_ φορμόλες _ [ α φ ο ρ μ έ ς να συντηρείς τ ο φ ό ρ η μ α της ουτοπίας]
Στον ήλιο της νύχτας
είδα το κεφάλι μου να πέφτει
σʼ έναν αιγιαλό κατακαμμένης θλίψης/
οπλόποτες
νυμφολάγνοι
αισθησιοκτόνοι
προσμεθώντες
μυρμήγκια χαμένης αλκής
άχθη τρικυμίας
τερψιθανή οψίμωρα
χαμαίτυπα.
κι όταν έπεφταν εκτός:
καρδιές – συκώτια – ερπύστριες
απʼ την ωμή σου πλεκτάνη
ή ρ ω α ψ ε ύ τ η
δίχως συνεχώς να αμαρτάνεις
πρέπει κάποτε να πεις
ΨΕΜΜΑΤΑ στο δέρμα.
θανάτου λεχώνα
έκρηξη διαφεντευμένη –
όταν έξω απʼ το πάπλωμα
μέσα στα μωβ υποδήματα
γυαλιά – πλέγματα – σκόνη
ηλεκτροπληξία!
κομπαστής αγύρτης
κι όλο να πέφτει το κεφάλι/
στους ξεραμένους πόθους
άναμμα πιο λήθης –
ευαγής διατεταμένη πανώλη.
μάτι μαυρισμένο
κολλημένο
σε σάρκα κομμένη από εγχείρηση
άγριο
μονόπρακτο
– λες θηρίο
καθώς στην σκοτεινή πόλη
μνημείο χειμαζομένης μητρός
το ύδωρ – το λάδι – το νέκταρ
Ξ Υ Δ Ι Ο Λ Α !
στο στέρνο σου –
κεκαλυμμένη οδύνη
και τόσο μαύρο
μέσα στην όψιμη μέρα.
βρυκόλακες
λιμνάζουνε μες στις καμπάνες
δεν φοβούνται μόνο μέρες
– και νύχτες.
/δυο μπότες ολολύζουν πεινασμένες
και το κρεββάτι αδειανό/
τώρα άντε πάλι να κοιμηθείς.
αδιαχώριστος/ αδιαχώρητος/ αδιάδοτος
ποιμήν – πλην ημών – αμήν
κι έτσι πείσμων
εκπίπτεις
εγώ
μαζί
στον άδειο διάδρομο
παρατημένος.
τυραννόμαστοι – τυραννότροφοι
των Νόμων τελχίνες
σπείραντες την εξουσία
υποταγμένοι
κι οι νομοθέτες έκθεοι – ξεθεωμένοι
ανάμεσα σωρών
στάχτης
ανθρώπων
δένδρων
ερειπίων
κ ε κ α υ μ έ ν ω ν.
όχι πια ζωή στον απέραντο γαλαξία.
/υποχθόνιος δαμάτωρ Κόμης.
κραδαίνοντας σκήπτρα άθετα
περιφέροντάς τα ερεθισμένος
επί των κεφαλών μας
τον σάρκινό του μανδύα ενδεδυμένος
στολισμένο με λουλούδια χάρτινα
σʼ αιμάτινες αποχρώσεις
δαχτυλίδια πολλά φορώντας στα χέρια
και μιαν ουρά από πεπιεσμένα πρόσωπα
ταλαντώνοντας/
στον ήλιο της νύχτας
εκείνος της μέρας
θα κρύβεται
– Π ρ Ο σ Ω π Ο –
χαμαινελέων
ιατρός – ιερέας – ποιητής
παιδί
αν κάποιος χρόνος σου μένει
στην μέσα σου οθόνη
Ο Λ Ι Μ Ο Σ ΤΗΣ Π Ι Σ Τ Η Σ
στην έξω πάλι
ΜΙΑ ΚΑΥΛΑ ΞΕΧΕΙΛΗ για φρεκοπουλημένα κορμιά
ω ς α ι σ ι ό δ ο ξ ο ς ν ε κ ρ ό ς
λίγο
πριν
φύγει
κι επιστρέψει εκεί
ό π ο υ π ο τ έ
δεν υπήρχε.
