ΜΕ ΦΟΝΤΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ
Δημήτρης Παλάζης, Το κόκκινο βιβλίο, ποιήματα, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σ. 63, ? 9,41.
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ.
Θυμάμαι τον αξιωματικό καθισμένο στη βεράντα με το χέρι αφημένο στο πλάι κι απέναντί του τις δυο γυναίκες. Ανάμεσά τους το φόντο της Ακρόπολης. Η ατμόσφαιρα νωχελική, υπνωτική. Το κόκκινο βιβλίο ήταν στο χέρι του. Το χρώμα του μου κίνησε το ενδιαφέρον. Άκουσα πως έτσι συμβολίζουν την ποίηση… Δημήτρης Παλάζης (σελ. 7).
Ο ποιητής εμπνέεται το προλογικό του κείμενο από τον πίνακα του Ιάκωβου Ρίζου «Στην Ταράτσα» («Η Αθηναϊκή βραδιά» 1897, ελαιογραφία). Αυτή η σημείωση δίνει και το ποιητικό του στίγμα. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα «νωχελική, υπνωτική». Η αρχαία Ελλάδα συναντάει τη νέα με συνδετικό κρίκο το χριστιανισμό του Αποστόλου Παύλου. Σουρεαλισμός, μισοσβησμένα ονειρικά τοπία, αυτόνομες στροφές που αρθρώνονται σε ένα χαλαρό μεταμοντέρνο ψηφιδωτό, κι ενίοτε σπαρακτικές κραυγές πνευμάτων που δε βρίσκουν τη θέση τους και βολοδέρνουν ανάμεσα στον Πάνω Κόσμο και στον Κάτω. Όμως η ευγένεια και η μουσική απόσταση από τα πράγματα υπερβαίνουν το όποιο έρεβος πάει να εμφανιστεί: «Χάρος στη γλώσσα των πουλιών / είνʼ ένας άγγελος / που μετακινεί τους καθρέφτες / –ο αντικαθρεπτιστής – / χτυπώντας στις φτερούγες του / τις φωνές της παραίσθησης» (σελ. 38).
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΡΩΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Ελένη Ταγκαλάκη, Καλλιπάτειρα ή Τα Ελληνικά, απόδοση ποιημάτων στη γαλλική γλώσσα: Renée Jacquin, επιμέλεια βιβλίου: Τάσος Ταγκαλάκης, εκδόσεις Αρμός, σ. 85, ? 7,50.
Η Ελένη Ταγκαλάκη είναι πρόεδρος της Ένωσης «Connaissance Hellénique» στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της Aix-en-Provence, αρχισυντάκτρια του περιοδικού «Ο ΛΥΧΝΟΣ» και μεταφράστρια νεοελληνικών κειμένων στη γαλλική γλώσσα. Η αγάπη της για την Ελλάδα υπερχειλίζει και πέρα από τη γραφή της σε ραδιοφωνικές εκπομπές στη Μασσαλία και σε συνέδρια στους Δελφούς και στη Γαλλία. Επηρεασμένη από σπουδαίους ποιητές και λογοτέχνες (Ελύτης, Μαλλαρμέ, Καζαντζάκης, Καμύ) εμπνέεται στίχους ή και ολόκληρα ποιήματα από αποσπάσματα των έργων τους. Τα περισσότερα ποιήματά της μπορούν να αναγνωσθούν ως δραματικοί μονόλογοι. Η ποιήτρια συνδιαλέγεται με τις τραγικές ηρωίδες του μύθου, την «αγαπησιάρα» Αντιγόνη, τη μνησίκακη Κλυταιμνήστρα, την ελεήμονα Πενθεσίλεια. Συνδιαλέγεται επίσης με θεές, όπως η Αφροδίτη και η Κυβέλη, αλλά και με θεούς, προς τους οποίους εμφανίζεται ιδιαίτερα επιθετική, δηκτική ή και ειρωνική. Το ποίημα «Ειδική Προσφορά» (σελ. 38) μπορεί να θεωρηθεί ειρωνικό φεμινιστικό σχόλιο για τον Διόνυσο Ελευθερέα, το «θεό των δούλων και των γυναικών», που τον χαρακτηρίζει η Ελένη Ταγκαλάκη: «ο μπεκρής θεός με το κνούτο» (σελ. 38). Αλλά και ο διπρόσωπος θεός των Ρωμαίων, ο Ιανός, δεν ξεφεύγει από την καταστροφική ποιητική της μανία, αφού καλεί τους οπαδούς της να κλείσουν τους ναούς του (σελ. 48). Στο «Επίμετρο Ι» ηρωοποιεί την Καλλιπάτειρα, χρησιμοποιώντας ρυθμικούς απόηχους δεκαπεντασύλλαβου από τα δημοτικά μας τραγούδια, υμνεί τη γη της Μεσσηνίας, το Παραλίμνι-Δερύνεια, και την Αιγηίδα (με αναπαιστικό ρυθμό παρόδου αρχαίας τραγωδίας) (σελ. 75). Στο «Επίμετρο ΙΙ» υμνεί τα «παιδιά των Φωκαέων» που «με περίσσεια τόλμη» ίδρυσαν αποικίες «θάλασσες περνώντας / και κύματα πλατειά» (σελ. 79). Η ηρωική, επική ποίηση της Ελένης Ταγκαλάκη είναι μάλλον ατελέσφορη στον ελεύθερο στίχο. Ο Μεγαλοϊδεατισμός της συχνά εκπίπτει σε ιστορική ρητορεία (σελ. 71), ειδικά εκεί που με βαρύγδουπες φράσεις βαδίζει νοητικά την Εγνατία Οδό προς τη Βασιλεύουσα (σσ. 28-32). Δυστυχώς, το ύψος των ποιητικών της προθέσεων δεν αντιστοιχεί – κατά τη γνώμη μου – στο ύψος των ποιητικών της επιτευγμάτων.
Ποιητική αλληλογραφία
Άδωνις – Δημήτρης Άναλις, ΦΙΛΙΑ, ΧΡΟΝΟΣ και ΦΩΣ. Γράμματα στη Μεσόγειο, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, σ. 107, 10 ?.
