1. Χρήστος Λεοντής, «Χελιδών ηδομένη…», Αριστοφάνη- Πέντε μουσικές ενότητες από τις κωμωδίες «Αχαρνής», «Σφήκες» , «Ιππής», «Πλούτος», «Ειρήνη», εκδ. Μετρονόμος.

Ο Χρήστος Λεοντής εμπνεύστηκε για πρώτη φορά από τον Αριστοφάνη, το 1970, μελοποιώντας τις «Σφήκες» του. Έκτοτε ακολούθησαν πάρα πολλές συνθέσεις του Λεοντή πάνω σε έργα αρχαίου δράματος και κωμωδίας, καλύπτοντας μια δημιουργική περίοδο 40 περίπου χρόνων (1962-2004). Χαρακτηριστικά της μουσικής του ως προς τις κωμωδίες, η διάθεση σύνθεσης τραγουδιών που μπορούν να ξεπεράσουν τα όρια μιας θεατρικής παράστασης, οι ευφρόσυνοι ρυθμοί συνταιριαγμένοι με λαϊκότροπες μελωδίες και η αμεσότητά της σαν να ξεπηδά μέσα από τα αρχαία κείμενα (οι αρχαίες μελοποιήσεις των οποίων, ως γνωστό δεν διασώθηκαν). Τον Αύγουστο του 2005 στα πλαίσια του Ελληνικού Φεστιβάλ ο Λεοντής έδωσε στο Ηρώδειο την παράσταση «Χελιδών ηδομένη… και τραγούδια ευφρόσυνα!», βραδιά που ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε ως dvd και cd από τον Μετρονόμο. Στο πρώτο μέρος τη βραδιάς παρουσιάζονται πέντε μουσικές ενότητες από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη, «Αχαρνής», «Σφήκες», «Ιππής», «Πλούτος» και «Ειρήνη» και ακολουθούν άλλα τραγούδια του συνθέτη. Για την πραγματοποίηση της παράστασης συνεργάζονται γύρω στα εκατό άτομα. Ανάμεσά τους οι τραγουδιστές Πέτρος Δαμουλής, Δώρος Δημοσθένους, Γιάννης Κούτρας, Μαρία Σουλτάτου, Ιωάννα Φόρτη, η μικτή Χορωδία τού Πολιτιστικού Κέντρου του Δήμου Κηφισιάς υπό την διεύθυνση του Θανάση Αρβανίτη, δεκαεπταμελής ορχήστρα, το Χοροθέατρο του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, η Σοφία Παντουβάκη (σκηνικά, κοστούμια), ο Χρήστος Τσαγάκης και Χρήστος Λεοντής (τηλεοπτική σκηνοθεσία). Επίσης ο Κωνσταντίνος Ρήγος ανέλαβε τη σκηνοθεσία και τη χορογραφία και ο Σπύρος Παπαδόπουλος την παρουσίαση. Τέλος, η καλλιτεχνική διεύθυνση, ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας ανήκει στον ίδιο τον συνθέτη. Έργο, λοιπόν,  ζωής του Λεοντή και ο καλύτερος -για το είδος του- δίσκος του 2010.

 

2. Θάνος Μικρούτσικος, “7”, με επτά πίνακες του Γιώργου Λαζόγκα και επτά ποιήματα του Γιώργου Κακουλίδη, εκδ. Γαβριηλίδης


