Τριακόσια μέτρα πλάτος

Τα στενά του Βοσπόρου σε μερικά σημεία
δεν ξεπερνούν τα τριακόσια μέτρα πλάτος.
Ο τιμονιέρης παράκουσε.
Ο τιμονιέρης, πού ήταν “τζόβενο”,
κατώτερος, δηλαδή, και από ναύτη,
έκανε τριάντα μοίρες δεξιά,
αντί για τριάντα αριστερά.
Ο τιμονιέρης, πού ήταν φιλιππίνος,
φιλιππίνος εθισμένος στο αλκοόλ,
πράγμα χειρότερο από ευρωπαίο εθισμένο στο όπιο,
μπήκε με την πλώρη σʼένα παλιό αρχοντικό.
Ευτυχώς ήταν ακατοίκητο.
Σχεδόν.

Τα έντομα, τα τρωκτικά και τα θαλασσοπούλια
θα πρέπει απλώς να πάνε σε ένα άλλο αρχοντικό.
Τα πνεύματα, ωστόσο, σε χειρότερη θέση,
μην έχοντας άλλη επιλογή,
μην έχοντας πού να πάνε και πώς,
δεν θα μπορέσουν να αποφύγουν το μεγάλο φως.
Τελικά θα πρέπει
νʼαποδημήσουν εις Κύριον.

Παρανυχίδες

Στο ιατρείο μου,
επάνω στο γραφείο είναι στολισμένη μιά υδρογειος σφαιρα.
Ένας έξυπνος μηχανισμός από δυό μαγνήτες,
ένας για τον βόρειο και ένας για τον νότιο πόλο,
έπρεπε να την κρατούν στον αέρα καιʼκείνη να περιστρέφεται.

Αντί γιʼαυτό, η σφαίρα είναι κολλημένη
στον μαγνήτη που αντιστοιχεί στον βόρειο πόλο.
Κάτι δεν έκανα εγώ σωστά, όταν την έστησα,
ή ο κατασκευάστης είναι μάλλον κακός,
αφού δεν μπόρεσε να κάνει μια κούφια μπάλα να γυρίζει.
Όπως και αν έχει δεν γυρίζει.

Μονίμως, λοιπόν,
μπρόστα μου η ανατολικότερη άκτη της Ρωσίας
και η δυτικότερη της Βορείου Αμερικής.
Η Ασία προσπαθεί να ακουμπήσει την Αλάσκα.
Ή το αντίστροφο. Η Αλασκα την Ασία.
Με λίγη φαντασία. Ένα χέρι τʼάλλο.
Με πολύ φαντασια. Η Σιξτίνα Καπέλα.

Από κάτω μια συστάδα νησιών.
Attu, Agattu. Tamaga, Tanaga.
Το νησί των τεσσάρων βουνών.
Unmak, Unimak.
Οι παρανυχίδες της γης.

Συλλογή

Η προσωπική μου συλλογή από χειμώνες.
Η προσωπική μου συλλογή από δέρματα φιδιών.
Από σπηλιές σε απόκρημνες πλαγιές και γκρέμνα.
Από ερημίτες και αφορισμένους κʼεξόριστους.

Η προσωπική μου συλλογή από Χίμαιρες.
Από νεκρά ινδιάνικα χωριά και θλιμμένα Τοτέμ.
Η συλλογή μου από χρυσές δακτυλήθρες.
Από ροζιασμένα χέρια και δείκτες και αντίχειρες.

Χθές, ονειρεύτηκα ότι απέκτησες καιʼσυ αντίχειρα.
Φύτρωσε στο αριστερό πίσω πόδι σου.
Και έγινες καιʼσύ ξαφνικά άνθρωπος.
Θα σʼτο κόψω. Το θέλω.

Μελισσοφάγος

Ι.

