ΜΕ ΦΟΝΤΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Δημήτρης Παλάζης, Το κόκκινο βιβλίο, ποιήματα, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σ. 63, ? 9,41.

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ.
Θυμάμαι τον αξιωματικό καθισμένο στη βεράντα με το χέρι αφημένο στο πλάι κι απέναντί του τις δυο γυναίκες. Ανάμεσά τους το φόντο της Ακρόπολης. Η ατμόσφαιρα νωχελική, υπνωτική. Το κόκκινο βιβλίο ήταν στο χέρι του. Το χρώμα του μου κίνησε το ενδιαφέρον. Άκουσα πως έτσι συμβολίζουν την ποίηση… Δημήτρης Παλάζης (σελ. 7).
Ο ποιητής εμπνέεται το προλογικό του κείμενο από τον πίνακα του Ιάκωβου Ρίζου «Στην Ταράτσα» («Η Αθηναϊκή βραδιά» 1897, ελαιογραφία). Αυτή η σημείωση δίνει και το ποιητικό του στίγμα. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα «νωχελική, υπνωτική». Η αρχαία Ελλάδα συναντάει τη νέα με συνδετικό κρίκο το χριστιανισμό του Αποστόλου Παύλου. Σουρεαλισμός, μισοσβησμένα ονειρικά τοπία, αυτόνομες στροφές που αρθρώνονται σε ένα χαλαρό μεταμοντέρνο ψηφιδωτό, κι ενίοτε σπαρακτικές κραυγές πνευμάτων που δε βρίσκουν τη θέση τους και βολοδέρνουν ανάμεσα στον Πάνω Κόσμο και στον Κάτω. Όμως η ευγένεια και η μουσική απόσταση από τα πράγματα υπερβαίνουν το όποιο έρεβος πάει να εμφανιστεί: «Χάρος στη γλώσσα των πουλιών / είνʼ ένας άγγελος / που μετακινεί τους καθρέφτες / –ο αντικαθρεπτιστής – / χτυπώντας στις φτερούγες του / τις φωνές της παραίσθησης» (σελ. 38).

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΡΩΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ελένη Ταγκαλάκη, Καλλιπάτειρα ή Τα Ελληνικά, απόδοση ποιημάτων στη γαλλική γλώσσα: Renée Jacquin, επιμέλεια βιβλίου: Τάσος Ταγκαλάκης, εκδόσεις Αρμός, σ. 85, ? 7,50.

