ΡΗΤΡΑ
Ο τζακομέττι σαν χελιδονόσπορος μέσα στην υγρασία
Σαν μικρό πουλάρι απογυμνωμένο από αναμνήσεις
Ξύλα φούρνου
Θα περιφέρουν τον τίμιο λήθαργο
Της μύγας
Και του περιστεριού
Ο απροσπέλαστος ανθός της ανίας
ΣΤΟΝ ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ
Όσο περνάει ο καιρός
Ο ήλιος μετατοπίζεται
Ο ξύλινος ιδρώτας της γυναίκας
Ασφυκτιά
Ένα ρόδο μοιάζει με το περιστέρι της λίμνης
Γύρω
Απ’ το φεγγάρι
Ένας διάτρητος καπνός
Μια εγγαστρίμυθη ουτοπία
Ένας φονιάς
Δεν έχει χώμα μες στις χούφτες
Ούτε δάκρυα στην εξώπορτα
Μες στη γη
Κανείς δεν φτερνίστηκε
Πιο δυνατά
Από την ανεμοβλογιά
Του ανέμου
Μες στα πράσινα συρτάρια
Που ξαφνικά ανοίγουν
Οι επιστημονικές σειρήνες
Ένα αγόρι χωρίς στήθος
Χωρίς βλέννες
Χωρίς στηθόδεσμο
Χωρίς ρώγες
Χωρίς πλαδαρές σημαίες
Ορθώνεται
Σαν χυδαίο μύδι
Το ποίημα δεν θα τελειώσει
Παρά τα θ
Τα ρ
Τα πολλά ρ
Το ποίημα θα βρίσκεται
Σχεδόν αιώνια
Αν αυτό δεν ενέχει το θραύσμα της αποστασίας
Η αναντίρρητη οργιά του ύπνου
Νιάτα σκαμμένα
Από αλάτι και τηγανισμένα αφρόψαρα
Χρυσά σαρκία
Μέσα σε τυφλό στόμα
Εξωραϊσμένο από τη διχόνοια
Και το καρφί διαμάντι
(Με το βούρδουλα τ’ ανέμου
Στο κεφάλι)
ξαφνιασμένος
αμφιβληστροειδής
-το ελάφι
-ξαπλωμένα αμφότερα
με τα άμφια
της λύσσας
και του σεντεφιού-
Και εννοούμε
να αποπληρώσετε
την εσκεμμένη γαργάρα
του Λαφάργκ
Η μύτη του πάστορα λερώθηκε από το ισχνό λέπι της βροχής
-Γεια σας
-Καλησπέρα
-Γνωρίζετε πως πρέπει να μου πληρώσετε το νοίκι. Δε θέλω να σας πιέζω αλλά μέχρι αύριο να έχετε εξοφλήσει, παρακαλώ. (κάνει να φύγει. Την αρπάζει απ’ το μανίκι. Τη χαστουκίζει. Εκείνη φλέγεται και το ρολόι της σπάει!)
-Γνωρίζετε πώς να χαστουκίζετε μια δεσποινίδα. Και αν ο κόσμος όλος άλλαζε όψη το ρολόι θα έσπαγε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Δεν σου φτάνει που αναπνέεις δίπλα μου, που ανασαίνεις άπληστα και που ξεροβήχεις όποτε τα νεαρά κορίτσια σου κουνιούνται αλλά ξέρεις και να χτυπάς. Ξέρεις να δείχνεις το αντριλίκι σου με τέτοιες αισχρές ενέργειες. Είμαι η γυναίκα σου, το ξεχνάς! Είπαμε, ναι, δε λέω, να παίξουμε το παιχνίδι σου αλλά εσύ το παράκανες. Το βράδυ τί θα φάμε; Έχεις καμιά ιδέα; Μμμ.. αν μπορούσα να σκεφτώ έστω και ένα φαγητό θα’ μουν ευτυχισμένη. Δεν μου έρχονται ιδέες τον τελευταίο καιρό. Είναι ένα είδος οκνηρίας που δε γιατρεύεται. Στο θέατρο θα σου τα χουν μάθει αυτά, αν όχι θα το καταλάβω, αφού δε πήγες ποτέ σου θέατρο. Να, μια καλή ιδέα είχα κι εγώ και μου την κατέστρεψες, ανόητε, φαφλατά! Δηλαδή ήταν δική σου η ιδέα γι’ αυτό το παιχνίδι, το ιδιότυπο σεξουαλικό δράμα, αλλά νομίζω, και καθένας θα συμφωνούσε, πως αρκεί μια παραπάνω ιαχή για να αποκτήσω δικό μου ρόλο. Νομίζω πως πέθανες, δε μιλάς. Αρκετά με τις αναμνήσεις. Ένα παράθυρο παραπάνω δε θα χορτάσει τον κόσμο. Θυμάμαι, αγάπη μου.. τις σχολικές αίθουσες, τα πρωινά τσιγάρα και τα εωθινά φιλιά! Προπάντων τα φιλιά! Σε περίμενα κάθε πρωί κι αν τύχαινε να με περιμένεις εσύ με τον ασβεστωμένο πούτσο σου στο χέρι, έπιανα αμέσως δουλειά. Να με συγχωρείς αλλά θυμάσαι πόσο σου άρεσε να σου πιπιλίζω τον πούτσο. Έχυνες πριν καν χτυπήσει το κουδούνι για την προσευχή!
