μου είναι όσο το περίγραμμα της αυλής σου
Δε στο λέω ειρωνικά μη γελάς
Έχω δουλέψει πολύ
Είμαι μικρέμπορος τσόχας στα Βαλκάνια
Ήμουν δηλαδή
Γιατί τώρα έχω ανοίξει τρία μαγαζιά στο βορρά
Και τί μαγαζιά ένα κι ένα
Δεν είναι μεγάλη απόσταση αν σκεφτείς πως πετάς
Ούτε φορτηγά ούτε αγροτικά κοκκινισμένα πηγούνια από τα μπαχαρικά
άνθρωποι που φωνάζουν κόβοντας καρπούζι
που ζυγίζουν στη χούφτα τους το μαστό της χήνας να δουν μήπως έχει γάλα
Ένιωθα πως είμαι καουμπόης ξερή και στεγνή γη μʼ ένα λουλούδι στη μέση
Που σήκωνε πόδια και χέρια να με κοροϊδέψει σα τσαρλατάνος απʼ τη μεσόγειο
Ή ακόμη καλύτερα σαν καθυστερημένος
Δε βάζουν λόγια στις προσευχές τους
Καν δεν έχουν τρόπους κάθονται κάτω από το μοχλό της καλοκαιρίας
Και βγάζουν από μέσα τους ισχνά πουλιά
Εγώ που με βλέπεις έχω δει ό, τι κανείς δεν έχει δει
κάποιος μπορεί να σου δώσει μια εξήγηση κάποιος άλλος μια άλλη αλλά ποτέ την προηγούμενη
Εγώ έζησα σαν αργοναύτης τα ξέρω όλα για όλα
Έχω δει ωραίες κυρίες με τιράντες και ομπρέλες από σέλας
Καραφλούς άντρες που χτενίζονται στη μέση του δρόμου
Κορίτσια να κλείνουν το μάτι σε άλλα κορίτσια
Ο πιο περίεργος όμως ήταν ο Άντυ ένας υπάλληλος του δημοσίου
Μου ʽλεγε πολλά όλο κι όλο όμως θυμάμαι έναν στίχο από κείνον:
Αυτός ο κοκορεύσας
Μπροστά από την κουρτίνα του θεάτρου
-δεν έχει τίποτα-
Μία λαμπάδα στο χέρι
Κι ένα στόρι που ανοιγοκλείνει
Σαν μουσούδι
Μες την τσέπη του.
Όπως και να το κάνεις με προβλημάτισε.
2.
Η αυτοκτονία είναι μια πράξη αγάπης
Όπως ο έρωτας
Όπως καθετί αδιάφορο
Είναι στρογγυλή
Όπως τα νερά που εξατμίζονται
Σʼ έναν κρουνό από περγαμηνές
Κάποιος είπε πως το κεφάλι σου σβολιάζει
Όταν τρέχεις στην πλατεία
Και λες το έργο με κάποια αυστηρότητα
Με την κόψη της μύτης ενός άγριου ζώου
“Η γεύση έρχεται σαν κεκλεισμένη εξέδρα
σαν κάτεργο
μέσα στον οισοφάγο του λιονταριού που
το θέαμα περιδινείʼʼ
Όχι αγάπη μου η γεύση κάθεται εκεί που είναι.
Γιατί υπάρχει αυτή η συνοφρυωμένη κοινοτοπία
Στο δάχτυλο του υποβολέα.
Και όλα πέφτουν από το παράθυρο
Μια ασχημάτιστη μέρα
Με τσιμπιδάκια στα πόδια
Γιατί δεν το λες αγάπη μου
Είναι ζηλευτό• είναι
τόσο ζηλευτό όσο εσύ
Κανείς δεν έρχεται πριν την ώρα του
Οι εκπεσόντες έρχονται λίγο νωρίτερα
Αυτό μόνο
Αυτό.
3.
Τι περιμένεις
να παραφυλάξω στο σπίτι του νεκρού με την
Κοκάλινη κληματαριά
Το όνομά μου είναι ενιαίο
σαν το κροτάλισμα
Σύλλαβέ με
Γιατί ο παπαγάλος βγήκε από το κλουβί
Γιατί το σκουφάκι μου κοκκίνισε
Γιατί κανείς δεν τάισε άργιλο τον κούκο
Πρέπει να υπάρχει συνοχή
Στην ομιλία
Στο σκούντημα
Τα πόδια της νύφης φυραίνουν με τα δευτερόλεπτα
σαν εκκολαπτόμενα ροκανίδια
-ποιος θα αρνούταν να δει-
κανείς• έβγαλε το κεφάλι του
έξω από το
παράθυρο
Μετά από λίγο το χέρι του
το πόδι του
Τελικά έγινε ένα με το χιόνι
Και τα ονόματα έτρεχαν σαν τους ποντικούς να προλάβουν τη βροχή
Ήταν ο έρωτας που μυρίζει ψάρι και τραγούδι
Σύλλαβέ με από αγάπη
Αυτό μάλιστα.
4.
Όταν σου μιλώ
Οι κούκλες σου αυτοτραυματίζονται
σαν ζώα
μέσα στη σπηλιά τους
δεν μπορώ να σου μιλώ
με τη βροχή στο στόμα
και πουγκιά ρωμαίων που μυρίζουν κανέλλα στο μεσονύχτι
γιατί οι βόλοι τρέχουν έξω από το καλάθι σου
κοκκαλιάρηδες και συριστικοί
Στο περιθώριο του στόχου που κεντρίζεται
δεν είμαι πια εγώ
η θλίψη είμαι
ενός αρχαίου κανίβαλου.
Και τα χείλη σου έχουν φωλιές
Όπου κοιμούνται τραγουδιστές και ψήλοι
κι όταν ξημερώνει στο πλάι σου
δεν είμαι πια εγώ
ο θάνατος είμαι μόνο
μεταμορφωμένος σε κουρούνα.
5.
Ο πρωταγωνιστής δεν έχει ακόμη οριστεί
Αυτό δεν σημαίνει πως το έργο δεν θʼ ανέβει
-ως το λαρύγγι σου-
Μπορείς να κόψεις ένα λουλούδι περιπαθές
Από το κεφάλι μου
Σαν όρθιο κλείστρο
δες: υπάρχει ένα κοκόρι που μιλάει
πίσω στην αυλή ενώ τα πρόσωπα με τις ρίγες τρέχουν για να φτάσουν
να προλάβουν το τραμ πριν νυχτώσει
στη δουλειά
στη μέριμνα
Αυτή που φαίνεται έρχεται τρέχοντας πάνω στην κόψη
σα σχοινοβάτης μονωμένος με αλεύρι
Η ιστορία μας είναι απλή
Όλα επαναλαμβάνονται
Που και που βγαίνω έξω και κοιτάζω κάτω από τις τέντες
Ακόμη και μια κάλτσα θα μπορούσε να είναι το σχοινί της ισορροπίας
Κι έτσι ο πρωταγωνιστής διαγράφεται καλόκαρδος και εν δυνάμει
Αθώος όπως σε
Κάθε ιστορία που αναζητά μια λευκή γυναίκα να την αμφισβητεί.
6.
