Ποσειδώνας

Φύκια φύτρωσαν στις πληγές,

στα γένια σου κοράλλια

–τι περίτεχνα σάβανα!

Με καρβουνιασμένες λαμπάδες οι αχινοί

θρηνούν πάνω στα πλευρά σου

–αρρωστημένοι θεατρίνοι.

Mαύρο το στεφάνι που φοράς

–ένα χταπόδι αγριεμένο–

ελάχιστος φόρος τιμής

στο βασιλιά που έταξε χαμένες Ατλαντίδες.

Ελαφριά· ας είναι τα κύματα βουβά·

οι πνιγμένοι δε συγχώρησαν ποτέ.

 

Ονειρολόγιο

Όταν κοιμούνται οι γίγαντες

περνάνε χρόνια ναρκωμένοι

πάνω σε τσιμεντένιους λόφους·

δεν τους δίδαξε κανείς το μέτρο.

Από τα όνειρά τους χτίζουμε βωμούς και

από τους εφιάλτες τείχη·

ας κοιμόντουσαν λιγότερο!

Η αλήθεια είναι ότι

τους γίγαντες τους ονειρευτήκαμε εμείς, μα

δεν υπήρξε χρόνος για καμπάνες.

 

Το υπόγειο (ή αλλιώς, κάποιο από τα κλουβιά του σώματος)

Σαν φοβισμένος Κρόνος κατάπια τα παιδιά μου

–όνειρα που δεν είδα να μεγαλώνουν–

σε σκοτεινό κελί βαθιά

με χολή τα ξέπλυνα

–στους 38 βαθμούς Κελσίου–

ναρκωμένα σαν ήταν

τους χάρισα ψεύτικα φτερά

που ποτέ δε θα ανοίξουν,

(βαθιά)

σ’ ένα κλουβί τρομαγμένο από κλουβιά.

 

Το αγόρι και το δέντρο

– Γιατί κιτρίνισαν τα φύλλα σου;

–Έτσι θ’ ασπρίσουν και τα μαλλιά σου.

–Δεν νιώθεις μοναξιά;

–Θα τη νιώσεις εντονότερη, κι ας έχεις τριγύρω σου ανθρώπους·

σαν το αυγουστιάτικο φεγγάρι δεν θα σ’ αγκαλιάσει καμιά.

–Έχεις πονέσει ποτέ;

–Σαν τα σκουλήκια που σκάβουν τον κορμό μου,

τόσοι πόνοι θα σε ανταμώσουν.

–Τα δέντρα στενοχωριούνται;

–Δεν θα κλάψω για κανένα, μα δεν γέλασα ποτέ.

–Θα γεράσουμε μαζί;

–Η σκιά μου θα είναι πιο μακριά από τα χρόνια σου,

μα θα είναι άχρωμη·

όταν στον μαρμάρινο κήπο ξαποστάσεις,

μ’ ένα κίτρινο σεντόνι τη σκόνη που άφησες θα κρύψω.

 

Λεπτομέρεια από τοιχογραφία

λίγα καρφιά

στερεωμένα

στο ξύλο και

ανάμεσα: το

σώμα και οι

παραβολές–

θλίψη, οργή

και πνιγμένα

δάκρυα από

τους λίγους·

βουβαμάρα·

αυτή η νύχτα έσταξε πόνο και αίμα

(πνίγηκε στ’ αρώματα ρόδων νεκρών)

στη χούφτα της μπολιάστηκε άστρο

και φύτρωσε

–ολόδροσο–

σχήμα ιερό.

Ο Γιάννης Καλκούνος είναι 22 ετών και σπουδάζει Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών