Το 2008 θα καταγραφεί στην ιστορία σαν το έτος των διαδικτυακών ποιητών, όσων δηλαδή δραστηριοποιούνται εδώ και χρόνια στο νετ. Φέτος μπορούμε να μετρήσουμε μία αξιόλογη παραγωγή σε αριθμό τίτλων και τα πρώτα ίσως ολοκληρωμένα δείγματα λόγου που μας έρχονται απευθείας από τον κυβερνοχώρο!

Η παρουσίασή μας είναι απόλυτα υποκειμενική και δεν ντρεπόμαστε καθόλου να το πούμε. Αν θέλαμε να την κάνουμε αντικειμενική θα έπρεπε να αναφέρουμε την κρίση των πολιτιστικών ένθετων των εφημερίδων, μια και το 2008 είδαμε “έναν ολόκληρο κόσμο να γκρεμίζεται” (όπως μας είπε τηλεφωνικώς κυρία καθεστωτική κριτικός), με τη “βιβλιοθήκη”, το “βιβλιοδρόμιο” και το “βήμα βιβλία” να τελούν υπό διάλυση: η εισαγωγή κουλτούρας από την εσπερία χρεοκόπησε πολύ πριν το οικονομικό κραχ. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου χρησιμοποιούσε το “ξυραφάκι”, όταν εργαζόταν στα μέσα της δεκαετίας του 50, σε θεσσαλική εφημερίδα και το περιγελούσε…αυτοί οι κύριοι καμάρωναν μέχρι τώρα που χρησιμοποιούσαν το “ξυραφάκι” (το κόπι-πέιστ πλέον…) στα πολιτιστικά, λες και η εισαγωγή ενός θέματος από την ιταλική Ρεπούμπλικα ή τη γαλλική Λε Μοντ, θα μπορούσε να εισάγει κουλτούρα στην Ελλάδα…

Από το ανεξάρτητο παρατηρητήριο του “ποιείν” λοιπόν, σας ανακοινώνουμε τα τέσσερα+ένα βιβλία του 2008, αφού σας κοινοποιήσουμε τη χαρά μας για την παραγωγή σε τίτλους των στενών συνεργατών μας (μια ματιά στις παλιότερες αναρτήσεις μας θα σας κάνει να αλλάξετε γνώμη για την ποίηση που γράφεται σήμερα στην Ελλάδα), να σας απευθύνουμε, αν μας το επιτρέπετε, μια απλή ερώτηση: πόσο χρόνο λέτε, θα χρειαστεί αυτή η υποκειμενική μας κρίση να προσλάβει την “εγκυρότητα” της αντικειμενικής;

Σωκράτης Ξένος, Σημύδες, εκδ. Ενδυμίων, 2008

Μικρό ροδάκινο

Μικρό ροδάκινο στόχε υψηλέ
με τόσα πρόθυμα κλαδιά
πόσο το μέτωπό σου ζήλεψε χώματα
πού είν` οι αστραπές τα ποτάμια οι γειώσεις του ήλιου
ραγδαίες βροχές και διψάς
μα κανένα θολό νερό δε θα σου πει την αλήθεια
έλα θα σου δείξω και στων δρόμων τα σώματα
τάφρους της μνήμης σε στιγμή κόκκινου πανικού
αρκετά `ναι να σκούξει η καρδιά της πρώτης ηλικίας
μόνο μην πεις πως παιδεύτηκα στην άγνοια λύση
με σαράντα οφθαλμούς στριφογυρνώ σ` ένα σεντόνι
ως μη ελεγχόμενο επεισόδιο
κι αφού κρατά κάτι απίκραντο του αγγέλου το βλέμμα
με την αγάπη λειτουργώ τ` αδιέξοδο
Δε βρίσκω άλλο εξέχον κερί.

Ιωάννης Ν. Κυριαζής, Η παραφορά του Ερωταφίου, εκδ. Κονιδάρη, 2008

ΠΟΙΗΜΑ Α΄

Στο μαλακό φως των κεριών
ρέουν τα πρόσωπα
παραπόταμοι που πάνε να ενωθούν
στʼ αργά νερά μίας λιωμένης Άνοιξης,
πολύχρωμη λάβα που με καταπίνει
καθώς απʼ τις κυλιόμενες σκάλες της μνήμης μου
αναδύεσαι όπως τότε, ελαφριά και αέρινη.
Φυσάει και γεμίζουν οι δρόμοι από εσένα.
Εύπλαστος πηλός που κολλάει στα χείλη μου
τʼ όνομά σου,
άσπλαχνη φλόγα που τρώει τα σπλάχνα μου
η μορφή σου,
τα μαλλιά σου μπερδεμένα λύνουν το αίνιγμα του κόσμου.
Όλα τα σπίτια βλέπουν προς τον ακάλυπτο
ώμο σου,
τα δάχτυλά σου απαλά νʼ ανεμίζουν σαν κρόσσια του ύπνου
στους κροτάφους μου
κι η εκκλησιά φωταγωγείται απʼ το αναστάσιμο φως
των ματιών σου.
Ω γλυκύ μου έαρ,
να μια φορά που το κερί σου θα σβήσει
απʼ το επιτάφιο δάκρυ μου,
να μια φορά που ο ήλιος ντροπιασμένος θα δύσει
γιατί δε θα φτάσει πιο ψηλά απʼ την ευτυχία μου…