Όταν κάνεις την επίθεση με το κρεμμύδι στο μέτωπό σου
Μια πλεξούδα θα σου μείνει στο χέρι
Τα νωπά χείλη της γάτας θα σε φιλήσουν
Το ενδεές φουστάνι θα κατεβεί τις σκάλες κλώθοντας μια σπείρα αλατιού
Στην κοιλιά σου.
Μʼ ένα τρυγόνι στο στόμα
θα βρεις τη σωστή λέξη
Μʼ έναν τροχό στο αυτί
θα μʼ αγαπήσεις.
Πες: δεν έγινε για να μιλήσεις αυτοπροσώπως στη ρέμβη• μπορείς να συλλάβεις τον εαυτό σου επʼ αυτοφώρω• θράσεψε σαν παρελαύνων στρόβιλος.
Και οι μέρες που θα κλείνεις το στόμα θα ʽρθουν• εξουθενωτικές
όσο το κολύμπι
Είσαι μαύρο σκυλί, θα πουν
Οι αλέες έχουν σταχτιές κουτσουλιές κι
Ένα πουλί από χαρτόνι υποβάλλει το στίχο, θα πουν.
Και οι μέρες που ο έρωτας θα φορά την
Καπνισμένη μάσκα του φασισμού
Θα ʽρθουν
Μυρμηγκιασμένες όσο τα δάχτυλα της υποψίας
Η Υπαρκτή
Ενώ φωνάζει τον υπηρέτη ένα πρωινό μέθης
Οι εξαφανισμένοι θʼ ανοίξουν την αυλαία
Ξεχάστηκες, θα πουν
Και ο κουφός εργάτης άκαμπτος σαν αριθμημένη σελίδα
Θα σβήσει το φως:
να φοράς στο πόδι μια γιορτή να είναι νύχτα.
7.
Δεν σου λέω ψέματα. Σήμερα έφτασε μια επιστολή από αλεύρι και γκι. Ήταν λευκή για να βγάλει στην επιφάνεια τον μυελό μου που έσταζε από τη σταυρωμένη σαν χωνί φόδρα μιας κουρελούς που βημάτιζε.
Δεν σου λέω ψέματα. Από τα πόδια μου έρεε νερό και ήταν τόσο κρουστό όσο μπορεί να ʽναι μόνον ένας αψηλάφητος κόρφος.
Δεν σου λέω ψέματα. Κάποιος γουργούρισε γουργούρισε χωρίς να κάνω τίποτε. Δεν κούνησα ούτε το δαχτυλάκι μου που λένε.
Να σου το πω ψιθυριστά όχι ενός χωριάτη ήταν καμία σημασία δεν είχε δηλαδή ξεθωριασμένη και βρώμικη όπως ήταν κοίτα να δεις
Μα που την έβαλα στο φουστάνι της πλύστρας μέσα
Στο συρφετό
Μέσα στα μαλλιά μου ή κάτω από τη μασχάλη μου
Όταν έτρεχα στο μόλο με λιπασμένα τα χέρια
Μήπως γλίστρησε και έπεσε κάτω
Την πάτησε αυτός που πουλάει δερματίνη
Μπορεί να πήγε μέχρι το Μεξικό χωρίς να είμαι καθόλου υπερβολική
θα το ξαναπώ είναι σίγουρα σε κάποια μπαγκάζια στο Μεξικό
Ούτε τι λέει δεν διαβάζω
ανακαλέσαμε λέει κάθε θανατικό προσμένοντας το επόμενο
στο φουστάνι της πλύστρας είναι μέσα
στο συρφετό.
8.
Ένα ξάφνιασμα αυτό θέλω μόνο για να έρθω στην ώρα μου
Μια απόλυτη τραγωδία σαν έμβρυο που διαπλάθεται πάνω στο αυχένα των
Πιθήκων
Κι ένα σφυρί
Μικρό και άκαμπτο ένα σφυρί χωρίς γωνίες μια απόλυτη επιφάνεια
Όπως έλεγα
Αυτό μόνο θέλω
Το κουκούτσι της διαύγειας
Να ανοίξει το στόμα σαν αρχαίο κτήνος
Φεγγάρι της σχιζοφρένειας απόλυτο άνοιγμα
Μα τί λέω εγώ μόνο τους ίδιους και τους ίδιους θέλω να καταπλήττω
σα να περνά ο βλάμης μπροστά από τα κορίτσια
όπως τʼ ακούς.
9.
Κάθε βράδυ που επιστρέφω στο σπίτι
Νιώθω σα φονιάς από το πολύ κοπανηστήρι
Να ʽσουν εσύ αγάπη μου στην αγκαλιά του ακαριαίου θανάτου
Πυκνός σα χνούδι ελαφιού όταν έρχεται αυτός τρισάθλιος και διαμπερής
Να ʽσουν εσύ αγάπη μου το αργό σώμα που κόβει και ράβει
Το ασύμμετρο τελείωμα του παραβάν
Να ʽσουν η λαίλαπα
Ο μαθητής που διαβάζει για τη λαίλαπα
Ο δάσκαλος που λέει στο μαθητή για τη λαίλαπα
Αχ και να ʽσουν ένα μικρούλι δράμα.
10.
Να τα καταμετρήσω; Όχι δεν μπορώ. Δεν μπορώ.
Μια προσπάθεια μόνο; Εντάξει εντάξει.
Τίποτα τίποτα
Δεν υπάρχει πια τίποτα που να με κρατάει ζωντανό
Το αυτοκίνητό μου είναι μαύρο
Και η αγάπη μου ελεεινή
Γιʼ αυτό σας λέω μην έρχεστε κοντά μου
Στη φαρδιά πιλοτή των ερώτων μου
σα τη χλαίνη σε χοντρές γάμπες
Ο χρόνος
υπερβολικός.











Ένα από τα πιο ελπιδοφόρα πνεύματα της νεοελληνικής ποίησης.
Εξαιρετική η 2η , η 8η και η 10η «στιγμή», αν και οι υπόλοιπες δεν υστερούν. Ξεχώρισα πολλές φράσεις άξιες να χαραχτούν στη μνήμη όπως οι «oύτε τι λέει δεν διαβάζω/ ανακαλέσαμε λέει κάθε θανατικό προσμένοντας το επόμενο», «και τα ονόματα έτρεχαν σαν τους ποντικούς να προλάβουν τη βροχή», και πολλές άλλες. Μερικά υπερρεαλιστικά στοιχεία δυσκολεύομαι να τα κατανοήσω, αλλά θα χρησιμοποιήσω τα λόγια που εξέφρασε ο Βιτγκενστάιν, αναφερόμενος στην ποίηση του Τρακλ (αντιγράφοντας από το οπισθόφυλλο του «Ονείρου του Κακού») :
«Δεν μπορώ να την καταλάβω την ποίησή του. Όμως ο τόνος της με μαγεύει. Είναι ο τόνος των πραγματικά ιδιοφυών ανθρώπων!»
Δεν λέω φυσικά πως δεν καταλαβαίνω τίποτα, ούτε πως μπορώ ν’ αναγνωρίσω τις ιδιοφυίες. Ας μείνουμε στο μάγεμα και τη χαρά που δημιουργεί το γεγονός ενός τόσο ωραίου πνεύματος μέσα στο σώμα ενός τόσο νεαρού ανθρώπου.