διάλυμα ανίας χημικής
μια εκκωφαντική παράκρουση τριγύρω
στα μάτια – στα χέρια – στα μνήματα – στις λέξεις
σε κάθε μας έκφανση – σε κάθε κρότο – σε κάθε
τελευταίο έρωτα που κάνουμε
στα μυαλά μου παντού
στα μυαλά μου /ΝΑΙ/
ΕΚΕΙ
όσα κι αν έχω
ή όχι
ενόσω κατσαρίδες χορεύουν κουβάρια
τις πράξεις μέσα στις σκέψεις
στον εξωφρενικά εξωφερή μου μικρόκοσμο
– τα πόδια τους γεμάτα δηλητήριο
αφθώδη πυρετό να σιγοψήνουν.
τα μάτια τους πύραυλοι πυρηνικοί
δίχως εντός μου να υπάρχουν καταφύγια.
η κοιλιά τους γεμάτη τοξικά υγρά
που εξαπολύουνε θλίψη.
και χρώματα ναρκωτικά να μʼ εκτοπίζουν
απʼ την αντίληψη
και μόνος _ χωρίς τη μοναξιά_
δεν βγαίνω
βγαίνεις;;;;
γυαλιά κομμένα και κολλημένα και
κομμένα ξανά
και πάλι κολλημένα και ξανά
κομμένα
στο σπάσιμο της λήθης
«ύλης»
που λύνει
τις λύσεις
αρχεγονικών
εξισώσεων
ε φ ε ξ ή ς θα λ έ μ ε:
χμμμμμ…
ό,τι πεις
κι αν ισχυρίζεσαι δεν λες πολλά
Αλκμήνη
σʼ έχω πια χάσει
πουθενά δεν έχω περπατήσει
πάντοτε αλουμινένια πόδια
στην παραζάλη
αιών αμφίβλητος
δικός μου
εστία κατακερματισμένη
σ τ α μ.. α .. τ…..η… μ……ό…….ς/
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΠΟΥΛΗΜΕΝΕ
σε σκύβαλα
άπρακτα
άπνευστα
απλήσμονα
σκισμένα ρούχα
σε μια καμπή
κάμπιες λες και σου τρώνε
το κορμί
τα εργαλεία
τα χνώτα σου
Πόσο ξύδι μπορείς να πιείς σʼ έναν αιώνα;
Μην μιλάς
Τολμάς;
ναι
ίσως
όχι
όπως νομίζεις
ξεχώρισέ με – λούσε με – στέγνωσε πάνω μου
τη ζωή.
τα πλοία στο κέντρο της πόλης
– και ποια όνειρα
δεμένα σε προκυμαίες
λιμανιών που δεν υπάρχουν
παρά σε μια συλλογή δοσίλογη
[των εγκάτων σου]
μίλησε τώρα όσο θες
ταραξία
απόβλητε
σύμφυρτε
λυμένε
δεν έχεις αντοχή στις ριπές;
δεν έχω;
θέλουμε;;;
παράβολον τόπου ιερού
μ ε τ ά λ η ψ η
σώμα κι αίμα
αλήθειας και ψέμματος:.
αληθινού ψέμματος
και ψεύτικης αλήθειας
στερνού επαναληπτικού πόνου
στεγνού αίματος
και μιας λάμψης λάγνας
σι ω π ή
κ ρ α υ γ ή
ε κ σ π ε ρ μ ά τ Ω Σ Η
[ τα πάντα πια θολά/ δίχως εναλλαγές – εμπιστοσύνη – φύλα ]
1,2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13…… ευτυχία!
κι όλα μαζί
ανδραποδισμένε – άδειος ξεχείλωσες –
ηττημένε…
δεν μένουν πια εδώ
τα πολύτιμα πετράδια σου
[κάποιος άκουσα τάχει κάνει δαχτυλίδια
και τα φορά δυο δυο ή τρία τρία στα δάχτυλα]
μόνον απορρίμματα
(κι)
εμείς!