Η Ελένη Ταγκαλάκη είναι πρόεδρος της Ένωσης «Connaissance Hellénique» στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της Aix-en-Provence, αρχισυντάκτρια του περιοδικού «Ο ΛΥΧΝΟΣ» και μεταφράστρια νεοελληνικών κειμένων στη γαλλική γλώσσα. Η αγάπη της για την Ελλάδα υπερχειλίζει και πέρα από τη γραφή της σε ραδιοφωνικές εκπομπές στη Μασσαλία και σε συνέδρια στους Δελφούς και στη Γαλλία. Επηρεασμένη από σπουδαίους ποιητές και λογοτέχνες (Ελύτης, Μαλλαρμέ, Καζαντζάκης, Καμύ) εμπνέεται στίχους ή και ολόκληρα ποιήματα από αποσπάσματα των έργων τους. Τα περισσότερα ποιήματά της μπορούν να αναγνωσθούν ως δραματικοί μονόλογοι. Η ποιήτρια συνδιαλέγεται με τις τραγικές ηρωίδες του μύθου, την «αγαπησιάρα» Αντιγόνη, τη μνησίκακη Κλυταιμνήστρα, την ελεήμονα Πενθεσίλεια. Συνδιαλέγεται επίσης με θεές, όπως η Αφροδίτη και η Κυβέλη, αλλά και με θεούς, προς τους οποίους εμφανίζεται ιδιαίτερα επιθετική, δηκτική ή και ειρωνική. Το ποίημα «Ειδική Προσφορά» (σελ. 38) μπορεί να θεωρηθεί ειρωνικό φεμινιστικό σχόλιο για τον Διόνυσο Ελευθερέα, το «θεό των δούλων και των γυναικών», που τον χαρακτηρίζει η Ελένη Ταγκαλάκη: «ο μπεκρής θεός με το κνούτο» (σελ. 38). Αλλά και ο διπρόσωπος θεός των Ρωμαίων, ο Ιανός, δεν ξεφεύγει από την καταστροφική ποιητική της μανία, αφού καλεί τους οπαδούς της να κλείσουν τους ναούς του (σελ. 48). Στο «Επίμετρο Ι» ηρωοποιεί την Καλλιπάτειρα, χρησιμοποιώντας ρυθμικούς απόηχους δεκαπεντασύλλαβου από τα δημοτικά μας τραγούδια, υμνεί τη γη της Μεσσηνίας, το Παραλίμνι-Δερύνεια, και την Αιγηίδα (με αναπαιστικό ρυθμό παρόδου αρχαίας τραγωδίας) (σελ. 75). Στο «Επίμετρο ΙΙ» υμνεί τα «παιδιά των Φωκαέων» που «με περίσσεια τόλμη» ίδρυσαν αποικίες «θάλασσες περνώντας / και κύματα πλατειά» (σελ. 79). Η ηρωική, επική ποίηση της Ελένης Ταγκαλάκη είναι μάλλον ατελέσφορη στον ελεύθερο στίχο. Ο Μεγαλοϊδεατισμός της συχνά εκπίπτει σε ιστορική ρητορεία (σελ. 71), ειδικά εκεί που με βαρύγδουπες φράσεις βαδίζει νοητικά την Εγνατία Οδό προς τη Βασιλεύουσα (σσ. 28-32). Δυστυχώς, το ύψος των ποιητικών της προθέσεων δεν αντιστοιχεί – κατά τη γνώμη μου – στο ύψος των ποιητικών της επιτευγμάτων.

Ποιητική αλληλογραφία

Άδωνις – Δημήτρης Άναλις, ΦΙΛΙΑ, ΧΡΟΝΟΣ και ΦΩΣ. Γράμματα στη Μεσόγειο, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, σ. 107, 10 ?.

– Ω ήλιε, γιατί σε απασχολεί τόσο πολύ η σκέψη του θανάτου;
Και ύστερα μου φαίνεται ότι ακούω την απάντηση:
– Γιατί ο έρωτας παραμένει η πρώτη μου έγνοια. (Άδωνις, σ. 11)