-Τι ώρα είναι;
-Είναι ώρα για τη φλεγμονή σου! Λες να σου περάσει εύκολα όπως πέρασε πέρυσι της μαμάς;
-Δεν με ενδιαφέρει για την μάνα σου, το ξέρεις! Αν μάθαινα πως πέθανε θα άναβα ένα τσιγάρο και θα τσίριζα μετά χαράς πάνω στο κάθισμα του προσώπου της. Αχ, αυτή η μάνα σου. Είναι συμφορά. Είναι φρικτό. Θεέ μου!
-Α, μην επικαλείσαι τον θεό όποτε τον έχεις ανάγκη. Δεν καταλαβαίνει αυτός απ’ αυτά. Δε χαμπαριάζει, που λέμε. Είναι θεός, τί περίμενες; Εσύ δεν ήσουν άθεος;
-Μαρία βγάλε τη μπλούζα σου. Είμαι άντρας!
-Δεν με λένε Μαρία. Είμαι η θετή σου αδελφή. Διαπερνώ τις όψιμες φλεγμονές με ένα μόνο δάχτυλο! Ο πρωκτός μου είναι σαν αμφίστομο καλαμάρι. Δες Δες Δες Δες!
-Μαρία! Αχ, Μαρία! Μαρία λεν την παναγιά.. τελειώνει η σκηνή!
Αμήν
Πιστεύω μονάχα στην ανεξάντλητη γλώσσα που τυλίγει το ‘dual’
Της γυναικείας επιδερμίδας. Σκόνη σε σκονισμένη γεωγραφία.
Ου,
Κάπου έξω..
Όντως Center
Όντως Center
Καλλυdickά για
Ελληνίδες
Rollerspierre, πιάσε
Τις Παστίλιες
Γερο-δίνη
Η άπνοια των σημαινόμενων
Το κουταλάκι του γλυκού εξισορροπεί τα μειδιάματα των γλουτών μιας εξαίσιας κοπέλας που γλυκοκοιτάζει τον πούτσο του οδηγού αλλά δεν τολμά να το παραδεχτεί στον εαυτό της. Μέσα στο εσώρουχό της ένας κίτρινος ιθαγενής σφυρίζει σαν τραχύ μυδραλιοβόλο του επέκεινα. Απ’ το επέκεινα δε γύρισε κανείς.
Κανείς δεν έστρεψε τα φώτα του μαγικού του χαλιού για να καταβαραθρώσει τις αρχέγονες ώσεις.
Όσο το μπαμπάκι, όσο το μπαμπάκι, και η πέτρα και το μπαμπάκι, όσο το μπαμπάκι. Βαμβάκι κηπευτικό, δυνητικό έλασμα τέρψης και
γλωσσικού υδροθερμικού κειμηλίου βαμβάκι. Μέσα στα βυζιά της περαστικής ημέρας ένας ατμός μεγαλύτερος από τα ετεροχρονισμένα νύχια της αγελάδας που δε βγάζει γάλα πια αλλά σπορ αμάξια. Βγάζει
Στα αλήθεια
Σπορ αμάξια από τα βυζιά της. Ω τι αγελάδα! Μια αγελάδα μούρλια. Αφού μπορεί και βγάζει και τριαξονικά άσπονδα, παιδιά μιας ασύλληπτης αλήθειας, μιας άδοξης, αλλά φτηνής, θαλασσοταραχής.