τι έχουμε;
χαρτιά και αναπτήρες
καλλίτερα του θανάτου η ζωή
η αυταπάτη
και πού άραγε να προσευχηθείς;
τα υπέργεια οχήματα ξεσαλώνουν
κρύβουν τα σύννεφα
σε ψάχνουν
ένα νησί από λάβα
– τύμβος πολύχρωμος
για ακόμη
κι άλλες
ΗΤΤΕΣ.
χωρίς αρετές οι δρόμοι
με ψέμματα
με αίματα
φτηνό σεξ σε κρεοπωλεία
χαρακωμένα όνειρα
και καρκινωμένες ελπίδες
[κι ας σαπίζουνε στα συρτάρια οι θεραπείες.
εδώ άλλοι κάνουν κουμάντο]
η αλήθεια δ ι σ τ ά ζ ε ι να βγει
μόνο σωσίες της κρεμιούνται στα δόντια
μυρίζοντας τερηδόνα.
ο ήλιος πάνω ακόμα
το κεφάλι να πέφτει
νʼ αδειάζει σαν δεξαμενή από το φως
γρήγορα – πιο γρήγορα – κι άλλο
/ο τελευταίος κρουνός πυρόσβεσης
για τη φωτιά που ήδη καίει/
ακόμη πάει να ξημερώσει…
ο σκύλος γογγύζει
πεινασμένος
η ιστορία ξαναγραμμένη
εγγεγραμμένη
στα μισόσβηστα αρχεία
του δήμιου
όπως κορμιά διαχυμένα στην άμμο
άλλο τι θες;
δεν υπάρχουν πια φλέβες!
/έχει αδειάσει ο ουρανός/
κι εγώ ίπταμαι σαν ραδιόφωνο
τραγούδια ξεπεσμένα
ξερνώντας
το τώρα και το αύριο αναμετρώνται
στη μέση εμείς
χαμένοι
εσύ – εγώ – ο απόκοσμος
σ υ γ γ ν ώ μ η
ο ήλιος κάνει διάλειμμα
το κεφάλι δεν καθιζάνει πια
τα μάτια τεντώνουν
στ η ν κ ό ψ η τ ο υ γ κ ρ ε μ ο ύ !
άρκτος /μεγάλη ή μικρή αδιάφορο/
με χέρια ματιασμένα
ξεπλυμένα στη λήθη
το έθος να κομματιάζει
τις ωοθήκες του πνεύματος
εμείς
τριγυρισμένο το όνειδος κορμί
σάπιες μαρκίζες
στα άκρα
του δρόμου
το επέκεινα που στοιχειώνει
σαν τρέχει αλαφιασμένος
– προς τα πού άραγε;
δίχως νʼ αρχίζεις
τελειωνε
η μπάλα κατρακυλά
/τα παιδιά κοιτούν πιο πέρα
από τα καταφύγια –
ξέσκεπα/
πασχίζει να ξεφύγει
από τα ερπυστριοφόρα
από τα γαμψά νύχια του Κόμητος
από την πλήξη
στα καμμένα δέντρα
στα καμμένα κορμιά
στα καμμένα ερείπια
στο διοξείδιο του άνθρακα
παλεύει με τʼ όζον
που καίει την τροπόσφαιρα
οι σημαίες μεσίστιες
κραυγές πνιγμένες σʼ ελπίδες.