Η παγανιστική Μεσόγειος, με τις άπειρες παραλλαγές της ταφής και της ανάστασης του Άδωνι, πρωταγωνιστεί κι εμπνέει τους δύο φίλους επιστολογράφους: τον μεγάλο Άραβα ποιητή Άδωνι, που γεννήθηκε στη Συρία, έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στη Βηρυτό, και τώρα διαμένει μόνιμα πια στο Παρίσι, και τον γαλλόφωνο Έλληνα συγγραφέα με το όνομα Δημήτριος Τ. Άναλις, που είναι ποιητής και δοκιμιογράφος, και ειδικός σε θέματα γεωστρατηγικής και σε προβλήματα των μειονοτήτων και των Βαλκανίων.
Τα σπασμένα μέλη των αγαλμάτων, ο ήλιος και η κλειστή λίμνη της Μεσογείου, το αυστηρό τοπίο των Κυκλάδων, που μας διδάσκει την ελευθερία, οι μονοθεϊστικές θρησκείες και η επίδρασή τους στον τρόπο ζωής των λαών της Μεσογείου, η βαρβαρότητα του υλιστικού πολιτισμού που καταστρέφει τις ωραιότερες παραλίες με τουριστικά μεγαθήρια αμφιβόλου αισθητικής, και καθαριότητας (όπως γράφει – σσ. 61 κ.ε. – ο ποιητής Άδωνις για ένα άθλιο ξενοδοχείο στο Παλέρμο της Σικελίας, κοντά στο χωριό Έρυξ απʼ όπου πέρασε ο Οδυσσέας)… Αυτά είναι, σε γενικές γραμμές, τα θέματα που απασχολούν τους δύο ποιητές στις επιστολές που ανταλλάσσουν και επιλέγουν να δημοσιεύσουν σε αυτό το βιβλίο.
Καλλιέπεια, φράσεις αιχμηρές, κριτική οξύτητα, διακριτικές αναφορές στην ειδωλολατρεία, οργή για τη χυδαιότητα των ξενοδόχων και των πάσης φύσεως εκμεταλλευτών του φυσικού κάλλους των ακτών της Μεσογείου, ποιητικές ενοράσεις, και φιλοσοφικές παρατηρήσεις απρόσμενης πρωτοτυπίας είναι τα χαρακτηριστικά αυτού του «διαλόγου».
Κάθε γράμμα είναι ένας παράλληλος μονόλογος, που δεν απαντάει – παρά μόνο αραιά και πού – στο γράμμα του άλλου που προηγήθηκε. Όμως είναι ενδιαφέρουσα η «σύγκρουση» των δύο πολιτισμών, και κόσμων, παρά τις όποιες ομοιότητές τους. Όταν π.χ. ο Άραβας Άδωνις, παραπονιέται για τον καθολικό χριστιανικό ναό που έχτισαν οι Ισπανοί μέσα στο τζαμί της Κόρδοβα, ο Έλληνας επιλέγει να αγνοήσει την οργή και τα παράπονα του φίλου του, και να μην του αντιπαραθέσει ότι π.χ. η Αγιά-Σοφιά λειτούργησε για αιώνες σαν οθωμανικό τζαμί, κι ότι ακόμα δεν ξανάνοιξε η Θεολογική Σχολή της Χάλκης.
Το Φως, ως ορατό δώρο του Δημιουργού των Πάντων, και ως σύμβολο του πνευματικού ανέσπερου Φωτός είναι ένας από τους τρεις άξονες αυτού του βιβλίου. Οι άλλοι δύο είναι ο πανδαμάτωρ Χρόνος και η Φιλία, την οποία και οι δύο ποιητές θεωρούν ιερή. Γράφει ο Άδωνις: «στα δικά μου μάτια η φιλία τα ξεπλένει όλα, ακόμα και το σώμα του θανάτου». Αντίθετα, ο Άναλις φαίνεται λιγότερο ρομαντικός. Νοιάζεται περισσότερο για τους τόπους και τις κοινωνικές δομές μέσα στις οποίες εκπληρώνονται ή όχι οι ανθρώπινες επιθυμίες. Τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα όρια της ατομικής ελευθερίας. Γράφει: «Κατά βάθος βρισκόμαστε σε αναζήτηση ενός τόπου που να είναι για μας αληθινή κατοικία – οι πόλεις είναι στάσεις, διαλείμματα». Ο Έλληνας ποιητής είναι επίσης «λεξιλάγνος» και «γλωσσολάτρης». Γράφει: «Αγαπητέ Άδωνι, μερικά πρωινά ξυπνάω πολύ νωρίς με μία και μόνη επιθυμία: να ξαναδώ τις λέξεις με τις οποίες δούλεψα και έγραψα τις προηγούμενες μέρες. Δεν πρόκειται για εγκλεισμό μέσα σε πύργο ελέγχου αλλά για μέτρημα, όπως μετράμε τα πρόβατα πριν απʼ τον ύπνο ή τα κέρματα – να τις εξετάσω για να δω αν είναι κουρασμένες, πολύ φθαρμένες ή πολύ επιτηδευμένες, τέλος πάντων αν είναι σωστές, αν η θέση τους είναι η κατάλληλη» (σ. 67).
Ο Άραβας ποιητής με το όνομα το δανεισμένο από την αρχαία ελληνική μυθολογία, σέβεται απεριόριστα τον ελληνικό πολιτισμό. Γράφει στον Έλληνα φίλο του: «Αγαπητέ Δημήτρη, ανάμεσα σε μας του Άραβες και σʼ εσάς τους Έλληνες, υπάρχει μια φιλία αιώνων: η φιλία της Λογικής, της ανθρώπινης και οικουμενικής. Μερικοί Άραβες λοιπόν ύψωσαν κάποια από τα σύμβολά σας – τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Πυθαγόρα, για να αναφέρω μόνο μερικούς – στο επίπεδο θεϊκών σοφών, και μάλιστα των προφητών» (σ. 51).
Πρωτότυπες σκέψεις, ζωντάνια, εκφραστική ακρίβεια, ποιητική ενάργεια, συνθέτουν αυτό το διαλογικό τοπίο δύο φωνών από τις αντίπερα ακτές του Αιγαίου. Το βιβλίο διαβάζεται καλύτερα πάνω στο πλοίο ή στην παραλία κάτω από τον εκτυφλωτικό, και ταυτόχρονα, ζωοδότη ήλιο της Μεσογείου, τον Ήλιο που ύμνησαν οι ποιητές, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