Στην καινούρια του δουλειά με τίτλο «7» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, ο υπερδραστήριος Μικρούτσικος συγκεντρώνει εφτά αυτοσχεδιασμούς μουσικής και μουσικών από τα μακρινά 1981 και 1987, όταν και συνεργαζόταν στενά με τους δεξιοτέχνες Γιώργο Φακανά (ηλ. μπάσο), Νίκο Τουλιάτο (κρουστά) και David Lynch (άλτο σαξόφωνο). Οι αυτοσχεδιασμοί τους πάνω στα επίμονα –όπως πάντα- μελωδικά θέματα του συνθέτη (ο οποίος συμμετέχει και ως μουσικός παίζοντας πλήκτρα, ηλ. πιάνο και τσέμπαλο) αποδομούν την έννοια της μουσικής σύνθεσης και όπως εύστοχα σημειώνει ο Γιώργος Χαρωνίτης, στο σημείωμά του που εμπεριέχεται στο βιβλίο-cd: «ο προσδιορισμός είναι ορατός αλλά η διαδρομή μαθηματικά απροσδιόριστη». Το πρώτο κομμάτι του έργου, είναι μια δημιουργική ανάπλαση από τη «Τζοκόντα» του Χατζιδάκι, σαν να παίρνουν οι δύο μουσικοί (Μικρούτσικος- Φακανάς) ένα από τα πασίγνωστα μουσικά μοτίβα, από τη «Προσωπογραφία της μητέρα μου», και αφού το ξεναγήσουν στους λαβυρίνθους του ηλεκτρικού μπάσου, των πλήκτρων και του τσέμπαλου, αφού τραχύνουν τη μελωδική του γραμμή, το επαναφέρουν μετά από εννιά λεπτά ξέπνοο, αλλά χορτασμένο από το αυτοσχεδιαστικό του ταξίδι. Ισχυρή, επίσης, κοινή μελωδική βάση έχουν τα «Φαντασία Νο1» και «Φαντασία Νο2» ενώ το «Trio για πιάνο, μπάσο και ντραμς» με τον Τάκη Φαραζή στο ηλ. πιάνο αντί του συνθέτη (ακούγεται εμφανώς πιο ελεύθερο το παίξιμο) ξεδιπλώνεται αξιοθαύμαστα, με το τέμπο να κρατιέται μεν ξεχωριστά από τους τρεις μουσικούς, το αποτέλεσμα όμως είναι ένας συμπαγής ρυθμός, δείγμα βεβαίως της καλής χημείας τους. Τζαζ όμως σημαίνει και «ελευθερία» όπως είχε δηλώσει κι ένας σπουδαίος μουσικός της ο Thelonious Monk, (1917-1982), και αυτόν τον αέρα ελευθερίας επιτείνουν δύο άλλοι καλλιτέχνες από διαφορετικούς χώρους, οι οποίοι εμφανίζονται και αυτοί με εφτά έργα τους: ο ζωγράφος και καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, Γιώργος Λαζόγκας, και ο ποιητής Γιώργος Κακουλίδης. Ο πρώτος, με τους ιδιόρρυθμους πίνακές του, τη μινιμαλιστική και αφηρημένη τεχνοτροπία του και ο δεύτερος με τη σαχτουρική επιρροή του, το υποδόριο χιούμορ και τις αφηγηματικές ανατροπές. Πού συγκλίνουν, λοιπόν, οι τρεις μορφές της τέχνης που στεγάζονται στο ίδιο βιβλίο-cd: Στην ελευθερία του πνεύματος.