ήταν αγρίμι
δεν φυλακιζόταν
δεν χανόταν
δεν έσκαγε
η γλώσσα του σκουπίδι
εντεταλμένη σε σύρματα παραχαράξεων
σ α ν κ ο ρ μ ί
ό,τι χάνει
ε γ ώ
το βρίσκω
μέσα σε στάχτες βρυχηθμούς
– απρόσμενα έλαχε σε μένα
Η ΗΤΤΑ ΣΟΥ
Περσεφόνη –
στην υγιειά σου κατήφορε
έ ρ χ ο μ α ι
την νέα σου χλεύη ηγήτορα
να παραλάβω
τις είδα τις σκιές
ξανά και ξανά
κι έμεινα χούμο
σε μιαν αλέα στην άκρη της γης
να φωτίζω με χνώτα παγωμένα
τις ιδέες μου
κι εκεί
χ ά ν ο μ α ι
Ωρύωνες – Κύνες – Αφροδίτες
κι οι εφιάλτες σας
μ α ζ ί μ ο υ ό λ ο ι
σε μιαν οπή
χωροχρονικού κυκεωνα
με τις εξαμβλωματικές καρτ ποστάλ
και τα βίντεο απʼ τα αιμοσταγή πεδία
οι πραιτοριανοί να ε ξ ο ρ μ ο ύ ν
δίχως αιδώ – μεταμέλεια
χωρίς άνωση
/οι άνθρωποι
κλειδαμπαρωμένοι στα σπίτια
π ρ ι ν τ η ν κ α τ α ι γ ί δ α/
το αύριο μυρίζει μύρο
λιβάνι καμμένο και σάρκα
θ α ν α τ ε ρ ό
κρεμασμένο από λόγια πεπτωκότα
από σχολεία βουβά
και πνευμόνια ξεπαστρεμένα
ΜΙΑ ΛΙΑΚΑΔΑ ΨΑΙΜΑ
σʼ έναν δρόμο
που απʼ το πρωί χασμουριέται.
με φοράς ξανά θλιμμένο πουκάμισο
κι η μαντόνα με το βλέμμα της αδιάφορο
μου γνέφει να μην περιμένω.
στοιχεία τέσσερα κραδαίνω
τέσσερις θλίψεις
– σαν εσένα – σαν εμένα – σαν αυτόν – σαν τον θάνατο –
όλα εκεί
φωνάζοντας τον ουρανό
να μʼ αγκαλιάσει για λίγο
πνευστό άπνευστο
κάθε κομμάτι αυτής της υποταγής
η ρίγη μου: ρίγη στο κορμί σου
εγώ ξύπνησα ξανά
χ ω ρ ί ς.
κι αυτοί να θέλουν να εξουσιάζουν
κάθε ποτάμι που κυλά ελεύθερο
το ξέρω είναι πολλοί
πάρα πολλοί – κι άλλο
να μην χωράνε στις λευκές σελίδες
πουʼ χαμε
τις τόσες λευκές σελίδες
διψασμένες για ιδρώτα
νηστικές από αγάπη
τσαλακωμένες από επανάσταση
πουʼ χουν αρχίσει από καιρό
να νοτίζουν
να λιώνουν
μες στους πυθμένες των
χαμένων κλόουν κλώνων
το διαδίκτυο σε μπολιάζει με τον θάνατό τους
είσαι πια όμηρος
ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ!
κι όταν δεν έχουμε δουλειά
ξαπλώνουμε απλά στους δρόμους
α κ ί ν η τ ο ι
υποδυόμενοι τους ζωντανούς
χαλάμε σαν βόμβες υδρογόνου
τη ρυμοτομία των νεκρών περαστικών
σπάμε τους κύβους
που είναι εγκλωβισμένα τα βλέμματά τους.
ά ρ α γ ε υ π ά ρ χ ε ι κ ά τ ι ά λ λ ο;
αλώσεις μιας εξουσίας
που φοράει δικαιοσύνη πάνω απʼ τα βρώμικα κουρέλια της
κι έχει κρεμασμένα στις αλυσίδες της
εκατομμύρια εγκεφάλων.
ό μ ω ς ό χ ι
πίσω απʼ τα φλογισμένα μάτια
ό χ ι
πίσω απʼ τις ριζωμένες σπίθες
ό χ ι
πίσω απʼ τα λιμασμένα εντόσθια
ό χ ι
τούτος ο δρόμος δ ε ν χ ά ν ε τ α ι
δεν γίνεται
δεν λέει.