Ανάγκη είναι η μητέρα
απʼτην οποία πρέπει να αποκοπείς σύντομα.
Το συντομότερο δυνατόν!
«Πάρε, παιδί μου, την σφεντόνα
και χτύπα τον μελισσοφάγο.»
Ωστόσο, ψάχνω ένα εμπνευσμένο τέλος γιʼαυτό το παιδί.
Έναν άθλο που σίγουρα θα τον εκάνει άντρα.

Δυό κυπαρίσσια καρφωμένα επάνω του.
Ανάποδα.
Οι ρίζες τους πιπιλούν τα σύννεφα.
Μεγαλώνουν.

Δυό κυπαρίσσια υψώνονται μέσα του.
Προς τα κάτω.
Οι κορυφές τους οδηγούν τις αστραπές.
Ηρεμούν τα μάτια του.

Κόψε τα κυπαρίσσια!
Να ζωντανέψουν οι φύλακες
που θʼακοντίζουν τη γλώσσα σου.
Ιδού ο άθλος.
Κι ας αφήσουμε τον μελισσοφάγο να ζήσει.

ΙΙ.

Αντοχή στις σοβαρές απόπειρες διάψευσης.
Λουλούδια στον τάφο του Πόππερ.

Πύλινα σκέυη ας πετάξουμε
στον Ταύγετο απόψε.
Και όχι παιδιά με σπασμένα γονίδια.

Οι πατέρες ας ξοδέψουν τον οβολόν τους
αγοράζοντας ερείπια.
Συνδυάζοντας κατά το δοκούν.
Τα θρυματισμένα κοχύλια
για χέρια ή για πόδια,
τους αποχρωματισμένους αστερίες
για μάτια ή για γλώσσα,
των αχινών τα άδεια κουφάρια
για πλάτη ή για στέρνο.

Προς Θεού! Μην τους δούν οι μητέρες.
Στον συνενωτικό τους καταναγκασμό,
στο λιγότερο εθιστικό παιχνίδι
πούʼχει εφευρεθεί για το κρεβάτι.
Τέκνο.
Ποίηση.
Ας τους να πιστεύουν ότι τα κάνουν όλα εκείνοι.
Όπως θέλουν εκείνοι.

Σταγόνα στη σταγόνα, το σάλιο της μητέρας,
θα κόλλησει το θρυματισμένο κοχύλι.
Φιλί στο φιλί, το κόκκινο κραγιόν
κόκκινους θα ξαναβάψει τους αστερίες.
Άγγιγμα στο άγγιγμα, το χάδι της
πάνοπλους θα γεμισει με δόρατα τους αχινούς.
Και κάνεις δεν θα βγάλει άχνα…

Δεν έχει σημασία από τί είναι φτιαγμένο το πόδι.
Δεν έχει σημασία από τί είναι φτιαγμένη η γλώσσα.
Δεν έχει σημασία από τί είναι φτιαγμένο το στέρνο.
Είναι τέλειο.

Τέλος στις απόπειρες διάψευσης.
Δεν θα περάσουν τη ζωή τους μετρώντας λευκούς κύκνους.
Γιατι βρήκαν τον μαύρο τους κύκνο.
Είναι το παιδί τους.

Λουλούδια στον τάφο του Πόππερ.

ΙΙΙ.

Ό,τι δεν εκπλήρωσα
στο πρόσωπο σου απεικονίζεται.
Ωδή του αποτυπώμενου μου χρόνου,
ζωή νέα, ερήμην φόβου.

Ό,τι με συνδέει με τον κόσμο
είναι αλυσίδες σου.
Το δωμάτιο που κοιμάμαι
είναι η φυλακή σου.

Θα σε ανακαλύψω στο τέλος του δρόμου,
στο τέλος της διαθήκης μου.
Όταν θα σούʼχω γράψει τα πάντα.
Όταν θα μούʼχεις συγχωρήσει τα πάντα.
Αν κάποτε υπάρξεις.

Αν κάποτε υπάρξεις,
να θυμάσαι,
απαγορεύεται το κυνήγι του μελισσοφάγου.