Υ.Γ.
Αν και καθυστερημένα, εύχομαι καλή χρονιά σε όλους.
Πως είναι δυνατόν ετούτη η έμπειρη ποιήτρια να είναι ”Νέοι ποιητές”;
Εξαιρετικό ύφος. Ευχαριστούμε.
Είναι γεγονός πως με το νέο χρόνο και μέσα σε επτά ημέρες, (τυχαίο; ), το ΠΟΙΕΙΝ βάλθηκε να γειάνει τις πληγές των ευαίσθητων ψυχών ύστερα από μια ”βομβιστική ενέργεια” .
@ Σταμπόγλη,
η κατηγορία “Νέοι Ποιητές” έχει ένα χρονικό περιορισμό (αυθαίρετο, αν θέλετε), το τριακοστόν πέμπτο έτος της ηλικίας τους…(είμασταν προβληματισμένοι να το ανεβάσουμε στο σαρακοστό έτος, αλλά μας φάνηκε υπερβολικό).
Δεν αντιλαμβάνομαι την ”βομβιστική ενέργεια” την οποία επικαλείστε…και θα ήθελα να μας διαφωτίσετε. Είναι προγραμματική δήλωση του ΠΟΙΕΙΝ να επαναφέρει το “παιγνίδι” στα ποιητικά του τόπου, γιατί διαφορετικά θα πεθάνουμε από ασφυξία…Δέστε τί έγινε μ’ ένα κεφάλαιο φιξιόν του Γαβριήλ Ναχμία…
Δέστε, τί έγινε με τα δικά μου 4+1 ποιητικά του 2010 (εκεί φυσικά δεν “τόλμησε” κανένας να γράψει-μας περιμέναν στη γωνία και βγάλαν τη χολή τους σε άλλο ποστ, που παραμένει διαμάντι ως προς τα κριτήρια που θεσπίζει κι αδιάβλητο ως προς την αγαθότητα του όλου επιχειρήματος)…
@Λαμπρινή,
είναι ιδιαίτερα συγκινητικό για μένα να βλέπω έναν ποιητή να ενηλικιώνεται μέσα από τη γραφή του…Το πρώτο σου βιβλίο δεν μου άρεσε…αυτά τα 10 ποιήματα (που είχες τη γενναιοδωρία να μας τα εμπιστευθείς, εδώ στο ΠΟΙΕΙΝ), μου δίνουν πάλι την επιθυμία να συνεχίσω να ψάχνω μέσα στον κάδο με τα σκουπίδια (κατά κλασικών περιοδικάριων ρήση…) που είναι το διαδίκτυο.
@κυκλωματικούς και κλικαδόρους
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΝΑ ΕΚΛΑΒΕΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΜΟΥ ΣΤΗ ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΩΣ ΕΥΝΟΙΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ
σας ευχαριστώ όλους.
Υβρίδια! Πολύ ωραία, Λαμπρινή!
Τους ευνοούμενούς σας, όταν αξίζουν (έστω με τα δικά μας μη διαμαντένια κριτήρια), δεν τους φθονεί κανείς. Δεν είμαστε δα τόσο ζηλιάρηδες:)Έτσι λοιπόν, κυρία Αιωροκλέους, ένα εύγε κι από μένα, και λίγο είναι…Ζηλεύω όχι αυτά που σας γράφει ο κύριος Παστάκας, αλλά τον τρόπο με τον οποίο βλέπετε, εκείνο το κουκούτσι διαύγειας… Κύριε Παστάκα, σας παρακαλώ να την ευνοήσετε όσο το δυνατό περισσότερο.Αξίζει.
H Λαμπρινή Αιωροκλέους έκανε άλματα μπροστά και αποκαλύπτει ταυτόχρονα τον δρόμο που έχει μπροστά της να διασχίσει. Γνήσια, μελετηρή και αισθαντική, παίρνει πλέον κάποια απόσταση απ’ τον εαυτό της και τα γραφόμενα, κοιτάει τι γίνεται γύρω της, τι έχει γίνει. Γίνεται γυναίκα, αφήνει πίσω την “οργή” και προσπαθεί πλέον να δομήσει, αντιλαμβανόμενη τα πλαίσια, τα συμφραζόμενα.
Αν μου επιτρέπει ας προσθεσω ως δρόμο δυνατό ή πιθανό, τον δρόμο του κλαδέματος. Να σφίξουν τα ποιήματα. Κάνουν κοιλιά γιατί απλώνονται πολύ, επαναλαμβάνονται σε σημεία, μα στο τέλος πάντοτε ανεβαίνουν, ανεβαίνουν αρκετά.
Συγχαρητήρια Λαμπρινή Αιωροκλέους.
Η πρόοδος είναι εμφανής. Αυτή τη φορά δίνεται η ικανοποίηση ότι διαβάζουμε επί το πλείστον ποιήματα αλλά και κεκαλυμμένα ποιήματα. Μιλάει, μας μιλάει, και αυτό είναι σημαντικό μέρος της διαφοράς.
Δράττομαι της ευκαιρίας, ειλικρινά δράττομαι.
Τα λέμε όλοι κατ ιδίαν, αλλά δε βγαίνει νόημα.
Η Λαμπρινή,
όπως κι άλλοι της γενιάς μου,
είναι εξαιρετικά ταλαντούχα. Πολύ πιο ταλαντούχα από
τόσους και τόσους ξοφλημένους 40άρηδες που γράφουν πνιγμένοι στο γόο και τη σοβαροφάνεια.
Και είναι άδικο να εκτίθεται μέσα στο βόρβορο, ανάμεσα σε πτώματα μονιστικά (sick).
Εν πάση περιπτώσει, αυτά δεν αφορούν όλους, αλλά αφορούν πολλούς!
Κάποτε η ποίηση θα σας υπερβεί.
Φτύνοντας την όστια στα μούτρα σας (στοχευμένο).
Δέντρα με καρπούς διαλεχτούς ως προς την αισθητική τους αλλά στυφούς ως προς τη γεύση τους. Η παλαιόθεν μαγεία του απρόσιτου, του αριστοκρατικά αφανέρωτου, της λεκτικής ανατροπής, της πρόκλησης σε νοητική αμφισημία, χαρακτηριστικά μιας ποίησης αντιπροσωπευτικής για της εποχή μας που αναζητά το τί και δεν το βρίσκει. Και βέβαια, παρά τα επιφαινόμενα, καθόλου ανατρεπτικής. Ποιήτρια με ιδιαίτερα χαρίσματα και δυνατότητες που η γη αναμένει να ακουμπήσει το αφτί της πάνω της και να αφουγκραστεί την αστείρευτη ομιλία της.
Θανάση Αθανάσιε ευτυχώς που δεν συνέχισες ακόμα λίγο αυτό που έγραψες..θα κινδύνευες βάναυσα λέω να αυτοτιμωρηθείς σαν Θανασάκης στην επόμενη αθροιστική μέθοδο που θα δοκίμαζες στο ονομά σου να εφαρμόσεις..