3. Βόμβοι, “Βόμβοι”, 7

Ούτε σε αυτό το δίσκο έχουμε να κάνουμε με τον παραδοσιακό όρο “μελοποιημένη ποίηση” όμως αυτή η μουσική κολεκτίβα, με το όνομα “Βόμβοι” στην πρώτη της δισκογραφική εργασία φαίνεται ότι προσπαθεί να βαπτίσει την έννοια του χιπ χοπ και του low bap στα νερά της προφορικής μας παράδοσης και επαναδιαπραγματευθεί τους όρους, τις ταμπέλες και τις περιόδους της μουσικής. Κινητήριοι μοχλοί του γκρουπ ο Πάνος Πενταρίτσας (ως μέλος) και έμμεσα ο Νίκος Ξύδης (με ήδη γνωστό δισκογραφικό παρελθόν). Ο πρώτος, βασικός υπεύθυνος για τους περισσότερους στίχους των τραγουδιών και για την ερμηνεία-ραπάρισμα και ο δεύτερος για τις ενορχηστρώσεις, τον προγραμματισμό και την επιμέλεια της παραγωγής. Ο Πενταρίτσας, εμφανίζεται ως φυσικός διάδοχος του B. D Foxmoor (Μιχάλης Μυτακίδης) από τους Active Member εξ’ αιτίας τόσο του πανομοιότυπου των φωνών και της εκφοράς του λόγου τους όσο (και κυρίως) γιατί μοιάζει να διαθέτει τον πνευματώδη και χειμαρρώδη λόγο του «δασκάλου» όπως ο ίδιος τον αποκαλεί: «….τον Μιχάλη τον Μυτακίδη! Τον δικό μου πατέρα και λαϊκό (λαϊκό όμως) δάσκαλο εκεί στο Πέραμα, που στέκεται ολομόναχος πια σαν Ακρίτας, σαν τον Κάστρο στην Κούβα του, πολεμώντας τους με τα ίδια τους τα όπλα, για μια αντρίκια ήττα, ενάντια στον “μουσικό ιμπεριαλισμό” και την καπιταλιστική σαπίλα του πανάκριβου, τραγουδιστικού εμπορίου, με μια επανάσταση που ποτέ δεν τελείωσε! Το low bap!». Μόνο που ο Πενταρίτσας χρησιμοποιεί ως γρανάζια στον χορταστικό του λόγο το λεξιλογικό δημοτικό μας πλούτο επιτυγχάνοντας την ευπροσάρμοστη τοποθέτησή του μέσα σε ένα σύγχρονο λεκτικό περιβάλλον (έτσι που τα ιδιώματα συνυπάρχουν αρμονικά με τους νεολογισμούς, τα παραδοσιακά μοτίβα («Ρούσα παπαδιά» με τα σύγχρονα ρεαλιστικά θέματα («Παιδικές φυλακές», «Φτάνει για όλους») κι όλα αυτά μέσα σε ένα μουσικό κόσμο, στον οποίο το σάζι και ο ταμπουράς του δεξιοτέχνη Τάσου Μοναχέλη, τα κρουστά, το sitar και το σαντούρι του Νίκου Ξύδη συνδιαλέγονται με τον προγραμματισμό και τα σύγχρονα ηχητικά τερτίπια. Έτσι το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας ιδιόμορφος ethinc-rap –όπως τον αποκαλούν- ήχος που εκμοντερνίζει την παράδοση και «παραδοσιακοποιεί», θα λέγαμε, το μοντέρνο.


 

4. Nίκος Μαμαγκάκης, “Μικρό requiem για τον Νίκο και την Έλλη”, Το τραγούδι του Μπελογιάννη και της Έλλης Παππά, Ιδαία

 

Στο ένθετο του δίσκου διαβάζουμε από τον ίδιο τον συνθέτη: “Έζησα την υπόθεση Μπελογιάννη από κοντά, κυνηγημένος από ασφαλίτες (αδερφό κομμουνιστή στη Μακρόνησο), με μια δραματική περιρρέουσα ηχητική ατμόσφαιρα από τα διάφορα πικ-απ που παίζανε τις επιτυχίες της άνθησης του ρεμπέτικου και που σ’ όλη την διάρκεια της δίκης αυτής αλλά και γενικότερα της τραγικής εποχής εκείνης, ακουγόντανε σαν ασταμάτητα μοιρολόγια ειδικά γραμμένα για τις περιστάσεις αυτές.Για μένα είναι από τα σημαντικότερα πλάσματα που γέννησε αυτός ο τόπος” Ετσι διαβάζοντας την ποίηση της Έλλης Παππά άρχισε να τα μελοποιεί τα κείμενά της γραμμένα για τον Νίκο Μπελογιάννη. Η φιλόλογος Μαρία Παχνιστή κορφολόγησε από το βιβλίο “Γράμματα στο γιο μου” και από τα ποιήματα “Δουλειά της φυλακής” ένα μικρό λιμπρέτο που διαβάζει η Σαβίνα Γιαννάτου πάνω σε λαϊκότροπες παραλλαγές για πιάνο. Στα ενδιάμεσα ακούγεται η μικρή ρεμπέτικη σουίτα για οχτώ όργανα και τα έντεκα τραγούδια που τραγουδούν η Σαβίνα Γιαννάτου, ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, η Ειρήνη Δερέμπεη και ο Παναγιώτης Παπαϊωάνννου. Ο δίσκος φέρει τη συγκίνηση των ποιημάτων, των αληθινών ιστορίων, εξομολογήσεων αλλά και το βάρος των ονομάτων και τις πολιτικές προεκτάσεις κι ας είναι καθαρόαιμα ερωτικός. Αλλά τι ερωτικός και κυρίως πώς ερωτικός…

