1. H ΠΟΛΗ
Λαχταρώ να βρεθώ σε μια πόλη
που ο χειμώνας δεν θα μπαίνει νωρίς
που οι μέρες θα κυλάνε αργά
που δεν θα με περιμένει κανείς.
Λαχταρώ να βρεθώ σε μια πόλη τόσο άδεια
που με δύστροπο φάντασμα θα μοιάζει
σε μια πόλη που δεν θα υπάρχει η λέξη «όλοι»
που μονάχη μου θα είμαι είτε βρέχει, είτε λιάζει.
Λαχταρώ να βρεθώ σε μια πόλη,
να τολμώ να παραβώ τους ανύπαρκτους νόμους της
να τυλιχτώ μʼ ένα λευκό σεντόνι
να βγω να σεργιανίσω στους άδειους δρόμους της.
Λαχταρώ να βρεθώ σε μια πόλη
που τίποτα δεν θα μου θυμίζει
χωρίς μυρωδιά και δίχως χρώμα,
σε μια πόλη που τίποτα σʼ αυτή δεν θα μʼ αγγίζει.
Λαχταρώ να βρεθώ σε μια πόλη,
που πρώτη θʼ αναπνεύσω το χλωμό αγέρα της
που πρώτη θʼ ακούσω τα βουβά πουλιά της
που πρώτη θʼ αντικρίσω τη χαμένη μέρα της.
Είμαι σε μια γη που πρώτη πατάω
Πίνω από νερό που άλλος δεν έχει πιει
Βουτώ σε θάλασσα που πρώτη φορά κολυμπάω
Περπατώ σε μια πόλη που πριν από μένα κανείς δεν έχει χαθεί
Βυθίζομαι στο χρόνο και βρίσκω μια πόλη
ανακαλύπτω, δεν πονάω, επιζώ
ξεχνώ τον εαυτό μου και με ξεχνάνε όλοι
αναπνέω, αισθάνομαι, ζω.
Πόλη μισή, πόλη γερμένη,
πόλη για πάντα ερημωμένη,
κανείς δε σʼ έχει ναυαγήσει
κανείς ποτέ δε σʼ έχει αφήσει.
Πώς να σε βρω, πώς να σε χάσω,
πώς μια για πάντα να σε ξεχάσω,
πώς να σε σβήσω από το χάρτη,
πόλη μικρή, μια πόλη σκάρτη,
πόλη ακριβή, πόλη κρυμμένη,
πόλη για πάντα, πόλη χαμένη…
2. OUR DREAM WORLD
Απροσπέλαστα κύματα κάνουν αυτό που θέλουν
Χειμωνιάτικες μαργαρίτες στα μάτια μας κοιτούν
Η λάσπη γεννάει, πνίγει τα παιδιά της
Οι εφιάλτες ανοιξιάτικο ξύπνημα κυνηγούν
Τραγούδια που γράφτηκαν από σήμερα,
γιορτή αύριο για να μας φέρουν
Νόθα παιδιά της υποψίας που ήρθαν το φθινόπωρο
κλαίνε, πονάνε κι υποφέρουν
Πουλιά του παραδείσου σκοτώνονται
από λαθροκυνηγούς της υποτιθέμενης σωτηρίας
Φωτιές ανάβω για να δροσιστώ
από την υπερβολική δόση της ασταθούς ανίας
Αιμομικτικοί γάμοι αδερφών ανεπανάληπτα διαφορετικών
Γούστα που καλύπτουν προκλητικές προτιμήσεις απαιτητικών
Λίγο γέρνω τη σιωπή για νʼ ακούσω
κι ανυποψίαστη αφουγκράζομαι υγρά ουρλιαχτά
Αλήτες που κλαίνε στο σκοτάδι
ο κόσμος σας λυγίζει και γερνά
Ελπίδες που εκπορνεύονται ένα βράδυ
ευχάριστα η ώρα σας για να περνά
Κι όταν γυρίσεις να αντικρίσεις
το τίποτα που στο κενό μυρίζει
θα καταλάβεις γιατί η όμορφη παρακμή είναι τροχός της ζωής
που όλο γυρίζει, γυρίζει, γυρίζει…
3. ΑΔΙΕΞΟΔΟ
Απεγνωσμένη προσπάθεια βουβά κοιτάει
Συνηθισμένη απουσία μένει όπου πάει
Ψυχρή αποξένωση σπάει καθρέφτες
Καθώς πρέπει κύριοι γίνονται κλέφτες.
Διαλυμένος εφιάλτης τα κομμάτια μου μαζεύει
Κάποιο όνειρο μισό απʼ τον ύπνο δραπετεύει
Διάφανο, αλμυρό νερό ψάχνει άδεια θάλασσα
Τί μου είχες δώσει που να μην στο χάλασα;
Απέραντη η μοναξιά που μέσα μου χωράει
Αφόρητο αδιέξοδο μέσα μου τριγυρνάει
Άσπονδη φιλενάδα μου βαφτίζεται η λύπη
Όπου ρίξω το βλέμμα μου, παντού κάτι μου λείπει
Όμορφο νεογέννητο κάποια ζωή μαθαίνει
Μια τύψη στο ξημέρωμα θλιμμένη αργοπεθαίνει
Όταν βρίσκω τα δύσκολα, όσα θέλεις σου τάζω
Κι ας μην το παίρνεις είδηση πως κάθε μέρα αλλάζω.
Γλυκό απαγορευμένο κάθομαι κι αποδέχομαι
Στα πόδια μου γερά μαθαίνω πια να στέκομαι
Στην πλάτη της ζωής τα όνειρά μου φόρτωσα
Κι ένα βράδυ σε μια βιτρίνα τα όνειρά μου σκότωσα
4. Η ΣΤΙΓΜΗ
Λίγο φως εισχωρεί απʼ τις γρίλιες,
τόσο λίγο, σαν το λίγο που αφέθηκα γύρω σου
Μια μικρή στιγμή
Μια λέξη
Ένα ξεχασμένο χάδι
Μια σταγόνα ιδρώτας χαράζει το μέτωπό σου
Η ματιά μου στο ρολόι
Ο ήχος του δείκτη
Ένα ακόμη χαμένο δευτερόλεπτο
Μια ανάσα της μυρωδιάς σου στο μισοσκόταδο
Μια φευγαλέα στιγμή που έγινε ήδη ανάμνηση
Τόσα χρόνια λες πως με χρειάζεσαι,
μα εγώ θα προτιμούσα να μʼ αγάπαγες μονάχα για μια στιγμή.
Οι αλήθειες αποσυντίθενται πάνω μου,
όπως το παρατημένο μήλο στο τραπέζι της κουζίνας
Εγώ -ξαπλωμένη ανάσκελα- προτιμώ να είμαι ένα παράνομο «θέλω»,
παρά το νόμιμο «πρέπει» σου.
Ένα «ίσως» που δεν προσέχω
Ψάξε για άλλη λέξη
Βρες μια λέξη για να σε βάλω μέσα στη λύπη μου,
χωρίς να φοβηθείς το βάθος της.
Κι έπειτα, φιλάς την παλάμη μου
Κίνηση που κρατάει ακριβώς τρία δευτερόλεπτα
Κίνηση που αξίζει όσο χίλια «μου έλειψες» κι άλλα τόσα «σʼ έχω ανάγκη»
Μια απόδειξη ότι νιώθεις.
Όχι με λόγια,
μα με βλέμματα και με σιωπές.
Ό,τι ζω μαζί σου, μοιάζει να κρατάει μια στιγμή
και τι να προλάβεις να χωρέσεις μέσα σε μια στιγμή…
Στιγμή που κρατάει λιγότερο από μια στιγμή
Στιγμή που μακάρι να κρατούσε αιώνες
Μια στιγμή.
Είμαι δικιά σου μονάχα για μια στιγμή.
Μια μικρή φευγαλέα στιγμή…
Μια τόση δα χαμένη στιγμή…
5. Ο ΤΡΩΣΑΣ ΚΑΙ ΙΑΣΕΤΑΙ
Δώσʼ μου να πιω λίγο απʼ το ευλογημένο σου φως,
να με γλιτώσει απʼ το λοιμό που θερίζει τους ποιητές,
Εσύ, που ήρθες ανέλπιστα,
χωρίς να σε γνωρίζω.
Έλα να με βρεις με το αργόσυρτό σου βήμα
εκεί που τα «θέλω» συγκρούονται με τα «δεν πρέπει»
κι από την άνιση πάλη τους γεννιέται ζωή.
Ρίξε μια σπίθα στη φωτιά που σιγοκαίει τα σωθικά μου
κι άσε με επιτέλους νʼ ακουμπήσω για μια στιγμή μονάχα τη μαγική σου στάχτη.
Έλα να με βρεις με τα γιορτινά σου ρούχα
εκεί που η ανάγκη μπλέκεται στις χλωμές σου σκέψεις
για να με συναντήσει σε αβάσταχτα αδιέξοδα.
Πάρε το δοξάρι σου και παίξε για μένα το χορό της ντροπής,
εξάγνισέ με, λούσε με με Άγιο Μύρο
και ʼγω θα σηκωθώ να χορέψω
-με μάτια που θα γυαλίζουν απʼ τον πυρετό-
προσδοκώντας ασυναίσθητα ένα σου λάθος.
Ήρθες ανέλπιστα.
Χωρίς να σε γνωρίζω, πλήγωσες το χαμένο καιρό μου,
χωρίς να το ξέρεις, βίασες τις πολύτιμες στιγμές μου,
χωρίς να με ρωτήσεις αν θέλω, με μεγάλωσες,
χωρίς να σε ξεχάσω, εκφύλισες τις μετρημένες μου θύμησες.
Έφυγες
κι έμεινα με τη μάταιη προσδοκία μιας τελευταίας σου ματιάς προς τα πίσω.
Έλα ξανά, με κείνο το ακόντιο που με πλήγωσε,
σαν άλλος Αχιλλέας ξύσε τη σκουριά του πάνω στις βουβές πληγές μου
και προσευχήσου να συνεχίζω να σε χρειάζομαι
6. Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΠΟΙΗΣΗ
Ποίηση που γίνεται συνήθεια
Έμπνευση που μοιάζει δανεική
Παραμύθια που μυρίζουν σαν αλήθεια
Ψάχνω για μια λέξη μαγική
Ποίηση που γίνεται φενάκη
Λέξεις που σκορπίζουν στον αγέρα
Δίνω άλλη γεύση στο φαρμάκι
Παίρνει άλλο φως η κάθε μέρα
Ποίηση που καίγεται σα στάχτη
Τα χαρτιά μου που δεν έχουν λογική
Θαύματα που μοιάζουν με απάτη
Έρωτες με λήξη τραγική
Ποίηση που χάνεται στο πάθος
Ρίμες ποτισμένες με ιδρώτα
Στίχοι που προκύπτουν κατά λάθος
Όλες οι στροφές σβησμένα νώτα
Ποίηση με δέος και με ρίγος
Θέληση που χάνεται στη μοίρα
Άνθρωπος που είναι τόσο λίγος
Αίσθημα που μοιάζει με πλημμύρα
Με πλημμύρα στο χαρτί μου
Μοιάζουν όλες μου οι σκέψεις
Αραδιάζω τα «γιατί» μου
Τα στριμώχνω μες στις λέξεις
Μια πλημμύρα δίχως άκρη
Μέσα απʼ το μυαλό μου βγαίνει
«τόσα χρόνια ούτε ένα δάκρυ»,
λέει κι ύστερα ξεμακραίνει…
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Επικοινωνία: mariadaskalaki_her@yahoo.gr
Γεννήθηκε το 1982 στο Ηράκλειο της Κρήτης όπου και διαμένει. Αποφοίτησε από το τμήμα Αρχειονομίας και Βιβλιοθηκονομίας του Ιόνιου Πανεπιστήμιου (Κέρκυρα), ενώ παράλληλα έκανε σπουδές ζωγραφικής. Από το 2005 μέχρι σήμερα συνεργάζεται με την εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» (www.patris.gr), με τη δίγλωσση εφημερίδα «The Khronicles» (www.ko-go.gr) και παραδίδει μαθήματα ζωγραφικής σε παιδιά. Είναι τακτικό μέλος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και του Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου. Το 2008 εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα: «Το μυστικό της Ασπασίας». Συμμετέχει στο Ημερολόγιο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς για το 2010 (Εκδ. ΚΕΔΡΟΣ), καθώς επίσης και στην Ανθολογία «Ποίηση και Ζωγραφική» (Εκδ. Υδρόγειος, Θεσσαλονίκη 2009). Υπό έκδοση: “ΜΥΣΤΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ: το μυστήριο του καμένου δάσους”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΝΩΑΣ, κι αναμένεται το Γενάρη του 2011











Μου αρέσει η ποίηση της Μαρίας Δασκαλάκη και χαίρομαι για την επιλογή σας. Καλημέρα.
Οι αλήθειες αποσυντίθενται πάνω μου,
όπως το παρατημένο μήλο στο τραπέζι της κουζίνας ( οι αγαπημένοι μου στίχοι )… Η πόλη (το αγαπημένο μου απο τα ποιήματα).. Και τα έξι όμως ξεχωριστά.. Ανυπομονώ για τη συνέχεια..
Πολύ καλή
Μ΄αρέσει η ποίησή της…
αγαπημένο ποίημα η στιγμή
Με γοητεύει πάντα το μέτρο
και ύστερα η με στόχο ομοιοκαταληξία .
Δεν μου αρέσει να κάνω υποδείξεις
όμως θα έφτανε πιο αρμονικό στα αυτιά μου
“Παραμύθια που μυρίζουνε αλήθεια”
Όπως και να έχει μου αρέσεις
Καλές Γραφές
ΝΟΜΙΖΩ ΠΩΣ ΔΙΝΕΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΠΡΟΣΟΧΗ Σ’ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΛΕΤΕ ΚΑΙ ΟΧΙ ΠΩΣ ΤΑ ΛΕΤΕ,ΕΝΝΟΩ ΠΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΠΑΡΑ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ Η ΦΟΡΜΑ.ΠΑΡΟΛΑ ΑΥΤΑ,ΜΗΝ ΣΑΣ ΠΤΟΕΙ Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΜΕ ΔΙΑΨΕΥΣΕΤΕ