– Ω ήλιε, γιατί σε απασχολεί τόσο πολύ η σκέψη του θανάτου;
Και ύστερα μου φαίνεται ότι ακούω την απάντηση:
– Γιατί ο έρωτας παραμένει η πρώτη μου έγνοια. (Άδωνις, σ. 11)
Η παγανιστική Μεσόγειος, με τις άπειρες παραλλαγές της ταφής και της ανάστασης του Άδωνι, πρωταγωνιστεί κι εμπνέει τους δύο φίλους επιστολογράφους: τον μεγάλο Άραβα ποιητή Άδωνι, που γεννήθηκε στη Συρία, έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στη Βηρυτό, και τώρα διαμένει μόνιμα πια στο Παρίσι, και τον γαλλόφωνο Έλληνα συγγραφέα με το όνομα Δημήτριος Τ. Άναλις, που είναι ποιητής και δοκιμιογράφος, και ειδικός σε θέματα γεωστρατηγικής και σε προβλήματα των μειονοτήτων και των Βαλκανίων.
Τα σπασμένα μέλη των αγαλμάτων, ο ήλιος και η κλειστή λίμνη της Μεσογείου, το αυστηρό τοπίο των Κυκλάδων, που μας διδάσκει την ελευθερία, οι μονοθεϊστικές θρησκείες και η επίδρασή τους στον τρόπο ζωής των λαών της Μεσογείου, η βαρβαρότητα του υλιστικού πολιτισμού που καταστρέφει τις ωραιότερες παραλίες με τουριστικά μεγαθήρια αμφιβόλου αισθητικής, και καθαριότητας (όπως γράφει – σσ. 61 κ.ε. – ο ποιητής Άδωνις για ένα άθλιο ξενοδοχείο στο Παλέρμο της Σικελίας, κοντά στο χωριό Έρυξ απʼ όπου πέρασε ο Οδυσσέας)… Αυτά είναι, σε γενικές γραμμές, τα θέματα που απασχολούν τους δύο ποιητές στις επιστολές που ανταλλάσσουν και επιλέγουν να δημοσιεύσουν σε αυτό το βιβλίο.
Καλλιέπεια, φράσεις αιχμηρές, κριτική οξύτητα, διακριτικές αναφορές στην ειδωλολατρεία, οργή για τη χυδαιότητα των ξενοδόχων και των πάσης φύσεως εκμεταλλευτών του φυσικού κάλλους των ακτών της Μεσογείου, ποιητικές ενοράσεις, και φιλοσοφικές παρατηρήσεις απρόσμενης πρωτοτυπίας είναι τα χαρακτηριστικά αυτού του «διαλόγου».
Κάθε γράμμα είναι ένας παράλληλος μονόλογος, που δεν απαντάει – παρά μόνο αραιά και πού – στο γράμμα του άλλου που προηγήθηκε. Όμως είναι ενδιαφέρουσα η «σύγκρουση» των δύο πολιτισμών, και κόσμων, παρά τις όποιες ομοιότητές τους. Όταν π.χ. ο Άραβας Άδωνις, παραπονιέται για τον καθολικό χριστιανικό ναό που έχτισαν οι Ισπανοί μέσα στο τζαμί της Κόρδοβα, ο Έλληνας επιλέγει να αγνοήσει την οργή και τα παράπονα του φίλου του, και να μην του αντιπαραθέσει ότι π.χ. η Αγιά-Σοφιά λειτούργησε για αιώνες σαν οθωμανικό τζαμί, κι ότι ακόμα δεν ξανάνοιξε η Θεολογική Σχολή της Χάλκης.
Το Φως, ως ορατό δώρο του Δημιουργού των Πάντων, και ως σύμβολο του πνευματικού ανέσπερου Φωτός είναι ένας από τους τρεις άξονες αυτού του βιβλίου. Οι άλλοι δύο είναι ο πανδαμάτωρ Χρόνος και η Φιλία, την οποία και οι δύο ποιητές θεωρούν ιερή. Γράφει ο Άδωνις: «στα δικά μου μάτια η φιλία τα ξεπλένει όλα, ακόμα και το σώμα του θανάτου». Αντίθετα, ο Άναλις φαίνεται λιγότερο ρομαντικός. Νοιάζεται περισσότερο για τους τόπους και τις κοινωνικές δομές μέσα στις οποίες εκπληρώνονται ή όχι οι ανθρώπινες επιθυμίες. Τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα όρια της ατομικής ελευθερίας. Γράφει: «Κατά βάθος βρισκόμαστε σε αναζήτηση ενός τόπου που να είναι για μας αληθινή κατοικία – οι πόλεις είναι στάσεις, διαλείμματα». Ο Έλληνας ποιητής είναι επίσης «λεξιλάγνος» και «γλωσσολάτρης». Γράφει: «Αγαπητέ Άδωνι, μερικά πρωινά ξυπνάω πολύ νωρίς με μία και μόνη επιθυμία: να ξαναδώ τις λέξεις με τις οποίες δούλεψα και έγραψα τις προηγούμενες μέρες. Δεν πρόκειται για εγκλεισμό μέσα σε πύργο ελέγχου αλλά για μέτρημα, όπως μετράμε τα πρόβατα πριν απʼ τον ύπνο ή τα κέρματα – να τις εξετάσω για να δω αν είναι κουρασμένες, πολύ φθαρμένες ή πολύ επιτηδευμένες, τέλος πάντων αν είναι σωστές, αν η θέση τους είναι η κατάλληλη» (σ. 67).
Ο Άραβας ποιητής με το όνομα το δανεισμένο από την αρχαία ελληνική μυθολογία, σέβεται απεριόριστα τον ελληνικό πολιτισμό. Γράφει στον Έλληνα φίλο του: «Αγαπητέ Δημήτρη, ανάμεσα σε μας του Άραβες και σʼ εσάς τους Έλληνες, υπάρχει μια φιλία αιώνων: η φιλία της Λογικής, της ανθρώπινης και οικουμενικής. Μερικοί Άραβες λοιπόν ύψωσαν κάποια από τα σύμβολά σας – τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Πυθαγόρα, για να αναφέρω μόνο μερικούς – στο επίπεδο θεϊκών σοφών, και μάλιστα των προφητών» (σ. 51).
Πρωτότυπες σκέψεις, ζωντάνια, εκφραστική ακρίβεια, ποιητική ενάργεια, συνθέτουν αυτό το διαλογικό τοπίο δύο φωνών από τις αντίπερα ακτές του Αιγαίου. Το βιβλίο διαβάζεται καλύτερα πάνω στο πλοίο ή στην παραλία κάτω από τον εκτυφλωτικό, και ταυτόχρονα, ζωοδότη ήλιο της Μεσογείου, τον Ήλιο που ύμνησαν οι ποιητές, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
«ΒΙΤΡΙΟΛΙΚΗ» ΔΡΑΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Γιάννης Γκιόκας, Νιρβάνα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σ. 31, ? 7,32.
«Μʼ αρέσει να γράφω ποιήματα / Το προτιμώ από τα χάπια» (σελ. 9).
Ο Γιάννης Γκιόκας γεννήθηκε στα Ιωάννινα τον Απρίλιο του 1986. Σπούδασε πληροφορική και μουσική, πιάνο και ανώτερα θεωρητικά. Ζει στην Αθήνα. Το 2006 κυκλοφόρησε από τις ίδιες εκδόσεις η πρώτη του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η φυγή».
Την ποίησή του διακρίνει μία «βιτριολική» δραματικότητα, και με αυτό θέλω να πω ότι είναι τόσος ο αυτοσαρκασμός, η ειρωνεία του και η ικανότητά του να αποστασιοποιείται από τον εαυτό του και να τον βλέπει «απʼ έξω», που οι δραματικοί μονόλογοι των περισσοτέρων ποιημάτων του αποκτούν μία απρόσμενη «παράλογη» θεατρικότητα.
«Κάνω παρέα με αγγελοκέφαλους καβαλάρηδες / Άγρια ρεμάλια και μυαλά σακατεμένα / Με λεπρούς που θέλουν χάδια / Και νεκρούς αλήτες / Που με σπρώχνουν στο χαμό μου / Μονάχα οι άγιοι έμειναν / Εδώ βουλιάζει το σύμπαν / Συνθλίβονται οι κόσμοι […]» (σσ. 19-20).
Αυτό του το ποιητικό ταλέντο αδικούν κάποιοι μελοδραματικοί τόνοι και κοινότοπες ρομαντικές εικόνες της σελήνης και των άστρων, που θολώνουν τη βίαιη αμεσότητα των στίχων του.
Ο ποιητής ξέρει να οδηγεί κάποια ποιήματά του στην ανατροπή του τέλους χρησιμοποιώντας συντακτικές αντιστροφές, όπως στο ποίημα «Δαίμονας» της σελ. 29, ή με λογικές αντιστροφές της πραγματικότητας σε όνειρο και τανάπαλιν, όπως στο ποίημα «Ο Γέρος και το Μπουκάλι» της σελ. 21, όπου φαίνεται να ενστερνίζεται την άποψη ότι «η ζωή είναι ένα όνειρο».
Η σκοτεινιά και το έρεβος που έλκουν – ερωτικά σχεδόν – την ψυχή του νεαρού ποιητή, η κατάληψη από πνεύματα νεκρών ποιητών ή από δαίμονες, αφορισμοί του είδους «Καλύτερα βασιλιάς στην κόλαση / Παρά δούλος στον παράδεισο» (σελ. 24), προοιωνίζουν – ίσως – τη γέννηση ενός ακόμα «καταραμένου ποιητή» στη νεοελληνική ποίηση. Ή μήπως πρόκειται απλώς για θεατρική ρητορεία και δραματικής οξύτητας λογικούς ακροβατισμούς; Αυτό θα το δούμε στις επόμενες ποιητικές συλλογές του Γιάννη Γκιόκα.














Αγαπητέ Κύριε Μίχο, εκτιμώ ιδιαίτερα το πνεύμα σας και θαυμάζω τη μαχητική σας διάθεση για την υπεράσπιση της ποίησης, ακόμα κι όταν διαφωνώ μαζί σας. Και τα τέσσερα βιβλία έχουν για μένα “κάτι”, αλλιώτικα δε θα θυσίαζα ένα μέρος από το χρόνο μου… Να είστε καλά και να γράφετε. Σας ευχαριστώ που με τιμήσατε με την επιλεκτική άρση της σιωπής σας. Το προτιμώ…
Εκ των έσω: Μετά την ανοιχτή πρόσκλησή μας για την αποστολή κριτικών κειμένων/παρουσιάσεων ποιητικών συλλογών, στο ηλεκτρονικό μας ταχυδρομείο αυξήθηκαν οι συνεργασίες με…τα δικά τους ποιήματα που στέλνουν οι αναγνώστες του Ποιείν.
Κατανοώ οτι για να παρουσιάσεις (και το ακόμη δυσκολότερο να κρίνεις) ένα βιβλίο είναι μια τέχνη (και μια επιστήμη) που ο δημιουργός δεν είναι υποχρεωμένος να κατέχει.
Είναι όμως υποχρεωμένος (και) να διαβάζει βιβλία, αν θέλει να λέγεται “δημιουργός”.
Η πρόσκλησή μας, λοιπόν, για την “Κρίση της ποίησης” σε ένα πρώτο στάδιο αποσκοπεί στο να μετατοπιστεί λίγο ο δημιουργός από τη θέση του, να δοκιμάσει μια άλλου είδους γραφή, να εκφράσει άποψη ακόμη και να (ανα) γνωρίσει τη γραφή του γράφοντας για άλλους.
Καθημερινά, στα σχόλια, εμφανίζεται κριτική διάθεση. Θα θέλαμε όμως να εμφανιστεί και επί ολοκληρωμένων συλλογών. Να ξεκινήσει ένας διάλογος επί της βιβλιογραφίας.
π.χ. Δεν μπορεί να μην έχει διαβάσει ακόμη κανένας έστω τα καινούρια “Εύρετρα” της Δημουλά… (η Μαντά ακόμη το φυσά και δεν κρυώνει…).
Για να δούμε…(δεν βγάζουμε βεβαίως την ουρά μας απέξω).
«Καλύτερα βασιλιάς στην κόλαση / Παρά δούλος στον παράδεισο»
Πριν από τον κ. Γκιόκα, ένας άλλος ποιητής είχε πει…διά στόματος νεκρού Αχιλλέως:
“Δυσσέα, για το θάνατο μη με παρηγορήσεις.
Θα ‘θελα να μαι χωρικός και να ξενοδουλεύω
σε αφέντη δίχως κτήματα, που ‘ναι το βιος του λίγο,
παρά να βασιλεύω εδώ στους πεθαμένους όλους.”
Ρε τον καταραμένο Όμηρο…
(από το λ της Οδύσσειας (Νέκυια) στ. 494-497, μετάφραση Ζήσιμου Σιδέρη)
Αναλυτικότερα:
Την προφανή ποιητική ρητορεία του νέου ποιητή κοιτάξτε πώς “την αδειάζει”μαγικά ο “παλαιός” Όμηρος με λόγια γεμάτα σημασία:ο πρώτος λέει “καλύτερα βασιλιάς στην κόλαση παρά δούλος στον Παράδεισο” κι ο δεύτερος βάζει στα χείλη του νεκρού Αχιλλέα-που ζωντανός ήταν βασιλιάς-το λόγο: καλύτερα δούλος στη γη και ζωντανός παρά εδω στον Άδη, βασιλιάς και νεκρός.
Για κοίτα ρε παιδί μου πώς ντριπλάρει και βάζει ακόμη γκολ ένας σκελετός …
1. Άγρια ρεμάλια και μυαλά σακατεμένα
2. Με λεπρούς που θέλουν χάδια
3. Που με σπρώχνουν στο χαμό μου
Από το “Η αγάπη είναι ένας σκύλος από την κόλαση” των Διαφανων Κρίνων -και του Μπουκόφσκι βέβαια-.
Θέλω να πιστεύω πως στο βιβλίο του κυρίου Γκιοκα υπάρχει η σημείωση.
Να ρωτήσω και γω ο καημένος που αδημονώ, υπάρχει κανείς λογοτεχνικός κριτικός στις εφημερίδες που είναι αυθεντία; κι αν ναι ποιοι τον λαμβάνουν σοβαρά υπόψιν απ’ το απαίδευτο, ταλανιζόμενο κοινό; Υπάρχουν κριτήρια;
Ο κ.Μπούρας έτσι πως γράφει στην Ελευθεροτυπία, έτσι γράφει κι εδώ. Συγκρατημένα και υποκειμενικά υπεύθυνα. Εγώ πάντως δεν θα αγοράσω κανένα απ’ τα 4 βιβλία που έκρινε.
Κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν υπάρχουν αυθεντίες. Είμαστε όλοι ταπεινοί, καλοπροαίρετοι αναγνώστες (ελπίζω και πιστεύω). Τώρα, ένας που έχει διαβάσει 5.000 βιβλία κι ένας που έχει διαβάσει 5 (!!!) προφανώς δεν έχουν ασκήσει τον κριτικό μυ, κι ως εκ τούτου οι κριτικές τους επιδόσεις δεν είναι οι ίδιες. Κι αν στην Ελλάδα ισχύει το “είσαι ό,τι δηλώσεις”, πιστεύω ακράδαντα ότι οι άνθρωποι που διαβάζουν ΚΑΙ γράφουν ποίηση δεν τρώνε κουτόχορτο, και ξέρουν να διαβάζουν το μετα-κείμενο όπως σωστά επισημαίνει ο Κύριος Μίχος. Όσο για το καίριο σχόλιο του ποιητή Σπύρου Αραβανή, όλοι οι έλληνες έχουμε ταλέντο στο να γράφουμε ποίηση. Η πεθερά μου έγραφε υπέροχα στιχάκια σε ένα μπλε τετράδιο με άσπρη ετικέτα. Πόσοι όμως από εμάς που γράφουμε σκύβουμε με πραγματικό ενδιαφέρον πάνω από την ποιητική συλλογή ενός άλλου; Και πόσες ποιητικές συλλογές διαβάσαμε πέρυσι; Βεβαίως, όλοι δικαιούμαστε να κρίνουμε και να αρθρώνουμε κριτικό λόγο. Το ίδιο και οι αναγνώστες των δοκιμίων μας. Παλιά υπήρχε ο δημοσιογράφος Κώστας Σταματίου που έγραφε για ΚΑΘΕ συλλογή ποιημάτων που εκδιδόταν κάπου στην ελληνική επικράτεια 3, 5 ή 10 εύστοχες γραμμές. Ξέρετε κάποιον σήμερα που να τον αντικατέστησε επιτυχώς; Αν ναι, ενημερώστε με και μένα. Σας εύχομαι καληνύχτα και όνειρα ποιητικά. Σας ευχαριστώ από καρδιάς για τα σχόλιά σας και για τον δημιουργικό μας διάλογο. Ο κόσμος μας (πιστεύω κι ελπίζω) θ’ αλλάξει όταν απαγγέλουμε τους στίχους των άλλων.
http://www.vahidnab.com/eles.pdf
ειδικά το perfect critic.
http://www.poiein.gr/archives/444/index.html
Ο καλύτερος τρόπος για να κάνεις εχθρούς είναι να ασχοληθείς με την κριτική…Οι καλύτερες των προθέσεων παρεξηγούνται…(κάτι ξέρω κι εγώ)…Γι’ αυτό επιμένουμε να αναζητούμε τον κριτικό λόγο και θα εκτεθούμε βεβαίως και σε πρώτο πλάνο…(έτσι κι αλλιώς το κάνουμε, για να μείνουμε στον συγκεκριμένο χώρο, με τα ποιητικά της κάθε χρονιάς-παρόλο που λέω του Αραβανή “απελθέτω από εμού το ποτήριον τούτο” εκείνος επιμένει να το καταπιώ όλο…),
http://www.poiein.gr/archives/3820/index.html
για παράδειγμα…και πως από τους κρινόμενους κανείς δεν μπορεί να περιμένει τίποτα!
Αν το βιβλικό ρητό αναφέρει: ” Μην κρίνεις για να μην κριθείς”, στην σκέψη υπάρχει μόνο το αντίθετό του: “Κρίνε για να κριθείς”.
Η μόνη μου ένσταση είναι πως όσο καχύποπτος παρουσιάζομαι απέναντι σε αυτούς που έχουν διαβάσει μόνο το τελευταίο τεύχος του Playboy, άλλο τόσο καχύποπτος είμαι απέναντι στους επαγγελματίες του είδους…
ΥΓ
Κώστα ο Έλιοτ είναι ΤΕΛΕΙΩΣ λάθος…
Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να συζητήσουμε και για την κριτική της κριτικής.
Γιώργο είσαι υπερβολικός μ’ αυτό το ΤΕΛΕΙΩΣ. Ο Έλιοτ ακολούθησε τη στροφή των “γλωσσολογικών κύκλων” προσπαθώντας να εμβαθύνει στο ίδιο το κείμενο αγνοώντας τον συγγραφέα (πρόδρομος της New Critisism κλπ.). Απ’ αυτήν τη στροφή φτάνουμε βέβαια στον στρουκτουραλισμό κι ύστερα στην αποδόμηση, που κάπως το ξεφτίλισαν το πράγμα, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρόσφεραν.
Kαλά τα λέτε Σενιόρ Μίχο αλλά πρέπει κάποτε να σταματήσουμε να μιλάμε γενικά και να συζητάμε και για ονόματα (δεν είναι κακό). Μικρούλα η αγορά μας, μετρημένες οι εφημερίδες με τα “καλλιτεχνικά”, 5-6 οι “σπουδαίοι” κριτικοί μας.
Το λέω γιατί στο μπλογκ του Φώντα του Τρούσσα (αρχισυντάχτη του τζαζ@τζαζ), που μέχρι πρότινος ήταν ένα λιμάνι που άραζαν οι πολυταξιδεμένοι, ξέσπασαν ξαφνικά φουρτούνες επειδή ο άνθρωπος τόλμησε να θίξει κάποια κείμενα στην Ελευθεροτυπία. Με στοιχεία κι αποδείξεις, ενώ οι “αγανακτισμένοι” επικαλούνταν μόνο το “βάρος” των προσωπικοτήτων.
‘Οχι άλλες προσωπικότητες!
Εγώ πάλι τα βλέπω τα πράγματα ως αποτέλεσμα κάτι μέτριων μισθών στην καλύτερη και κάτι χαρτζηλικιών. Πολύ προχειρότητα. Και πολύ κουτσομπολιό σε συνδυασμό με μεγάλη ανασφάλεια και άγνοια. Μικρούλα η αγορά μας και τώρα με την κρίση…ποιος ασχολείται 🙂
Walter Benjamin
H τεχνική του κριτικού σε δεκατρεις θέσεις
1.Ο κριτικός είναι στρατηγός στη μάχη της λογοτεχνίας.
2.Όποιος δεν μπορεί να λάβει θέση να σωπαίνει.
3.Ο κριτικός δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτόν που ερμηνεύει την τέχνη περασμένων εποχών.
4.Η κριτική πρέπει να μιλάει τη γλώσσα των δεξιοτεχνών. Γιατί οι έννοιες του λογοτεχνικού cenacle (Oμίλου) είναι συνθήματα. Και μόνο μες τα συνθήματα ηχούν οι κραυγές της μάχης.
5.Η “αντικειμενικότητα” πρέπει πάντα να θυσιάζεται στη μεροληψία όταν το ζήτημα για το οποίο δίνεται η μάχη το αξίζει.
6.Η κριτική είναι θέμα ήθους.Αν ο Γκαίτε παραγνώρισε τον Χέντερλιν και τον Κλάιστ, τον Μπετόβεν και τον Πάουλ, αυτό δεν αφορα την καλλιτεχνική του αντίληψη, αλλά το ήθος του.
7.Για τον κριτικό ανώτερη αρχή είναι οι συνάδελφοί του. Όχι το κοινό. Ακόμη λιγότερο οι επερχόμενες γενεές.
8.Οι επερχόμενες γενεές λησμονούν οι δικάζουν. Μόνον ο κριτικός δικάζει με τον συγγραφέα παρόντα.
9.Πολεμική σημαίνει το να καταστρέψεις ένα βιβλίο με λίγες φράσεις του.Όσο λιγότερο το’ χεις μελετήσει τόσο το καλύτερο.Μόνον όποιος μπορεί να καταστρέφει μπορεί να κριτικάρει.
10.Η γνήσια πολεμική ασχολείται μ’ ένα βιβλίο με αγάπη τόση όση νιώθει ένας κανίβαλος όταν κομματιάζει ένα βρέφος για να το φάει.
11.Ο ενθουσιασμός για την τέχνη είναι ξένος στον κριτικό. Το έργο τέχνης είναι στο χέρι του όπλο γυμνό στη μάχη των πνευμάτων.
12.Η τέχνη του κριτικού in nuce (με λίγα λόγια): να διατυπώνει συνθήματα, χωρίς να προδίδει τις ιδέες. Τα συνθήματα μιας ανεπαρκούς κριτικής ξεπουλάνε τη σκέψη στη μόδα.
13.Στο κοινό πρέπει ν’ αποδίδεται μονίμως άδικο, κι όμως αυτό να νιώθει πάντα ότι ο κριτικός το εκπροσωπει.
Διόρθωση
8)Οι επερχόμενες γενεές λησμονούν ή ΔΟΞΑΖΟΥΝ. Μόνον ο κριτικός δικάζει με τον συγγραφέα παρόντα
Αν κάποιος αισθάνεται ότι αλλάζει γνώμη για ένα ποίημα εξ αιτίας της κριτικής που διάβασε, καλύτερα να αρχίσει να διαβάζει περισσότερη ποίηση.
Αν όχι μπορεί άνετα να συνεχίζει να διαβάζει ποίηση.
Οι ευθυκρισίες δείχνουν ειλικρίνεια πρόθεσης και αποκαλύπτουν την ικανότητα αυτού που τις εκφέρει. Χρήσιμες μόνο στο βαθμό που αντέχουν μόνες τους παράγοντας λόγο.
Η κριτική που συναρτάται με την αξιολόγηση είναι εκ των πραγμάτων άσχετη με την ποίηση, την κατʼ εξοχή αν-ορθολογική και χαοτική εγκεφαλική λειτουργία. Καθόλου τυχαίο ότι η κρίσεις άξιων και έμπειρων με το χώρο καταλήγουν είτε σε φανφαρώδεις ανοησίες (με πλέον πρόσφατη τη θέση Μάνου Ελευθερίου για τον Καββαδία) είτε σε ανούσιες «τροπο»λογίες .
Τη μόνη κριτική που δέχομαι είναι αυτή που δεν είμαι σε θέση να ασκήσω (φυσικός γαρ) και αφορά τη μετά από πολύ καιρό φιλολογική αξιολόγηση του έργου του ποιητή πάνω στη γλώσσα που άφησε. Μόνο που αυτή η κριτική είναι (και πρέπει να είναι) αδιάφορη για τον ποιητή. Αυτός γράφει για να εκφραστεί και να καταφέρει, η ποίησή του, να διατρέξει τον αναγνώστη και όχι για να αλλάξει τη γραμματική.
Η γοητεία βέβαια του να επηρεασμού των πραγμάτων και της άσκησης εξ-ουσίας γλυκιά…
*οι κρίσεις αξιών
[είπαμε να γελάσουμε όχι να ξεκαρδιστούμε κιόλας
🙂 ]
[Η πρώτη γραμμή δε διατυπώθηκε σωστά και αφήνει κακώς ένα θετικό πρόσημο. Είναι λάθος είτε να προσπαθείς είτε να επιτρέπεις να σε επηρεάζει η κριτική.
Μόνο αυτό που αισθάνθηκες είναι το σωστό.
Με την προσωπική τριβή θα μάθεις να σε αγγίζουν περισσότερα και σε αυτό δε μπαίνουν αξιολογικά κριτήρια άσχετα με σένα και το ποίημα.]
Νομίζω πως το έχω ξαναγράψει στο ”ποιείν”: μπορώ να φαντασθώ ποίηση χωρίς κριτικούς, δεν μπορώ χωρίς ποιητές…
Για να γίνω ακόμη πιο ξεκάθαρος, δεν προσπαθώ να προσδώσω στην κάθε ποιητική προσπάθεια μια a priori κοινωνική αξία, ούτε και θα με ενδιέφερε κάτι τέτοιο. Κάθε δημιουργική προσπάθεια, είτε δια της γραφής είτε δια οποιοσδήποτε άλλου μέσου, ενέχει την αυταξία της προσωπικής έκφρασης και άρα συνεισφέρει καταλυτικά στην δημιουργία ενός προσώπου…
Για να το κάνω και φραγγοδίφραγκα, όταν προσπαθούμε να δημιουργήσουμε, δια μέσου αυτής της προσπάθειας, δημιουργούμε την προσωπικότητά μας.
Η κριτική, ακόμη κι η πιο αξιόπιστη, και η πιο καλοπροαίρετη, ακόμη κι η πιο ιδιοφυής και γόνιμη, δεν παύει να είναι μια κατώτερη (σαν έκφραση τελείωσης ενός προσώπου) δημιουργικά πράξη.
Ενώ στην κάθε προσωπική προσπάθεια έκφρασης το διακύβευμα είναι μια (έστω και ατελής, έστω και απελπισμένη) προσπάθεια δημιουργίας και επικοινωνίας, ακόμη και στην πιο επιτυχημένη και καίρια κριτική υπάρχει εξαρχής μια τετελλεσμένη πράξη απαξίας.
Ακόμη κι αν η κριτική είναι ενθουσιωδώς ευνοική και παράφορα θετική, εξακολουθεί να αγνοεί και την επικοινωνία και την έκφραση. Επικεντρώνεται στο κρινόμενο δημιουργικό σώμα με εκπεφρασμένη την θέλησή της να αντιμετωπίσει τη δημιουργία ως κάτι που επιδέχεται αξιακά-προκρούστεια μέτρα και δεν καταδέχεται απλά να διαβάσει ως όφειλε…
ΥΓ
Γιώργο, συμφωνώ μέχρι οξείας με όσα γράφεις.
Κώστα, ο Μπένγιαμιν (Μπένζαμιν προφέρεται) ήταν ένας αποτυχημένος δημιουργός κι ένας αρκετά ταλαντούχος στοχαστής. Το τελευταίο δεν τον αθωώνει για το πρώτο…
Κύριε Μίχο, και το εννοώ, απέχω πολύ από το να σας κατηγορήσω για κάτι. Ίσα ίσα χαίρομαι πραγματικά όποτε μου δίνεται η ευκαιρία να τα λέμε έστω και μόνο από δω. Θα ήθελα πάρα πολύ να διάβαζα τις απόψεις σας για τον Καλντερόν και τον Μπόρχες. Σαν ισπανόφωνος έχετε πλεονέκτημα. Ειδικά θα ήθελα να μιλούσατε λίγο για τον καθρέφτη και τον ρόλο που παίζει στη μυθολογία τους…
Γιώργο τόσα χρόνια Μπέντζαμιν τον έλεγα και όλοι με διορθώνανε. Στα μεταφρασμένα βιβλία εδώ Μπένγιαμιν τον μεταφράζουν κι έτσι το άλλαξα. Φυσικά δεν μας πολυενδιαφέρει τέτοια λεπτομέρεια. Ο ίδιος δεν νομίζω να χε βλέψεις ως δημιουργός απ’ όσα ξέρω.
Κατά τ’ άλλα δεν πρέπει ν’ αθωώνουμε την ποίηση στ’ όνομα της δημιουργίας και της επικοινωνίας.
“Εξήντα χρόνια μετά, έχουμε πενθήσει αρκετά το γεγονός, ότι ο λόγος διαλύεται μέσα στην ασημαντότητα της ισότητας των λόγων, και πως από το ένα στο επόμενο σημαντικό μεσολαβεί ένας όγκος λόγων σκουπιδιών που συνεχώς αυξάνει”. Μεγάλη κουβέντα.
Δεν κρατιέμαι και θα αντιγράψω πάλι κάτι από Μπένγιαμιν.
“Ο όχλος διακατέχεται απέναντι στην πνευματική ζωή από το ξέφρενο εκείνο μίσος που βρήκε στην καταμέτρηση των κορμιών το πιο σίγουρο μέσο για να την καταργήσει. Όπου τους δωθεί η ευκαιρία στήνονται με τάξη στην σειρά, συνωστίζονται για τα μαζικά πυρά και για τις αυξημένες τιμές των εμπορευμάτων. Κανείς δεν βλέπει πέρα απ’ την πλάτη του μπροστινού του, και καθένας υπερηφανεύεται που έτσι θεωρείται υπόδειγμα για τον επόμενο. Αυτό στο πεδίο μάχης έχουν βαλθεί να το κάνουν οι άνδρες εδώ και αιώνες, όμως είναι οι γυναίκες εκείνες που έχουν εφεύρει την παρέλαση της φτώχειας, το στήσιμό στην ουρά.” έγραφε στο Βερολίνο το 1928
κι ένα τελευταίο
“Όταν μου έστειλε το νέο του βιβλίο ένας φίλος εκλεκτός, καλλιεργημένος, κομψός, συνέλαβα τον εαυτό μου, καθώς ετοιμαζόμουν να το ανοίξω, να φτιάχνω τη γραβάτα μου”.
http://www.marxists.org/reference/subject/philosophy/works/ge/benjamin.htm
“Even the most perfect reproduction of a work of art is lacking in one element: its presence in time and space, its unique existence at the place where it happens to be.” (Preface, part II, first line).
Κώστα, σκέψου λίγο πως ο ίδιος ο Μπένζαμιν αυτοαναιρείται στην συγκεκριμμένη παραπομπή…
Μια (αναγκαία) υποσημείωση: η μάζα έχει πάντα άδικο και το άτομο πάντα δίκιο, αλλά την ίδια στιγμή, ο δημιουργός (ακόμη κι ο πιο αίσχιστος) έχει πάντα δίκιο και ο (κάθε) κριτικός άδικο…
Ακόμη κι αν αυτό το σύμπαν (και συνεπακόλουθα κι η ζωή μας μέσα του) είναι εντελώς δίχως νόημα, μία οδός υπάρχει, αυτή της (ατέρμονης) προσπάθειας αυτοδημιουργίας…
Ακόμη κι αν τα ζάρια είναι πειραγμένα, πρέπει να τα ρίξουμε, ακόμη κι αν η τράπουλα είναι σημαδεμένη πρέπει να παίξουμε. Ο λόγος είναι εξαιρετικά απλός: δεν έχουμε άλλη επιλογή…
ΥΓ
Ο Μπένζαμιν είχε επανελλειμένα προσπαθήσει να γράψει θέατρο…Προς μεγάλη απογοήτευσή του, δεν τα κατάφερε τόσο καλά όσο ο φίλος του Μπέρτολ Μπρεχτ…
Ο Adorno, ήταν μετριότατος οργανοπαίχτης και ποτέ του δεν έγραψε έστω και μία αυθεντική μουσική φράση…
Δεν αντιλέγω. Η γοητεία του Μπέν(γ,ζ)ιαμιν υπάρχει στο γεγονός πως ήταν ένας περιπλανώμενος. Η διαλεκτική του βλέπειν. Κι απ’ τους δύο πόλους έλξης, τη Σιών και το Κουμουνιστικό Κόμμα, μεταξύ των οποίων ακροβατούσε, επέστρεφε σαν μπούμεραγκ στον εαυτό του. Ή σκέψη του είναι αμφισήμαντη, αλλά μ’ αρέσει που είναι ποιητική και πρωτότυπη. Όλη η Σχολή της Φραγκφούρτης επηρρεάστηκε απ’ αυτόν (Φιλοσοφία της γλώσσας, Θέσεις πάνω στην έννοια της Ιστορίας, Το έργο τέχνης την εποχή της τεχνικής του αναπαραγωγιμότητας, με μελέτες για λογοτέχνες, μεταφράσεις κλπ.). Ο Μπρεχτ τον θεωρούσε συγγραφέα προφητικό.
Πάντως έχεις δίκιο για τους φιλόσοφους που αποπειρώνται να κάνουν τέχνη. Κάτι δεν τους πάει καλά, μάλλον γιατί η φιλοσοφία τους “καπελώνει”. Αλλά οι περισσότεροι λατρεύουν την Ποίηση. Γιατί άραγε;
Γιατί η Ποίηση προυπήρξε της Φιλοσοφίας και θα επιβιώσει αυτής…
Γιατί πρώτα έρχεται ο Λόγος ως Έκφραση και μετά ο Λόγος ως εξήγηση…
Γιατί η κατανόηση πρώτα γίνεται Δημιουργία και μετά Σύστημα…
Γιατί πάντα ο Όμηρος θα είναι η Μήτρα του Πλάτωνα κι όχι το αντίθετο…
Γιατί η Ποίηση μας περικλείει σαν αρχέγονη Μητέρα, ενώ η Φιλοσοφία μας περιορίζει σαν αρχέγονος Πατέρας…
Καλό βράδυ Κώστα.
Συμφωνώ απόλυτα με τον Κύριο Γιώργο Πατιό. Η Ποίηση εμπεριέχει τα μαθηματικά τη φυσική τη φιλοσοφία, ακόμα και την ιατρική, αφού δια της μουσικής θεραπεύει κάθε δυσαρμονία. Κάθε προσπάθειά μας να μιλήσουμε για την Ποίηση είναι μια διαμεσολαβητική πράξη, και ως τέτοια έχει περιορισμένη αξία. Στο βαθμό που φωτίζει το έργο του ποιητή και τον βοηθά να βελτιώσει τα εκφραστικά του μέσα ή να ενισχύσει την όποια προσπάθεια αυτογνωσίας του, είναι επιθυμητή. Στο βαθμό που εισαγάγει τον αναγνώστη σε ένα άγνωστό του ποιητικό σύμπαν είναι πολύτιμη. Γι’ αυτό επιμένω στην προβολή “άγνωστων” (στο πλατύ κοινό) ποιητών. Επίσης θα ήθελα να προσθέσω κάτι: η ποίηση είναι συλλογικό επίτευγμα του ανθρωπίνου είδους. Είτε υπήρχε ο Όμηρος είτε όχι, είτε τον έλεγαν Ευρύαλο, Ίφυτο ή Ιεροκλή, το έργο του φωτίζει πτυχές της Πανανθρώπινης Ψυχής. Ας αφήσουμε λοιπόν τα μίση και τις αντιπαλότητες κι ας προτιμήσουμε να είμαστε οι τελευταίοι στον παράδεισο κι όχι οι πρώτοι στην Κόλαση. Ο διάλογος και οι αντιπαραθέσεις έχουν αξία μόνο όταν βελτιώνουν το έργο μας ως ποιητών και ενισχύουν τις ικανότητές μας ως αναγνωστών. Όλα τα άλλα ανήκουν στον άνθρωπο των σπηλαίων και στην ανασφάλειά του να επιβιώσει επικρατώντας πάνω σε ο,τιδήποτε είναι έξω από τη σφαίρα επιρροής του. Γι’ αυτό αγαπητοί εν Ποιήσει συνάδελφοι σας ευχαριστώ για τον διάλογο που προέκυψε με αφορμή τα πενιχρά γραπτά μου. Καλημέρα σε όλους.
ARS POETICA
Πάντοτε προσέβλεπα σε μια φόρμα πιο ανοιχτή
ελεύθερη από τα δεσμά της ποίησης ή της πεζογραφίας,
που θα μας άφηνε να κατανοούμε ο ένας τον άλλον χωρίς να εκθέτει
τον συγγραφέα ή τον αναγνώστη σε υπέρτατες αγωνίες.
Στην ίδια την ουσία της ποίησης υπάρχει κάτι το απρεπές:
φανερώνονται πράγματα που δεν ξέραμε ότι κρύβαμε μέσα μας,
γι’ αυτό ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα, σαν να είχε ξεπηδήσει ένας τίγρης
και στεκόταν μπροστά μας στο φως, τινάζοντας την ουρά του.
Σωστά λένε λοιπόν πως η ποίηση υπαγορεύεται από ένα δαιμόνιο,
αν και θά ‘ταν υπερβολή να το χαρακτηρίσει κανείς αγγελικό.
Είναι δύσκολο να μαντέψεις πού οφείλεται η υπεροψία των ποιητών,
όταν τόσο συχνά ντροπιάζονται με την αποκάλυψη της αδυναμίας τους.
Ποιος άνθρωπος λογικός θα ήθελε να είναι ένας τόπος δαιμόνων,
που ζούνε εντός του ανέμελα, μιλούνε διάφορες γλώσσες,
του κλέβουν τα χείλια ή το χέρι και δεν χορταίνουν
αλλά ζητούν και τη μοίρα του να αλλάξουνε για το δικό τους κέφι;
Είναι αλήθεια πως ό,τι το νοσηρό περνιέται τώρα για σπουδαίο,
κι ίσως νομίζετε πως εγώ απλώς αστειεύομαι
ή πως επινόησα ένα ακόμα τρόπο
για να εξυμνήσω την Τέχνη με τη συνδρομή της ειρωνείας.
Υπήρχε κάποτε εποχή που μόνο τα σοφά διαβάζονταν βιβλία,
βοηθώντας μας να αντέξουμε τον πόνο και τη δυστυχία.
Όμως αυτό δεν είναι, φυσικά, το ίδιο
με το ξεφύλλισμα χιλιάδων έργων που μόλις βγήκαν από τα ψυχιατρεία.
Κι όμως ο κόσμος δεν είναι έτσι όπως φαίνεται
κι εμείς δεν είμαστε όπως νομίζουμε στο παραλήρημά μας.
Οι άνθρωποι κρατούν σιωπηλά την ακεραιότητα τους
έτσι κερδίζοντας το σεβασμό των συγγενών τους και των γειτόνων.
Ο σκοπός της ποίησης είναι να μας θυμίζει
πόσο δύσκολο είναι να παραμείνει κανείς ο εαυτός του,
γιατί το σπίτι μας είναι ανοιχτό, δεν υπάρχουν κλειδιά στις πόρτες,
και επισκέπτες αόρατοι μπαίνουν και βγαίνουν ελεύθερα.
Αυτά που λέω δεν είναι ποίηση, συμφωνώ,
γιατί τα ποιήματα πρέπει να γράφονται σπάνια και δίχως ευκολία,
κάτω από αφόρητη πίεση και μόνο με την ελπίδα
ότι πνεύματα αγαθά, όχι κακά, μας διάλεξαν για όργανό τους.
(από τη συλλογή City Without a Name, 1969)
(Τσέσλαβ Μίλος, Ποιήματα, μετ. Αντ. Μακρυδημήτρης, εκδ. Γαβριηλίδης, 2005)
“Έχω την αίσθηση ότι ο καθρέφτης του Μπόρχες είναι η απειλητική εκείνη επιφάνεια όπου γίνεται το πέρασμα από το ένα στο δύο με τη διπλή κίνηση να μετατρέπονται ταυτοχρόνως σε ιλουσιόνες και το αντικείμενο και το είδωλό του…”
Συμμερίζομαι αυτή την προσωπική σας αίσθηση, κύριε Μίχο – συνιστά, βεβαίως, κοινοτοπία (την οποία, ωστόσο, κάθε σωστός κριτικός δεν ξεχνά να παρουσιάσει ως προσωπική του συμβολή στην μπορχεσιανή κριτική). Επιτρέψτε μου να συμπληρώσω ότι ο καθρέφτης στον Μπόρχες είναι το ίδιο αποκρουστικός με την τεκνοποίηση, (καθώς και οι δυο “πολλαπλασιάζουν την ανθρωπότητα”), όπως αποκρουστική παρουσιάζεται η πράξη κάποιων σχισματικών που “αντικατέστησαν το Θεό με έναν καθρέφτη” (Οι Θεολόγοι). Αλλά συναντάμε εμμέσως την έννοια του καθρέφτη και στον επίλογο του El Hacedor, όπου ο Μπόρχες προτείνει την ιδέα ότι η δημιουργία (συμπεριλαμβανομένης της λογοτεχνικής) καταλήγει στην απεικόνιση του προσώπου του δημιουργού.
Έχω την αίσθηση (γνωρίζοντας, ασφαλώς, ότι κι αυτό αποτελεί κοινοτοπία) ότι ο καθρέφτης στον Μπόρχες είναι το μέσο που μεταχειρίζεται ένας άνθρωπος για να θεμελιώσει την ύπαρξή του, μαρτυρώντας τη σε κάτι έξω από τον εαυτό του. Κι όταν αυτό δεν υπάρχει, τότε το να σταθείς μπροστά στον καθρέφτη, δημιουργώντας εκείνη τη στιγμή το είδωλό σου, γίνεται από μόνο του μια πράξη αιφνίδιας και άμεσης δημιουργίας, στην οποία δεν έχει θέση ο κριτικός.
Ο Πατιός στο 34 έδωσε ρέστα! Σωστός και πάλι!