5. Δημήτρης Πουλικάκος- Soccos, “Ύδρα των Πουλιών”, ποίηση: Νίκος Εγγονόπουλος, Puzzlemusik

Ο Πουλικάκος τραγουδά-απαγγέλλει Εγγονόπουλο υπό τη μουσική ατμόσφαιρα του Socos. Πρώτη φορά σε ολοκληρωμένο δίσκο μελοποιημένα τραγουδια σε ποίηση Εγγονόπουλου. Αλλά περισσότερα στα αποσπάσματα του κειμένου που συνοδεύει το δίσκο. Γιατί όταν αφηγείται ο Θείος Νώντας κατά κόσμον Πουλικάκος, τα υπόλοιπα περιττεύουν:

“Προς τα τέλη του ’58 (σχεδόν δέκα έξι χρονών δηλαδή) έτυχε να πέσουν στην αντίληψή μου μερικά γραπτά και κάποιες πληροφορίες για τη ζωή και τις δραστηριότητες του οσποδάρου (ή μήπως ήταν βοεβόδας) της παραφυσικής. Αλφρέντ Ζαρρί (το όνομα ενός από τους κύριους χαρακτήρες του έχει «δανειστεί», και το μουσικό συγκρότημα των Pere Ubu), των ντανταϊστών του Τριστάν Τζαρά, καθώς και περί των Αντρέ Μπρετόν και Μπενζαμέν Περέ. Είχα ήδη δει πίνακες του Νταλί και του Μαξ ερνστ, όπως και κάποιες ταινίες του Μπουνιουέλ.

Ενάμισι χρόνο αργότερα, ψαχουλεύοντας σε κάτι παλαιοβιβλιοπωλεία της Ιπποκράτους παρέα με τον Κουτρουμπούση, έπεσα πάνω σε μια έκδοση του δεύτερου μανιφέστου του υπερρεαλισμού (του Αντρέ Μπρετόν βέβαια, και στα γαλλικά). Κατά σύμπτωση, εκείνες τις ημέρες βρέθηκα να διαβάζω για πρώτη φορά γραπτά του Νίκου Εγγονόπουλου.
Ηταν «Η Επιστροφή των Πουλιών», «Εν ανθηρώ Ελλήνι λόγω» (πράγματι), «Μην ομιλείτε στον Οδηγόν» και «Ελευσίς» (ή επιτέλους «Έλευσις»), όλα σε εκδόσεις «επιτελείου».
Είχαμε ένα φίλο στην παρέα (τρεις παρέες στην ουσία που, συν το χρόνο, γίνανε, κατά κάποιον τρόπο, μία), που υπηρετούσε τη θητεία του στη Σμύρνη, σε μονάδα του ΝΑΤΟ και τα τύπωνε στον πολύγραφο της υπηρεσίας. Τ’ όνομά του: Διονύσης Μαρτινέγκος.
Δε νομίζω να έχουνε βγει ποτέ από πολύγραφο πιο επαναστατικά κείμενα!
To 55-56 ήταν ο Λίτλ Ρίτσαρντ, ο Τζέρι Λι Λιούις, ο Ελβις, ο Φατς Ντόμινο, ο Λόουελ Φούλσον, ο Λούις Ζόρνταν και άλλοι εξαιρετικοί κύριοι.
Για το ’58 τα λέω παραπάνω.
Τώρα είχε έρθει το τελειωτικό χτύπημα.
Ακούγοντας Μπο Ντίντλεϊ, πίνοντας γάρα και διαβάζοντας Εγγονόπουλο!
Σα να σε κοπανάνε με βαριοπούλα στο δόξα πατρί!!!
Η μοίρα μου ήταν πλέον καθορισμένη.>

….

Φαντάρος ως (σμηνίτης για την ακρίβεια) ακόμα, στα είκοσι φεύγα μου κι έχοντας μεταφράσει, ανάμεσα στα άλλα, κομμάτια των Γκίνσμπεργκ, Αλντους Χάξλεϊ, Ιζιντόρ Ντυκάς, Πολ Μπόουλς, Μπάροουζ, Ακμπαρ ντελ Πιόμπο, όλο και πιο πολύ μας κέντριζε η ιδέα (με τον Κουτρουμπούση πάντα) της έκδοσης ενός «τετραδίου αναζητήσεων».
Ετσι, και με τη σύμπραξη των Νάνου Βαλαωρίτη, Γιώργου Μακρή, Τάσου Δενέγρη, Κώστα Ταχτσή, Μαντώς Αραβαντινού, Λεωνίδα Χρηστάκη κυρίως, αλλά και με την υποστήριξη του Νικόλαου Κάλας και άλλων φίλων, καθώς και με την τρυφερή βοήθεια των Ανδρέα Εμπειρίκου Και Νικόλαου Εγγονόπουλου, γεννήθηκε το «Πάλι», το 1964.
Σ’ ένα (διαφημιστό θα το λέγαμε σήμερα) κολάζ, μια κοπέλα ενεχείριζε το «Πάλι» σ’ ένα νέο που της έλεγε «Ω, σας ευχαριστώ, αγαπημένη).
Επρόκειτο για τον αδελφό της Harriet Beecher Stowe (Χάριετ Μπίτσερ Σνόου), συγγραφέως της Καλύβας του Μπάρμπα Θωμά. Το όνομά του: F. Harry Stow (ευ_χαρι_στώ)!
Και όλα αυτά για να έχει:
Ο στρατιώτης το τσιγάρο του
Ο ποιητής την πένα του
Το μικρό παιδί το γάλα του
Και ο παππούς της φανέλα του.. .

Η έκδοση του «Πάλι» διακόπηκε (όπως και πολλά άλλα) από τη λαιμητόμο της χούντας.

50 χρόνια αργότερα.. .
Εχουμε γνωριστεί δυο χρόνια περίπου νωρίτερα στο καφέ ενός πεζόδρομου στα Εξάρχεια, με τον Soco, έχουμε αποφασίσει, μετά από πολύπλοκες και περίπλοκες ψυχικές και πνευματικές διαδικασίες περί του πράγματος, πραγματοποιούμε επιτέλους το απραγματοποίητο, που εκ των πραγμάτων ήταν επόμενο να πραγματοποιηθεί!
Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, εξ άλλου έχετε στα χέρια σας αυτή τη στιγμή ακριβώς (εφόσον διαβάζετε αυτό που διαβάζετε τώρα ακριβώς) την πραγμάτωση της κοινής μας (του Socos και εμού του ιδίου), πολύχρονης αφ’ ενός και πολύμηνης αφ’ ετέρου κατ’ αντιστροφή της αναφοράς εις τα πρόσωπα μας επιθυμίας, για να έχει εν τέλει:
Ο ποιητής το τσιγάρο του
Ο στρατιώτης τη φανέλα του
Το μικρό παιδί την πένα του
Και ο παππούς το γαλατάκι του”