ΠΑΥΛΟΣ

Την τελευταία φορά που τον είδα

ήτανε κομμάτια.

Σε μια θάλασσα να ταξιδεύει.

Τον ρώτησα

Γιατί πέθανες ρε Παύλο;

Με κοίταξε καρφί στα μάτια.

Χαμογέλασε.

Και ψιθύρισε

Μου αρέσει το ταξίδι.

Να με πάει να με πάει και

Πουθενά να μην κατεβαίνω.

Καταλαβαίνεις;

Την τελευταία φορά που τον είδα

πάλι ταξίδευε.

Πάλι χωρίς λεφτά.

Όλο κι όλο ένα εισιτήριο

περιουσία.

Άσπρο ήτανε θυμάμαι.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

Είχα πάει κι εγώ τελικά.

Δε γινόταν αλλιώς.

Βρισκόμουν ανάμεσα σε χιλιάδες

ανθρώπους.

Κάποιος μας οδηγούσε.

Πρώτη φορά που τον έβλεπα

μα τον ξεχώρισα

από το πορφυρό στα χέρια.

Εμείς ακολουθούσαμε.

Είχα μια ζωή στα χέρια μου.

Είχε τη ζωή μου στα χέρια του.

Και σιγά σιγά όλο και της έβγαζε

τις φωνητικές χορδές

και περνούσε καλώδια

και ηχεία στο φουλ

να διακηρύσσουν την δημοκρατία

του.

Ποδοπατήθηκα μαζί με τους άλλους.

Ποδοπατήθηκα

κι ούτε που μίλησα.

ΤΟ 4

Από κείνες τις μέρες που ‘λεγες

ότι θα βρέξει.

Χειμώνας καιρός. Σάββατο.

Στη στάση του 4.

Άναψες τσιγάρο.

Τράβηξες δυο τρεις πέντε.

Χτυπούσες το πόδι στο τσιμέντο.

-να δεις που θα βγάλει ήλιο τελικά .

έτσι κάνει πάντα.

-ναι, έτσι κάνει. , είπες

χωρίς να κοιτάξεις

και τράβηξες άλλη μία

βαθιά.

Σε λίγο άρχισα το κάπνισμα.

Εκείνη τη μέρα.

Το 4 δεν ήρθε.

Κι έβρεχε κι έβρεχε κι έβρεχε

πολύ.

Το τσιμέντο βρεγμένο.

Το μέσα στεγνό.

Κι εσύ;

Εσύ πού ήσουν;

ΒΥΘΟΣ

Σκέψου τα φώτα εκείνα

κάτω

στο ποτάμι

Ζωή

Ορκίζομαι σε είδα να τρέχεις

και να βουτάς

Ζωή

Ορκίζομαι δε σε κυνήγησα

Μου έφτανε να βλέπω

Τα φώτα στο ποτάμι να γίνονται

ήλιοι

κι εσύ πρωινή αύρα

Ζωή

Ορκίζομαι μέσα μου σε κουβαλώ

κάθε νύχτα

που

σε χάνω

Στον βυθό

μου


Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ Τ’ ΑΣΤΡΑ

Στη μηλιά της αυλής κρεμιόταν απ’ το βράδυ

ένα αστέρι

Δυο πουλιά στάθηκαν να φάνε

Μόλις έγιναν λευκά εκείνη πλησίασε

Κι είπε στο αστέρι: Θέλησες να γίνεις μήλο

Κι είπε στα πουλιά: Κι εσείς κλέφτες

Η μηλιά δεν έφτιαξε άλλα άστρα

από τότε

Ούτε η αυλή γέννησε άλλα πουλιά

Κι έμεινε πάλι μόνη να υφαίνει

τον ιστό της.

ΠΑΙΔΙΚΟ

Κάτω κάτω

μια παχιά πράσινη στρώση

Για να φυτρώνουν κόκκινα λουλούδια

Πάνω της

ένα τετράγωνο σπίτι

ανάμεσα σε δυο δέντρα

ια να ξεκουράζεται στη σκιά τους

Έξω

δυο ανθρωπάκια με μεγάλες αγκαλιές

Χαμογελούν

Στη κορυφή

ο ουρανός πάντα γαλάζιος

Με έναν χρυσοπρόσωπο ήλιο και πεντέξι ακτίνες

Μην παίρνεις ομπρέλα

Στο ανάμεσο

μερικά πουλιά

που πετούν ελεύθερα εδώ κι εκεί

Δεν υπάρχουν κλουβιά

Όλα τραγουδάνε την ελευθερία

με ανοιχτές φτερούγες

Τίποτα δεν μοιάζει αληθινό

έτσι αστεία που ‘ναι βαλμένα τα χρώματα

και στραβές οι γραμμές

Κι όμως

Όλοι έχουμε ζήσει εδώ μέσα

ΣΑΝ ΑΕΡΑΚΙ

Στις τρύπες που σχηματίζουν

τα σπίτια

με τα σπίτια

και τα φεγγάρια

με τα παράθυρα

μπαινοβγαίνουν σαν βελόνες

οι δρόμοι

Κάτι νύχτες που φυσάει

μπορείς

να τους ακούσεις

Τότε που ξυπνάνε

στα κρυφά

Σαν αεράκι νυχτερινό

που σεργιανάει

τους ανθρώπους

ανθρώπινη παρέα

για να βρει

Τόσοι δρόμοι

-φαντάσου!-

πόσα όνειρα

μας κεντούν τις νύχτες.