Σαραντάρηδες, κοσάρηδες και λοιποί ενδιάμεσοι ή έξωθεν των τοιούτων ορίων πλεούμενοι διαχωρίζονται μόνο ανάλογα με το τι έχουν να πουν και να πράξουν..και ενώνονται πολλαπλώς από την αγάπη που πρέπει να έχουν πρωτίστως για τον “ενιαίο” άνθρωπο που εμπεριεχεται στην κάθε παρουσία που σεργιανάει στην γη..είτε είναι ποιητής είτε μάλλον..
Συμπαθηθήκατε έχω την εντύπωση από εμπάθειες και αυτό είναι κρίμα μιας και είστε καθώς φαίνεται μια χαρά νέο παιδί και Θανάσης..
Ως προς την ποίηση της κυρίας Αιωροκλέους τώρα..
Διακρίνει κανείς ένα σαφέστατο ποιητικό ταλέντο..Αυτό νομίζω δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν ..
Η θεατρικότητα του λόγου ,η εμφάνιση απότομων προσαρμογών σε σχέδια παράτολμων δεδομένων, τα ανοιγοκλεισίματα των εκφράσεων , η εύρεση ενός τύπου προορισμού στην διεύθυνση του ποιήματος αλλά και η χρήση “κοπτικών ” λέξεων στην συνάρθροιση μιας αγέλης περιγραφών, χαρίζουν ένα εξάφνου απτέλεσμα που αν και δεν μπορείς πολλές φορές νοητικά να το προσδιορίσεις εν τούτοις το αποδέχεσαι με ανοιχτές τις αγκάλες..
Στα “μειον” αυτής της ποιήσεως θα πρόσθετα κυρίως την ανυπαρξία σχεδόν ζωτικού αντικειμένου..Ολα όσα διαπράττονται θα μπορούσανε να έχουν παραχθεί και από όντα που φέρουνε την προβιά του ανθρώπου.. Τα συναισθήματα αεροπαραβίαστα από ακατονότηες έλξεις βαρούν πέρα δώθε στα τοιχώματα της απροσδιοριστίας τους..οι αισθήσεις συγκεχυμένες αρνούνται να συνδιαλαγούν με την αυτάρκεια της αρχής που τις γέννησε και χάνονται έτσι σε κάτι σχεδόν αυτοαναιρούμενους τόπους..
Η έλλειψη χώματος,πατρίδας ,λύπης,χαράς και γενικά όλων αυτών των ξεκάθαρων στοιχείων που συμβάλουν στην αρχέγονη ενατένιση της Ζωής -χωρίς τα παραστατικά της χρέωσης του λογαριασμού της-δημιουργούν ένα κλίμα “φόβου” σχετικά με το ποιοι θα ναι αυτοί οι άνθρωποι που θα τα ζήσουν έτσι..
Θέλω να πω δηλαδή ότι είναι απαραίτητο να χεις ένα βέβαιο χορτάρι μες στο πρωί έστω κι αν το ποδοπατήσεις μετά προκειμένου να αποχτήσεις τις τύψεις του απογεύματος που χρειάζεσαι..
Σας ευχαριστώ πολύ όλους που μπήκατε στον κόπο να γράψετε.
Παρακαλώ το παρακάτω να προσεχθεί.
Θα ήθελα για λίγο να σταθώ στο σχόλιο του Χωρολάτρη (και εμμέσως στο σχόλιο του Θανάση).
Πέρα από σχόλιο, αυτό που είπε ο Θανάσης, συνιστά και προτροπή, και πέρα από προτροπή, ένα χαρακτηριστικό μιας γενιάς(και όταν λέω γενιάς δεν εννοώ τα τουέντις και τις υπόλοιπες φιλολογικές κατασκευές για να μπορεί ο σοφός να διαβάζει τακτικά).
Ποιός δεν βλέπει πως μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα άλλαξε η θεώρηση της ποίησης από αυτούς που γράφουν (και έχω ήδη στο μυαλό μου 5-6 ονόματα μέσα σ’ αυτά και του θανάση και το δικό μου. Μιλάμε για άτομα ηλικίας 19-25).
Ολόκληρη η λογοτεχνία από το 50-60 και μετά, έπειτα από τη γοητευτική ιστοριούλα του Καρυωτάκη (εν ελλάδι), ασχολείται εμμονικά με ψυχοπαθείς που διασκεδάζουν την κλινική θλίψη τους στην ποίηση. Για να γίνω πιο συγκεκριμένη θεωρώ τις δεκαετίες αυτές ως κατάφαση ΑΝΕΥ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΣ της ποίησης στο αυτονόητο της θανάτωσης και όχι στο ανεξήγητο του θανάτου ή σε κάποια άλλη υπαρξιακή αγωνία κλπ. Μήπως ελείψει των δημοτικών τραγουδιών η ποίηση φορτώθηκε όλο το βάρος του μοιρολογιού ανοίγοντας ΑΝΕΞΗΓΗΤΑ την πόρτα σε κυνισμούς και παιχνίδια υστεροφημίας;
Μου έρχεται στο μυαλό ο Λάγιος, τον οποίο χωρίς λόγο η λογοτεχνική κριτική επιμένει να ευνοεί. Όσο ζούσε δεν ξέρω κανέναν που να ασχολούταν μαζί του. Απ’ όταν αυτοκτόνησε, τέλος πάντων τη γνωστή ιστορία, βγαίνουν σειρές βιβλίων για την ποίησή του (η οποιά δεν έχει κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερο βάρος).
Να πάω στην πολύ πρόσφατη γενιά του 90; Από την οποία το μοναδικό όνομα που ξέρω είναι του Γιώργου Φιλιππίδη, ο οποίος αυτοκτόνησε στα 20, και τον οποίο εξέδωσε μετά θανάτου ο Καστανιώτης; (Να που ο Καστανιώτης εκδίδει και νέους. Κάτι ήξεραν για την περαίωση… )
Να πάω και σε σημερινούς ποιητές που θεωρούν πως αν μιλήσουν με τον θάνατο και για τον θάνατο, μιλούν στην καρδιά της ποίησης; (Και στην δική μου τσέπη)
Να επαναλάβω την εκτίναξη της ποιητικής νεκροφιλίας (μόνο σαν ανάγκη μίμησης ή κατανόησης μιας γραφής ανατρεπτικής κοινωνικά που ενόχλησε αλλά όχι με αξιόλογη διάρκεια) μετά και την αυτοκτονία της Πλαθ σε όλο τον ευρωπαικό χώρο με λίγες εξαιρέσεις υπερβολής δράματος και ποίησης από τον Μπουκόφσκι και κανά δυό άλλους;
Μήπως να μιλήσω για την επικράτηση των υστερικών που ήρθαν να διαδεχθούν τους διανοούμενους;
διαβάστε διαβάστε.
Τέλος πάντων επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα να αναπτύξω παραπάνω το θέμα θα ήθελα να μείνω στο εξής το οποίο ζητώ να προσεχθεί ακόμη περισσότερο (ως απάντηση και στο πρόσφατο σχόλιο του Γκολίτση)
Οι νέοι που γράφουν τώρα και θέλω να εμμείνω σε ηλίκιες πολύ νεαρές έχοντας λόγο, στέκονται μετέωροι. Θα μιλήσω προσωπικά ώστε να μην γενικεύω ανούσια (θα δείτε που εν τέλει δεν είναι καθόλου γενικό).