Το αυγοτάραχο μάς μάρανε.
Και ας επαναλήφθηκε η τελεία.
Και ας επετράπη η τέρψη.
Και ας
Αφήσουμε επιτέλους τα σάλια μας
Να πνίξουν τον αιώνα.











The Elephant is Slow to Mate
by D. H. Lawrence
The elephant, the huge old beast,
is slow to mate;
he finds a female, they show no haste
they wait
for the sympathy in their vast shy hearts
slowly, slowly to rouse
as they loiter along the river-beds
and drink and browse
and dash in panic through the brake
of forest with the herd,
and sleep in massive silence, and wake
together, without a word.
So slowly the great hot elephant hearts
grow full of desire,
and the great beasts mate in secret at last,
hiding their fire.
Oldest they are and the wisest of beasts
so they know at last
how to wait for the loneliest of feasts
for the full repast.
They do not snatch, they do not tear;
their massive blood
moves as the moon-tides, near, more near
till they touch in flood.
Dylan Thomas, “Do not go gentle into that good night”
Do not go gentle into that good night,
Old age should burn and rage at close of day;
Rage, rage against the dying of the light.
Though wise men at their end know dark is right,
Because their words had forked no lightning they
Do not go gentle into that good night.
Good men, the last wave by, crying how bright
Their frail deeds might have danced in a green bay,
Rage, rage against the dying of the light.
Wild men who caught and sang the sun in flight,
And learn, too late, they grieved it on its way,
Do not go gentle into that good night.
Grave men, near death, who see with blinding sight
Blind eyes could blaze like meteors and be gay,
Rage, rage against the dying of the light.
And you, my father, there on the sad height,
Curse, bless me now with your fierce tears, I pray.
Do not go gentle into that good night.
Rage, rage against the dying of the light.
http://www.youtube.com/watch?v=PyWiE1vNSxU&feature=related
Η ελονοσία ………..της ποίησης
και το παραλήρημα της.
Παρακολουθώντας ανήμπορος την άσκοπη συζήτηση των Παλαιόπιστων περί ανθισμένων αμυγδαλιών και των ανταγωνιστικών λόγων περί γνησιότητας των ρεμπετολάγνων καταλαβαίνω ακόμη πιο καλά από που εφορμά η ποίηση του Αθανάσιου.
Στη θεωρία της πληροφορικής, η πληροφορία την οποία φέρει ένα μύνημα μειώνεται όσο αυξάνει η πιθανότητά της. Πηγαίνοντας πίσω στους Ρώσους φορμαλιστές αναμοχλεύω τις ρηξικέλευθες ιδέες τους σχετικές με τον αυτοματισμό της πρόσληψης και τον ανακαινιστικό ρόλο της τέχνης. Η συνήθεια μας εμποδίζει να δούμε, να αισθανθούμε τα αντικείμενα* πρέπει να τους αλλάξουμε μορφή για να σταματήσει πάνω τους το βλέμμα μας: αυτός είναι ο σκοπός των καλλιτεχνικών συμβάσεων. Η ίδια η διεργασία εξηγεί και τις αλλαγές ύφους στην τέχνη: από τη στιγμή που οι συμβάσεις γίνονται αποδεκτές διευκολύνουν τον αυτοματισμό αντί να τον καταστρέφουν.
Ξαναγυρνώντας στις μέρες μας που η πληροφορική έγινε δεύτερη ανάσα διαπιστώνουμε πως στα μεγάλα κλασικά έργα της τέχνης και της λογοτεχνίας, δεν βρίσκουμε πλέον σπουδαία πράγματα για την πληροφοριακή τους αξία, επειδή το κοινό έχει εξοικοιωθεί με το περιεχόμενό τους. Έτσι ο Σαίξπηρ θεωρείται βαρετός επειδή δεν βλέπουν σ’ αυτόν παρά έναν αριθμό γνωστών παραθεμάτων. Δεν είναι τυχαίο πως βγαίνουν βιβλία του στυλ πως να μιλήσετε για κλασικά βιβλία χωρίς να τα έχετε διαβάσει. Και φυσικά εδώ το Διαδίκτυο σιγοντάρει αποδομητικά απομακρύνοντας το “μαγικό πέπλό”.