μα δίχως άλλη δουλειά
– υποδυόμαστε απλά τους ανθρώπους
εκπεσόντες
εξοδούχους
αποχαιρετιστές
μόνο
ξαπλώνουμε
λες και περιμένουμε τον όλεθρο
να εισέλθει στην πόλη.
κατηχούμαστε –
τηλεοπτικοί δίαυλοι
ραδιόφωνα
φερέφωνα του νετ
σπορείς κρεματορίων
/έρχεται ξανά ο καιρός για σταυροφορίες
για βαρβάρους νέους/
πώς να ξεπλύνουμε από μέσα τους λεκκέδες
να πετάξουμε τα σκουπίδια
τʼ αποφάγια
τις γιορτές μας
μʼ αυτήν την νύχτα που δεν λέει να φύγει;
τ ο υ ς α κ ο ύ ω
τόσο κοντά
έχουνε κάτι καινούριες συμβουλές
γνώσεως – συμμορφώσεως – εμπερίστασης.
ναι φοβόμαστε τα νοσοκομεία
τα μεγάλα ταξίδια
τις βόλτες στη βροχή
το χιόνι
τον έρωτα
φοβόμαστε να ζούμε
θεέ μου…κι είναι πάλι χειμώνας!
/οι θεωροί ακροβολίζονται
να ελέγχουν την κάθε κίνηση
την κάθε λοξή ματιά
έτοιμοι να επέμβουν
μας συντηρούν/
οι φυλακές γεμίζουν
κανείς δεν γλυτώνει
τυλιγμένοι με κρόταλα, στολίδια και καπνούς
στις υλακές παραδίδονται.
οι ελπίδες στοιβάζονται ανυπόμονες
σε συρμούς που ξεκινούν ξανά
για μια Τρεμπλίνκα, για ένα Μπέλζεκ, για ένα Άουσβιτς-Μπίρκεναου.
κι οι δίαυλοι:
ξανά ξανά ξανά
βουλιάζουν
καρφώνουν
ουρλιάζουν
χώνονται ναρκωτικό στις φλέβες
εξελισσόμενο
«λιακάδα»:::παλλακίδα.
κλεμμένες οράσεις και αφές
– ούτε κορμί δεν έχει μείνει
όλα βαλμένα στην εντέλεια
υπολογισμένα επιμελώς
εκ της εβδόμης Σατραπείας της Σελήνης
του Μεγίστου Συμβουλίου των Λεπρών Αριθμών
και του «ευκλεούς» Κόμη των Ακάνθων.
και σας παίρνουν οι δικαστές
σας κρίνουν με δικαιοσύνη
σας πετούν στα σαρκοφάγα τους κλουβιά
εμφυτεύοντας μέσα σας τον θάνατο
– αυτόν τον φρικτό ερέχθειο θάνατο
που μας παραφυλάει.
μολύνουν τα μωρά με ασυνέχειες
σάπια φυτά φυτρώνουν
στη ρημαγμένη μας γη.
κέρμα – δέρμα – σπέρμα – τέρμα
διαιρούμενα με τον αριθμό των ανθρώπων
ισούνται
ή τ τ α
/ψηλά στα δωμάτια
ακούγονται βογγητά – κρότοι – οιμωγές
κι ένας αέρας κόκκινος
τυλίγει το βλέμμα
ψυχές που διατηρούνται στη φορμόλη
– τα μωρά μας, όχι/
«καθαρμοί»
εγκέφαλοι που αποσυντίθενται
κρεμασμένοι απʼ τις αλυσίδες
φλόγες
μεταλλικές } στα σπλάχνα
επιρρέουν /
– μα δεν τόλμησα ακόμη νʼ αρθρώσω λόγο.