«ΒΙΤΡΙΟΛΙΚΗ» ΔΡΑΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Γιάννης Γκιόκας, Νιρβάνα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σ. 31, ? 7,32.


«Μʼ αρέσει να γράφω ποιήματα / Το προτιμώ από τα χάπια» (σελ. 9).

Ο Γιάννης Γκιόκας γεννήθηκε στα Ιωάννινα τον Απρίλιο του 1986. Σπούδασε πληροφορική και μουσική, πιάνο και ανώτερα θεωρητικά. Ζει στην Αθήνα. Το 2006 κυκλοφόρησε από τις ίδιες εκδόσεις η πρώτη του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η φυγή».
Την ποίησή του διακρίνει μία «βιτριολική» δραματικότητα, και με αυτό θέλω να πω ότι είναι τόσος ο αυτοσαρκασμός, η ειρωνεία του και η ικανότητά του να αποστασιοποιείται από τον εαυτό του και να τον βλέπει «απʼ έξω», που οι δραματικοί μονόλογοι των περισσοτέρων ποιημάτων του αποκτούν μία απρόσμενη «παράλογη» θεατρικότητα.
«Κάνω παρέα με αγγελοκέφαλους καβαλάρηδες / Άγρια ρεμάλια και μυαλά σακατεμένα / Με λεπρούς που θέλουν χάδια / Και νεκρούς αλήτες / Που με σπρώχνουν στο χαμό μου / Μονάχα οι άγιοι έμειναν / Εδώ βουλιάζει το σύμπαν / Συνθλίβονται οι κόσμοι […]» (σσ. 19-20).
Αυτό του το ποιητικό ταλέντο αδικούν κάποιοι μελοδραματικοί τόνοι και κοινότοπες ρομαντικές εικόνες της σελήνης και των άστρων, που θολώνουν τη βίαιη αμεσότητα των στίχων του.
Ο ποιητής ξέρει να οδηγεί κάποια ποιήματά του στην ανατροπή του τέλους χρησιμοποιώντας συντακτικές αντιστροφές, όπως στο ποίημα «Δαίμονας» της σελ. 29, ή με λογικές αντιστροφές της πραγματικότητας σε όνειρο και τανάπαλιν, όπως στο ποίημα «Ο Γέρος και το Μπουκάλι» της σελ. 21, όπου φαίνεται να ενστερνίζεται την άποψη ότι «η ζωή είναι ένα όνειρο».
Η σκοτεινιά και το έρεβος που έλκουν – ερωτικά σχεδόν – την ψυχή του νεαρού ποιητή, η κατάληψη από πνεύματα νεκρών ποιητών ή από δαίμονες, αφορισμοί του είδους «Καλύτερα βασιλιάς στην κόλαση / Παρά δούλος στον παράδεισο» (σελ. 24), προοιωνίζουν – ίσως – τη γέννηση ενός ακόμα «καταραμένου ποιητή» στη νεοελληνική ποίηση. Ή μήπως πρόκειται απλώς για θεατρική ρητορεία και δραματικής οξύτητας λογικούς ακροβατισμούς; Αυτό θα το δούμε στις επόμενες ποιητικές συλλογές του Γιάννη Γκιόκα.