Για να γυρίσουμε στον Αθανάσιο τον οποίο παρακολουθώ και στα μπλόγκ του έχω να πω πως είμαι ενάντια στην απλοποίηση του να ταυτίζουμε ένα έργο με την καινοτομία του. Ο Αθανάσιος πολλές φορές χαραμίζει την “ποιητικότητά” του προς χάριν της έκπληξης και μιας βεβιασμένης ανάγκης για πρωτοτυπία. Το θέμα είναι πως ξέρει να φτιάχνει ατμόσφαιρα, έχει να μας πει πράγματα, αναζητά με αγωνία τους νέους δρόμους που τον καλούν μα στο τέλος παγιδεύεται σε μια αβανγκαρντ ταυτότητα (που εξαντλείται στο παρελθόν) που σώνει και καλά χρησιμοποιεί για την διαφοροποίηση της ποίησής του. Ο Θανάσης Αθανάσιος είναι ένας μικρός σάτυρος που κρύβει την ευαισθησία του πίσω απ’ ένα καυστικό χιούμορ και μια μεγαλόστομη πνοή καταστροφικού αυτοσχεδιασμού. Θα συνεχίζω να τον παρακολουθώ με αμείωτο ενδιαφέρον.
Ο Θανάσης ο Θανάσης είναι ο Θανάσης
Ο Θανάσης ο Θανάσης είναι ο Θανάσης
Ο Θανάσης ο Θανάσης είναι ο Θανάσης
Ο Θανάσης ο Θανάσης είναι ο Θανάσης
Ο Θανάσης ο Θανάσης είναι ο Θανάσης
Ο Θανάσης ο Θανάσης είναι ο Θανάσης
Ο Θανάσης ο Θανάσης είναι ο Θανάσης
Και δε φταίει αν είστε μακριά από το δρόμο της ωριμότητας του που σκάβει.
Η υπερβολή της πρόκλησης, στον υαλοκαμβά, που θόλωνε τα πράγματα αρχίζει και φθίνει και πλέον μαζί με έναν υπερρεαλιστικό τρόπο έκφρασης (που αναφαίνεται από τον τρόπο αλληλοδιαδοχής των στίχων) ενισχύει τις αναζητήσεις σου στο σημαινόμενο.
Κύριε Θανάση Αθανάσιε, επιτρέψτε μου να σας χαρίσω ένα παλιό και ανέκδοτό μου ποίημα.
FEDERICO GARCÍA LORCA
Κέντησε στο μαξιλάρι
απομακρύνθηκε ο ύπνος
σφαδάζοντας
το αίμα.
*
Κέντησε στο μαξιλάρι
τι άστρα τι γράμματα ρευστά
ο δρόμος
έγχρωμα
εμφάνισε.
*
Κέντησε στο μαξιλάρι
αποσπάσματα π’ έτυχε
αίφνης να συναντηθούν
ξεσπώντας.
*
Κέντησε στο μαξιλάρι
ο ρυθμός που δεν έχει ρυθμό
ο παλμός που
δεν υπάρχει.
*
Κέντησε στο μαξιλάρι
οπόταν ο θάνατος επιστρέφει
συναντώντας επιτέλους
τον αδελφό του.
Κώστας Ρεούσης, Λευκωσία-Αθήνα 1999-2000
κωστα ρεουση, πολύ ωραίο το ποίημα σου!
Να στε ολοι καλά! Καλά μπάνια!
Ο Θανάσης είναι ότι πιο εν-ξύπνιο και ξυπνητικό έχω διαβάσει τελευταία! Καλύτερο κι από πρωινή βουτιά!Προτείνω ανεπιφύλακτα μια γενναία δόση τρις ημερησίως!
Με το καλό να μας βρει η “Ελονοσία του Μύδρου”, εύχομαι να μας προσβάλλει όλους..βαθιά!