Αφενός, είναι πολύ μακριά από αυτό που λέμε ”πρόγονοι”. Προσωπικά, ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ (κι αυτό σημαντικό) να διαβάσω Σολωμό και Παλαμά (και πολλούς πολλούς άλλους), μου φαίνονται τελείως παράτεροι σχετικά με αυτό που εγώ λέω και ζω τώρα. Ας σκεφτεί ο κύριος Γκολίτσης, τον οποίο εκτιμώ σημειωτέον, πως όταν εκείνος πήγαινε σχολείο (όντας και ένας από τους νεαρότερους εδώ), είχαν ακόμη, αν δεν κάνω λάθος, τα πολυτονικά, τις εξάρσεις της καθαρεύουσας από γραφικούς καθηγητίσκους και άλλα που σ’ εμένα που πήγα πρώτη δημοτικού το 1999 είναι ΑΓΝΩΣΤΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΑΔΙΑΦΟΡΑ. Έτσι όχι μόνο τα νοήματα μου φαινονται ξεπερασμένα αλλά και η ίδια η γλώσσα μακρινή. Αν λοιπόν δεν υπάρχει ο παπάς (γλώσσα) τί να το κάνεις το ευαγγέλιο (στιχομυθία). Και γι’ αυτό τόνισα πως πέρα από τη γνώση, υπάρχει το χάος ή η αμφισβήτηση.
Αφετέρου, δεν υπάρχουν άμεσες επιρροές. Μιας και η ελληνική ποίηση μετά τους αριστερούς ποιητές αφανίστηκε, σα να ξέσπασε χολέρα. Οι γενιές του 70, 80 και του 90 παραμένουν σε μια αφάνεια και γενικά πλέουν στα νερά της μετριότητας, προσπαθώντας να αφομοιώσουν ένα κάρο ερεθίσματα, και κυρίως ανόμοια έως και ετερόκλητα από ελλάδα και ευρώπη.
Δεν ξέρω αν μιλάμε για μια γενιά χωρίς προγόνους (μιας και πιστεύω πως πρέπει ο καθένας να αφήνεται στην άγνοια και την τυχαιότητα, εν μέρει) αλλά σίγουρα δεν υπάρχει διάλογος.
Μια τελευταία σημείωση: Τα περί Θανασάκη κλπ είναι βλακείες. Ο Θανάσης παραδίδει μαθήματα γενναιοδωρίας.
Παρακαλώ διορθώσατε το 99 με 97-98
για την αποφυγή υπολογισμών, κους κους, διαρρήξεων και ευρύτερης ..τέτοιας.
Με τη σφραγίδα του περιφερειάρχη τώρα και στο σπίτι σας.
“Οι νέοι που γράφουν τώρα και θέλω να εμμείνω σε ηλίκιες πολύ νεαρές έχοντας λόγο, στέκονται μετέωροι”.
Το παραπάνω είναι ένα λαμπρό (τυχαίο? μπα..) σχόλιο, ισοδύναμο με άλλες 10 θεατρικές στιγμές.
Μου άρεσαν:
– η λέξη “βιαστικές” προσδιορίζοντας τις στιγμές.
Σα να υποθέτει την ουσία στο λίγο, όχι στο πολύ.
Κι αυτό είναι το απόλυτα ζητούμενο.
– Η φράση “κραυγές πίσω από το παραβάν”.
Τρομάζει περισσότερο όταν δεν βλέπεις.
– η ποίηση του λεξικού, τα παντρολογήματα των λέξεων είναι μια κοπιώδης, επίπονη, ποίηση του ταλέντου.
– δε συμφωνώ με Χωρολάτρη.
Τα λεκτικά που αφήνουν απλωσιές, που δεν είναι γκαζόν για να πατάνε οι πατουσες σου (κάτι σαν το μέλι που απλώνεται πάνω στον κανελωμένο λουκουμά), μπορεί να είναι σύννεφα για να κάθονται κώλοι. Σύννεφα, ναι! (απουσία τύψεων το βραδάκι γιατί αράζουμε δίπλα από οσμές νυχτολούλουδων αμαλάχι)
-αυτού του είδους η ποίηση έχει μέλλον.
Κυρίως επειδή δε διδάσκεται, επειδή είναι αφηρημένη, επειδή εγγράφεται στο ασυνείδητο που έχει επαφή με τον ονειρόκοσμο.
Ο C. Barker τώρα δικαιώνεται, μια ποίηση υφαντού.
– συμφωνώ με όλους όσους είπαν ότι η Λαμπρινή ωριμάζει.
– να τα δημοσιεύσετε για να τα διαβάζω απασχολώντας το στόμα μου τρώγοντας τα πιο εύγευστα αποξηραμένα φρούτα.
Θα ταίριαζαν πιστεύω στο κρουτς κρουτς σάρκας σύκου.
ΝΑ ΓΛΥΚΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟΜΑ ΜΑΤΙΑ ΚΙ ΟΙ ΚΡΑΥΓΕΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΒΑΝ..
..να εξελίσσονταν σε απλό παράπονο μιας πληγής, στο λυγμό μιας μουσικής, στην ανάπαυση μιας τρεχούμενης πηγής, στην αληθινή αγάπη μιας φανταστικής θέασης του κόσμου μέσα από λέξεις, ιστορίες, χάδια εικόνων που πλάθεις τρελά…
Τρελα κι ΩΡΑΙΑ. 8)
είστε μια ακρογιαλιά που ηρεμεί γράφοντας?
αυτοπαινεύεστε στα λεκτοσπήλαια?
σωπαίνουν λιγάκι οι χίμαιρες μέσα σας?
“Κανείς δεν έρχεται πριν την ώρα του
Οι εκπεσόντες έρχονται λίγο νωρίτερα
Αυτό μόνο
Αυτό.”
Προφητεία αυτοεκπληρούμενη? (άφρισε νοστράδαμε άφρισε!)
το ότι ήρθε η ώρα σου θα πει πως υπάρχει καρμικότητα όπως ακριβώς υπάρχει το ρυζόγαλο πάνω στον πάγκο της κουζίνας σου περιμένοντας να κρυώσει για να λιώσει στο στόμα?
..ΓΙΑΤΊ ΕΚΠΕΣΟΥΣΑ ΔΕΝ ΕΊΣΑΙ, αν και νταϊαμπόλικ ενδεχομένως.
ΑΛΛΑ ΕΔΩ δεν συζηταμε για αγγελους με βαμβακερα φτερα, παρα για ξεπουπουλιασμένα περιστέρια.
Ψ. τι φετιχ έχετε με τα κρεμμύδια? 8)
Ψ2. με διαπερνά ο πόθος να γράψω 10 ποστ, ένα για κάθε βιαστική στιγμή σας, αλλά δε βιάζομαι τόσο.
Ψ3. συμπαρατάσομαι μαζί σας στο χάσμα της ποιητικής αντίληψης των τελευταίων 30 χρόνων.