με κρατά σφιχτά η ανάγκη
με στρίβει – με στύβει – με λυγίζει
αλύτρωτη
ανάερη
άψογη κι ακόμη
υπάρχουν βλέμματα
τόσα πολλά βλέμματα
σε στιγμές που θαʼ θελα να πω
μ α σ ω π α ί ν ω μια σιωπή
πιο λαμπρή κι από έρεβος
που λυγίζει από άχθη
αλλά γεννάει
σε κόσμους ξοφλημένους
που νουθετούν
κ α ι π έ φ τ ο υ ν
[ο καθαρμός όχι
αργεί άλγος εναργές
γιατί…]
όλοι τεντώνονται πάνω στο εδράζον
βαριεστημένοι
δίχως να λένε
πως είναι αμαρτία να φτύνει κανείς
σπλάχνο σπλάχνο τον εαυτό του
για νʼ αρέσει
μισοκρυμμένος σε τούτα τα γυαλιστερά
γυάλινα κτήρια.
/κάπου ακούστηκε
ότι αργεί εφέτος η ανάστασις
πως τα τραίνα θαʼ χουν απεργία
τα διαστημικά λεωφορεία θα παραμείνουν στα σιλό
κι η τρέλλα μας θα εφορμά
θα διαθλάται μέσα σʼ αυτό το πελώριο κουτί
που περιβάλλει την πείνα μας
τʼ ανύποπτα όρια των περαστικών
δεν θα διασπαστούν/
λέτε;
ο χρόνος δεν έχει παρόν
μονάχα παρελθόν και μέλλον.
αλλά ζούμε εδώ
αυτήν την ανύπαρκτη στιγμή της ελευθερίας
που μέσα μας
α ν α π ν έ ε ι.
ναʼ χεις αυτιά ανοιχτά νʼ ακούς
μάτια ανοιχτά να με κοιτάζεις
τις λέξεις και τα νοήματα
νʼ αντέχεις.
το ταξίδι σε τούτον εδώ τον κόσμο
θα σου λογχίσει ξαφνικά τη μνήμη
[μʼ αρέσει τόσο πολύ ό τ α ν π ο ν ά ς !]
ιδρώνω
δεν έχω πλυθεί
ο αέρας με τραβολογάει
με βρίζει
και σιγά σιγά κοκκινίζω.
στην ψηφιακή εφημερίδα που κρατώ
τα ίδια νέα
είναι τόσο δύσκολο να ξυπνάω
πάλι και πάλι
κι αυτή η σκύλα με παιδεύει
ί ΩΣΗ της θ λ ί ψ η ς
με τρώει – με πίνει – με γλεντάει
ο πόνος στο πεζοδρόμιο διασπείρεται
μέσω ρινός στο αναπνευστικό
έτσι μολύνω τα κύτταρά σου
Ανάνθρωπε.
τα όρια έχουν στενέψει
ο κίνδυνος ολάκερος μπροστά
εμείς με τις αγκαλιές ορθάνοιχτες
τα πόδια καρφωμένα σε πλάκες
παλεύουμε από εποχής κυήσεως ακόμα
με τον θάνατο.
ό, τι γεννιέται ανακυκλώνεται.
υπάρχει πριν
θαʼ ρθεί μετά
μα ξοδεύεται να μάθει
πώς δεν εχθρεύεται τον θάνατο
κάθε φορά
αρχίζοντας την αρχή απʼ την αρχή της
ε π ε κ τ ε ί ν ο ν τ α ς τ η ν π ρ ο έ κ τ α σ η.
κάποτε είχες πει
να μην φοβάμαι
γιατί σκοτώνω τα κύτταρά μου
πιο γρήγορα κι από φως
ό μ ω ς
φοβάμαι τον Φόβο
όπως εσύ φοβάσαι τον Φόβο
όπως αυτός φοβάται τον Φόβο
όπως ο Φόβος φοβάται τον Φόβο
κι η ελπίδα μας καταβυθίζεται κάπου εκεί.
βαπτίζουν τις ψυχές μέσα στον όλεθρο
πουλώντας σωτηρία πάνω στην έξαψη της φλόγας
δεν υπάρχει σωτηρία ό χ ι
πίσω απʼ τις μαύρες κουρτίνες των προσώπων
σαν ξεφυσούν την ομίχλη
στα σώματα των νεκρών
που τώρα πια βλέπω
να διασχίζουν κατά εκατομμύρια την πόλη }
ακούω σειρήνες
οχήματα να τρέχουν
ερπύστριες
– έρχονται προς όλες τις κατευθύνσεις –
ακούω την συντεταγμένη τους ορμή
που τραντάζει την γη.