Όμως στο κεφάλι μου ο ουρανός
κάποτε θʼ ακουμπήσει κατακόκκινο το ακάνθινο φεγγάρι του.
Κι ο κόσμος όλος θα φωνάξει:
«Ιδού ο βασιλεύς των ανιδέων!…»

Θοδωρής Βοριάς, Νυχτερινές Επιπλοκές, εκδ. Ερωδιός, 2008

Άλλοι τα λένε κύματα

Άλλοι τα λένε κύματα,
μα κάτω απʼ το λειψό φεγγάρι
σκιές αλωνίζουν τη θάλασσα.

Χτυπιούνται, αγκαλιάζονται,
γίνονται πόλεμος, έρωτας
και πυρετός της νύχτας.

Ξεντύνονται σκίζοντας τα ρούχα τους,
αρπάζονται με βία
κι ανταριάζουν.

Στριφογυρίζουν ως την αμμουδιά
κι εκεί ησυχάζουν,
γίνονται βότσαλα.

Δεν είναι κύματα·

κι οι γλάροι έτσι τα ξέρουν,
ίσως κάτω απʼ τον ήλιο…
μα τη νύχτα τα πράγματα αλλάζουν.

Γιάννης Τόλιας, Λυσίπονον, εκδ. Περί Τεχνών, Πάτρα 2008

ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ

Σκέφτομαι μερικές φορές, να υπήρχε «Κάδος Ανακύκλωσης Της Μνήμης»
Να μπορείς με μια απλή “διαγραφή” να διώξεις από πάνω σου όλο αυτό το βαρύ φορτίο
Να μαθαίνεις από την αρχή σαν παιδί όλα τα παλιά
Τη μυρωδιά της θάλασσας και του χόρτου
Τον ήχο της βροχής πάνω στον τσίγκο της αυλής
Να μη συμμετέχεις στη μυσταγωγία του ηλιοβασιλέματος
επειδή ακόμα η ποίηση δεν σου έχει κτυπήσει τη πόρτα

Τώρα τα χρόνια, δυσβάσταχτα, ακουμπούν πάνω στον ώμο σου
σ ʼεκείνους τους μοναχικούς περιπάτους στο φάρο
και τα μάτια σου να εστιάζουν
τις βάρκες στο θάμπωμα του απογεύματος

Να είχαμε πάνω μας ένα σημάδι
να μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει τον οικείο πόνο
πλησιάζοντας να μοιραστεί την οδύνη των ημερών

Μου αρέσει η θαλπωρή των φανοστατών όταν πάνω τους γέρνω
αποκαμωμένος από τη μακρά πορεία των λέξεων
Στο ισχνό τους φως, αρχίζουν και τελειώνουν
ταξίδια
ποιήματα
και λυπημένες χωρίς τέλος ιστορίες
όπως αυτή.

Eugenio Montale, Mottetti, μετάφραση Γιάννης Η.Παππάς, εισαγωγή Massimo Cazulo, εκδ. Οδός Πανός, 2008

La gondola che scivola in un forte
bagliore di catrame e di papaveri,
la subdola canzone che sʼalzava
da masse di cordame, lʼalte porte
rinchiuse su di te e risa di maschere
che fuggivano a frotte –

una sera tra mille e la mia notte
θ piω profonda! Sʼagita laggiω
uno smorto groviglio che mʼavviva
a stratti e mi fa eguale a quellʼassorto
pescatore dʼanguille dalla riva.

Η γόνδολα που γλιστράει μέσα σε μια δυνατή
λάμψη από παπαρούνες και κατράμι,
το απατηλό τραγούδι που ανέβαινε
από σωρούς σκοινιών, οι μεγάλες πόρτες
που πίσω σου κλείναν και γέλια μασκοφόρων
που φεύγανε σε ομάδες-

μια βραδιά μέσα στις χίλιες κιʼ η νύχτα μου
έγινε πιο σκοτεινή! Εκεί κάτω σαλεύει
μια άψυχη μάζα που μου δίνει σιγά-σιγά ζωή
και με κάνει να μοιάζω με κείνον τον αφοσιωμένο
ψαρά χελιών, στην όχθη.