+666,7 για να το κάνω και νουμεράκι. 8)
ορεβουάρ προσωρινώς.
_______________________
***μη ξεχάσω: στην ουσία η ποίηση σας είναι το κλειστό μαγαζί της αγάπης που βλέπει τη πραγμάτεια του να πάει χαμένη και αντί να το κλείσει, ξεσκονίζει καλά τη καρδιά και με ντεκόρ καμιά σκοπιμότητα αθανασίας κι άλλες περίτεχνες φιλοσοφικούρες και παπαρολογίτσες γράφει γιατί θέλει να γείρει, να ξεκουραστεί, για να πιστέψει πως έχει το κουράγιο *σίγουρα το έχει* πως την αγάπησε έστω κι ένας εκτός της ουσίας πως πρέπει να ζήσει κι αυτή μετρώντας τ΄άστρα χωρίς να χάνει και τον ουρανό.
αγαπήσατε τα πάντα πριν να τα γνωρίσετε και τώρα θέλετε ν’αγαπήσετε κάτι επιτέλους που το ξέρετε που έλεγε κι ο Θωμάκος Γκόρπας..ή κάτι τέτοιο.
Εχετε την αμέριστη μου αγάπη.
Πάντα.
“Προσέχοντας από πολύ κοντά τον τραγικό ήρωα, έχεις την αίσθηση ότι αντιστέκεται , αρνείται να παραιτηθεί – όχι ασφαλώς από την σπουδαία πράξη για την οποία είναι προορισμένος – αρνείται να παραιτηθεί από το άλγος : είναι ένας εραστής του πένθους. Αντιλαμβάνεται ότι το πένθος του έχει αρχίσει προτού συμβούν τα άδικα, τα μοιραία γεγονότα , όλα εκείνα που χρίουν τον τραγικό ήρωα ως όργανο και ταυτόχρονα θύμα μιας αποκατάστασης των πραγμάτων . Αισθάνεσαι ότι , παράλληλα με το αδιάλλακτο κίνητρο μιας έγκυρης ηθικής τάξης που νομιμοποιεί τις άκαμπτες αποφάσεις του , λειτουργεί και μια εξίσου άκαμπτη , όσο και παράδοξη , εμμονή του προς ένα πένθος. Ωσάν το πένθος να είναι ο απαράβατος όρος της πραγματικότητάς του ως συγκεκριμένου , δηλαδή ως μοναδικού και μοναχικού ανθρώπου.
Αυτός , υποστηρίζω , είναι και ο καίριος ορισμός εν γένει του τραγικού ήρωα: να είναι το απόλυτα κεχωρισμένο , αδιαπέραστα περιχαρακωμένο ατομικό όν, το οποίο μέχρι το τέλος θα υπερασπίζεται ανυποχώρητα το άβατο της ατομικής συνείδησης – για να αφανιστεί μαζί μʼ αυτήν.
Η γέννηση της ατομικής συνείδησης εγέννησε τον θάνατο. Ο θάνατος γέννησε την συγκίνηση. Η συγκίνηση γέννησε την τέχνη. Και η τραγωδία , ως τέχνη νόστου, μας επαναφέρει στην πρωταρχική , στην πιο καθαρόαιμη μορφή της συγκίνησης , που είναι το πένθος. Μνημονεύει κάθε φορά την έκτοτε αμετάκλητη δραματική προφητεία : ό,τι θα συγκλονίζει τον άνθρωπο θα είναι πόνος. Και ό,τι ανασκάπτει τον πόνο, θα είναι ηδονικό. Ας είναι αυτός ένας από τους ορισμούς της τραγωδιακής αμφιθυμίας , που είναι γνωστή ως τραγική ηδονή.”
Γιώργος Χειμωνάς
Ένας από τους ποιο ποιητικούς λαούς που πέρασαν ποτέ ήταν οι «ελεύθεροι» ινδιάνοι της βόρειας Αμερικής. Καθόλου τυχαίος ο ορισμός που έδωσαν για την ποίηση (ποίηση είναι όταν δυο λέξεις συναντιούνται για πρώτη φορά) που δεν έχω συναντήσει πληρέστερο. «Εμείς» αιώνες μετά χρειαστήκαμε τον Καντίνσκι να πει: «όλα τα μέσα είναι ιερά αρκεί να υπαγορεύονται από εσωτερική αναγκαιότητα» (αδιάφορο αν το είπε για τη ζωγραφική).
Απέναντι λοιπόν στο προφανές ΠΟΙΗΜΑ (δυστυχώς η Λαμπρινή μας χάρισε εδώ μονάχα δέκα) κάθε απόπειρα κριτικής προσέγγισης είτε θα εισάγει αυθαίρετες παραμέτρους (επιχειρώντας την ιδεοληψία στον αναγνώστη) σε αυτό που το ποίημα μου είπε είτε θα κατακερματίσει τη συνολική εικόνα των ποιημάτων βιάζοντας το όλον τους.
Τη μόνη κριτική που δέχομαι είναι την πολύ αργότερη φιλολογική αποτίμηση διότι το σημαντικό και το μεγάλο δεν είναι ο σπόρος (με την προδιαγεγραμμένη ανάπτυξη) αλλά το λίπασμα σε άγνωστο χωράφι. Ισχύει για την κριτική (πλήρως όμως) το αγαπημένο μου χαϊκού, του Γιόσα Μπουσόν,
Τα κίτρινα χρυσάνθεμα
Χάνουν το χρώμα τους
Στο φως της λάμπας.
Η Ποιήτρια Λαμπρινή δηλώνει παρών στο παρόν και ΑΠΑΙΤΕΙ να το σμιλεύσει. Με αναγκάζει να ακούσω την κραυγή της και της εύχομαι πάντα να είναι βιαστική.
ΥΓ. υπεβλήθη εις απόλυτη γνώση των συνεπειών της καταδικαστικής απόφασης της εξ-ουσίας. Την εξ-ουσία μπορεί (μπορεί…) αν είναι ισχυρή να τη φοβηθείς ή να σε υποχρεώσει να τη σεβαστείς. Ποτέ όμως να την εκτιμήσεις. Ποτέ…
http://www.youtube.com/watch?v=-SMb6QBH694
όπα!
ξεχάσαμε το θάνατο του Βερλαίν, λέω εγώ..
αν και μου αρέσανε τα ποιήματα αυτά, βρήκα την προηγούμενη συλλογή της λαμπρινής πιο ενδιαφέρουσα.τα ποιήματα που διάβασα εδώ δεν αντιπροσωπεύουν ούτε τα λεγόμενα της, ούτε την μοντερνιστική της ταυτότητα(ή τέλος πάντων το αίτημά της για καινούρια ποίηση).είναι ποιήματα 4ων ή και 5 δεκαετιών πιο πίσω.παρ’ όλα αυτά είναι ωραία.
ο θάνατος ως θέμα στην ποίηση δεν κατάλαβα γιατί ενοχλεί.τουλάχιστον στον ελληνικό χώρο, ο θάνατος στην τέχνη κυριαρχούσε, κυριαρχεί και θα συνεχίσει να κυριαρχεί.οι αμερικάνοι μπορούνε να ασχοληθούν με τις απέραντες λεωφόρους και την απάτη του ονείρου τους…
“Ας σκεφτεί ο κύριος Γκολίτσης, τον οποίο εκτιμώ σημειωτέον, πως όταν εκείνος πήγαινε σχολείο (όντας και ένας από τους νεαρότερους εδώ), είχαν ακόμη, αν δεν κάνω λάθος, τα πολυτονικά, τις εξάρσεις της καθαρεύουσας από γραφικούς καθηγητίσκους και άλλα που σ’ εμένα που πήγα πρώτη δημοτικού το 1999 είναι ΑΓΝΩΣΤΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΑΔΙΑΦΟΡΑ.”
Aγαπητή Λαμπρινή κάνεις λάθος. Τα πολυτονικά και οι λοιπές εξάρσεις που αναφέρεις δεν μας άγγιξαν σχεδόν καθόλου (κάτι ελάχιστα πήγαν να μας ψελλίσουν στις αρχές-αρχές μαζί με τα “τα” και τα “να”, “να ένα μήλο” και μετά εξαφανίστηκαν δια μαγείας). Η απόσταση μας δεν είναι τόσο μεγάλη όσο θες να φαντάζεσαι, ώστε να προσδιορίσεις «θέση» μέσα από μια τέτοια έτοιμη και “εύκολη” «αντίθεση». Συνεπώς, και σε “μας” θα μπορούσαν ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παπαδιαμάντης να είναι εξίσου “μακρινοί και αδιάφοροι” καθώς λες. Η διαφορά μας αν θέλεις έγκειται στο σεβασμό που τρέφουμε σε μια “ιστορικότητα” (μην πάει το μυαλό σου σε κατασκευασμένες ελληνικότητες) η οποία πρέπει αδιάκοπα να ανακαλύπτεται στα πλαίσια μιας “ροής”. Ο στόχος ο τελικός είναι να διαβάζει κανείς τον Όμηρο απ’ το πρωτότυπο και να νιώθει τη γλώσσα από μέσα. Προέχει η απαίτηση και η ανάγκη για σαφήνεια και καθαρότητα και από εκεί θα μπορούσε να ανατρέχει κάνεις πάλι και πάλι στον Πάουντ, τον Έλιοτ, τον Ρίλκε, τον Χαίλντερλιν, τον Σεφέρη, τον Ελύτη.
Βρες τον «γενέθλιο» λυρισμό σου (γενετήσιο νομίζω στην περίπτωση σου) και με υπερρεαλιστική διάθεση αν θες, σκάψε μέσα σου να βρεις με διάθεση σαφήνειας και καθαρότητας τελικά τι συμβαίνει, τι μπορεί να συμβεί και τι θα συμβαίνει. Το «Εγώ» σου μπορεί να συνεχίσει να παίζει πρώτο ρόλο, αυτή είναι η εποχή μας και είμαστε νομίζω ακόμη στην αρχή. Μακριά δηλαδή τα μεγαλόστομα και τα επικά από εμάς.
Το ηρωικό στοιχείο, οι μονοκρατορίες στην έκφραση και οι μόνιμες παραδομένες αξίες ανατράπηκαν και τότε από έναν Αρχίλοχο στην Πάρο και μια Σαπφώ στη Λέσβο. Γίνε μέρος αυτού του ποταμού (διάβασε τις “Συνεκδοχές” του Γιάννη Δάλλα). Θέλεις δεν θέλεις αυτό που μόλις ξεκινάς να κάνεις “έρχεται” απ’ τον Ελύτη ή απ’ τις δυνάμεις που “έβαλαν” τον Ελύτη να κάνει αυτά που έκανε, δηλ. να συνδυάσει την επανάσταση του αρχαίου λυρισμού με τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Πέρασε τα όλα αυτά στην ποιητική σου. Εμένα «άσε» με στο “αγγελικό και μαύρο” φως του Σεφέρη, εσύ είσαι ένας αιολέας του απολλώνιου φωτός. Απλά για την ώρα μπερδεύεσαι και βάζεις τρικλοποδιές στον εαυτό σου. Πέσε αν θέλεις (απλά μην εκτίθεσαι πολύ). Πρέπει στο τέλος να καταλήξεις να διαβάζεις Σαπφώ απ’ το πρωτότυπο, για τον “θεό”!, ΚΑΙ όχι να σκαλώνεις στα ελληνικά του 19ου αιώνα, ο οποίος έτσι κι αλλιώς, λογοτεχνικά είναι καταπληκτικός και βαθύς. Κι μην ξεχνάς, αν θες να κάψουμε ελληνικές σημαίες θα έρθω μαζί σου (ώστε να καταλάβεις τι συμβαίνει).
Γράφει ο Ελύτης: “Ο Έσπερος της Σαπφώς εξακολουθεί να λάμπει πάνω από τα κεφάλια μας κι η ροδιά του Αρχίλοχου ν’ ανθίζει στον κήπο μας, όταν μεγαλόπρεπα υπερωκεάνια του Βαλερύ Λαρμπώ βρίσκονται από καιρό σε κάποιο λιμάνι, παροπλισμένα” (βλ. Δ.Ι. Ιακώβ, Η αρχαιογνωσία του Οδυσσέα Ελύτη και άλλες νεοελληνικές δοκιμές, Ζήτρος, 2000 και Γιάννης Δάλλας, Συνεκδοχές, Ίκαρος, 2010). Προς τα εκεί δείχνει η ποιητική σου, από εκεί ξεκινά και εκεί πηγαίνει κι αυτός ο δρόμος είναι δρόμος ανοιχτός και όχι κλειστός καθώς θα έτεινες να υποθέτεις. ¨
“Αυτά στη γλώσσα τη δική μου. Κι άλλοι άλλα σ’ άλλες. Αλλ’/ Η αλήθεια μόνο έναντι θανάτου δίδεται.”, “Λέω: καταρκυθμεύω.” (Ο. Ελύτης, Τα Ελεγεία της Οξώπετρας).
Κύριε Γκολίτση κάνετε λάθος και είμαι απόλυτη και σαφής.
Δεν υπάρχει ουδεμία περίπτωση να μπω στη διαδικασία αυτή της θεωρητικούρας.
Μιας και το μόνο που βάζει τρικλοποδιές είναι η θεωρητικούρα.
Δεν ξέρω γιατί πρέπει να εμμένουμε τόσο πολύ στο διάβασμα. Αυτό δεν μου λέει τίποτα. Δείτε ποιήματα των διαβασμένων, και η πολύ γνώση βάζει τρικλοποδιές. Σας αρέσουν;
Επιπλέον, δεν καταλαβαίνω γιατί θα πρέπει να αναζητήσω την ταυτότητα μου ως τη Σαπφώ. (Παιδιά είμαι απλά η Λαμπρινή και γράφω τώρα- ποιά Σαπφώ και υψηλές κριτικές. Και αυτό ισχύει για όλους)
Μια άλλη τρικλοποδιά των διαβασμένων είναι η μόνιμη αναζήτηση ενός ερεθίσματος. Και θέλω να επαναλάβω πως πολλά από τα ποιήματα του Σόου τα είχα γράψει πολύ πριν διαβάσω έστω και τα ελάχιστα. Ε και τί;
Ε και τί.
Γιατί πρέπει να απαρνηθώ ως τα έσχατα τον εαυτό μου για να μπορέσω να αφομοιώσω ό, τι έχει πει ο καθένας; Είναι αυτή λογική;
Και για να δείτε το πόσο χωλαίνουν οι κρίσεις σας, αναφέρατε κάτι για τη νύφη του Ντυσάν ως κριτική στο 3ο ποίημα που αναρτήθηκε εδώ.
Έχω ασχοληθεί με τον Ντυσάν και έχω εμμείνει καιρό στο γυμνό που κατεβαίνει τη σκάλα μιας και το θεωρώ ένα συγκλονιστικό έργο μιας μεγαλοφυίας. Έτσι και αλλιώς κατατάσσεται στα γούστα μου.
Τη νύφη όχι μόνο δεν την είχα μελετήσει αλλά ΔΕΝ ΤΗΝ ΗΞΕΡΑ ΚΑΝ.
Να λιθοβολιστώ;
Ο ποιητής όξω, που έλεγε και ο Σβίττερς.
Όσον αφορά στην έκθεση, συνηθίζω να μιλάω για όσα ξέρω ή υποθέτω. Όσα δεν ξέρω (και το πιο σημαντικό είμαι τόσο διαθέσιμη να παραδεχτώ σε οποιονδήποτε ό, τι δεν ξέρω και ό, τι δεν θα ήθελα να μάθω) τα αφήνω στους κριτικούς
σ’ αυτούς που αγαπούν τον Σεφέρη (του οποίου έχω διαβάσει ΔΥΟ ποιήματα και μετά τον ΆΦΗΣΑ από ΝΥΣΤΑ)
και σ’ εκείνους που μισούν τόσο πολύ τον -εαυτό-.
Ας ασχοληθούμε λίγο με τις συναναστροφές μας και με το πως αφομοιώνουμε τα ίδια μας τα βήματα. Επιτέλους.
Το θέμα από τη μεριά μου είναι λήξαν Ξαναευχαριστώ όσους σχολίασαν.
υ. γ Και για το πόσο έχει αλλάξει ο κόσμος απλά κοιτάξτε γύρω σας. Εδώ μιλάμε για 20 χρόνια διαφοράς. Όχι αστεία. Τέλος πάντων, ό, τι και να πεις στρέφεται πάντα εναντίον σου. Είναι τόσο μάταιο. Και θα εξακολουθήσει.
Kάτι έχει η εύνοία σας , κ. Παστάκα.
Αποθρασύνεται όποιος γίνεται κοινωνός της
και μωραίνεται όποιος δε γίνεται.
Απανωτά κρούσματα τελευταίως στον έστω τόπο σας.
Ψυχίατρος είστε…
Δεν τους μαζεύετε ;;;;;;;;;;
εμένα πάλι..πρώτη φορά η λαμπρινή μου έβγαλε κάτι βαθιά τρυφερό, τόσο που με μάγεψε
για όλα τ’άλλα δυστυχώς ή ευτυχώς δεν μπορώ κάτι να πω.
να σαι καλά
Ούτε θράσος ούτε μωρία .
Απλότητα.
Στην άγνοια ή τη γνώση ξορκίζοντας την έπαρση.
Να το ζητούμενο!
Ο χρόνος δεν σταματά . Στο κομποσκίνι ,το 20 γίνεται 40 πάραυτα.
Εκεί ανάμεσα αιωρ-ούμαστε ή πορευόμαστε ή δοξάζουμε τον καθρέφτη μας και τις εμμονές μας .
Μη λιθοβολείτε .Όχι γιατί το είπε ο ”αγαπάτε αλλήλους”αλλά γιατί ο σοφός λαός λέει ότι” ο καθένας μας πέτρες για το κεφάλι του μαζεύει ”.
Απλά .
Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια…
Ω μην ταράξεις… πρόσεξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό
ξεκίνημά της… τ’ άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί…
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να ‘σουν εσύ που θα ‘φερνες την ξεχασμένη αυγή!
Σεφέρης
Το έγραψα για καποιον ματαιόδοξο που με είχε κανει εξω φρενων. Τωρα βλεπω τα 20, τα 40 και τα 60 έτη να διαγκωνίζονται ποιητικά για το λαβαρακι (αυτό που αναρτάται εξω απο την σκηνή της νικήτριας ομάδας σε παιδικές κατασκηνωσεις, έστω αν και την επόμενη μέρα θα αναρτηθεί εξω από άλλη σκηνή).
Μας το αφιερώνω εξαιρετικά (έστω και για….προηγούμενες φάσεις της ζωής μου)
ΕΠΙΚΗΔΕΙΟ
Μικρός το δέμας εκκινούσες με όνειρα πολλά
δύσκολοι καιροί : πείνα και ξηρασία πνεύματος.
……………………………………………………..
Σαν το μυρμήγκι αποθήκευσες
σπόρους ματαιοδοξίας για τον απέραντο χειμώνα.
Το τέλος γνωστό :
στον επικήδειο θα χαιρετίσουν
τα σχέδια του ακούραστου εργάτη
που επιτήδειοι εργολάβοι έκτισαν
και οι απόγονοί σου συνεχιστές (;)
του αείμνηστου παραληρήματος υστεροφημίας
που ο σεισμός ή η λήθη κατεδάφισε…..
5.Χ.02
Δεσποινίς Αιωροκλέους νιώθω εκστασιασμένος. Βρίσκω πως απλά η κινηματογραφική χροιά των όσων γράφετε είναι ποιητική και εντελώς βγαλμένη απο μια μίξη ιστοριών του Μάρκερ και του Ντεμπόρ. Τουλάχιστον έτσι το αισθάνθηκα εγώ. Τα συγχαρητήρια μου.
αλέξανδρος
Μου αρέσανε.
Σε ορισμένα σημεία πυκνώνει κατά πως γουστάρει, ανάλογα και με το ρυθμό της ζωής (της/μου), με αυτές τις δύσκολες παύσεις. Σε άλλα πάλι ξεφυσάει. Μου αρέσαν περισσότερο από παλιότερα δικά της. Αυτά διαβάζονται και φωναχτά επίσης , κάτι θετικό για μένα. Μπορεί να φταίει ότι υποθέτω μόνος μου μια κοινωνική γείωση, ας το πώ έτσι.
Τα θεωρητικά σχήματα, η μελετητική ποίηση , η κριτικές και γενικά αυτού του τύπου ο τουρισμος και μάλιστα με γκρουπ , είναι στην καλύτερη ευγενικές επιθυμίες και ευχές αλλά δεν είναι και υποχρεωτικό να ακουστούν . Να προσθέσω και εγώ τούτο: Νομίζω υπάρχει κάτι το ά-χρονο που δείχνει μια συνείδηση, μια μεγαλύτερη ευθύνη σε όσα γράφει, πράγμα επίσης καλό. Είναι μια εξέλιξη
Αν και αυτά νομίζω τα ξέρει καλύτερα η Λαμπρινή που είναι και φαίνεται . Μαγκιά της. Καλή συνέχεια της λέω.