ακούω τροχούς να σφυρίζουν
μηχανές να κόβουν και να σπάνε
την πένθιμη σιωπή του κόσμου
που ετοιμάζεται.
εμβατήρια να διατρύουν την λήθη
τους χαιρέκακους τριγμούς των σκανδαλών
μάστιγες να σκαρφαλώνουν
σε κάθε προεξοχή και να δαγκώνουν.
ακούω
τους συριγμούς από τα δόντια που
α κ ο ν ί ζ ο ν τ α ι
δικαστηρια
τραπεζες
μπουρδελα
οικοι λατρειας
σχολεια
ευτυχώς
δεν μου ʼχει μείνει πια
σ ά ρ κ α.
__ σ τ ά χ τ ε ς __ [όνειρα κ ε ν ο φ α ν ή σε στατικά σ τ α γ μ έ ν α χάη]
ΦΟΡΜΟΛΕΣ
ΣΤΑΤΙΚΕΣ
ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΕΣ
ΣΤΑΧΤΕΣ
[του δημήτρη μακούση]











Παίρνοντας αφορμή από αυτό που λέτε στο προσωπικό σας ιστολόγιο σχετικά με την γραφή η οποία κάνει δραματικότερη όπως λέτε την έτσι κι αλλιώς δραματική ιστορία της υπάρξεως μας,θα έλεγα και ότι και η ποίηση που διάβασα από εσας κινείται προς αυτή την κατεύθυνση με πολύ πιο “χημικό” τρόπο όμως.
Ο λόγος σας μοιάζει σαν ένα “χημικό πετσοκοφτήρι” που χτυπά δυνατά τις έννοιες που συναντάτε ή περιέχετε, αποδομώντας έτσι την σύστασή τους και αφήνοντας τες λεύτερες πιο μετά να διαπράξουν την μικρή διαδρομή τους ως το τέλος της “γοητείας” που κρύβουνε κάποιες λέξεις μέσα σας -αν σκεφτώ την τόσο έντονη προσπάθεια που καταβάλετε πάνω σε αυτό τον τομέα.
Δεν μπορώ να καθορίσω πλήρως την αίσθηση που μου άφησε η ανάγνωση των ποιημάτων σας.
Ισως παντως και να θελα να ανοίξω ελαφρως το παράθυρο.
Αυτές τις γραφές ή τις δέχεσαι ως έχουν ή δεν τις δέχεσαι και δεν υπάρχει κάτι να ειπωθεί.
Ένα θέμα όμως που προκύπτει, και εν δυνάμει αφορά κάθε γραφή, είναι αν τελικά αυτή πρόκειται μόνο να διαβάζεται και όχι και να αναγιγνώσκεται και αν αυτό αλλοιώνει το χαρακτήρα της ποίησης καθιστώντας την οριστικά δέσμια της πένας και αποκόπτοντάς την από τα πρωταρχικά αίτια που τη γέννησαν.
Μια τέτοια περίπτωση ποιημάτων είναι τα ζωγραφικά παιδικά ποιήματα που όμως γράφονται/ζωγραφίζονται έτσι πιο πολύ για παιδαγωγικούς λόγους ή σκοπούς οπότε μιλάμε για κάτι άλλο.
Στην περίπτωσή μας οι τόσες εναλλαγές γραμματοσειρών, μεγεθών γραμμάτων, κεφαλαίων-μικρών και έντονων-μη έντονων γραμμάτων από τη στιγμή που δεν προσφέρουν σε εικαστικό αποτέλεσμα και επιπλέον (το σημαντικότερο) είναι αδύνατο να αποδοθούν, έτσι όπως είναι συνολικά, κατά την ανάγνωση, αυτό περιορίζει τη γραφή αυτή μόνο να διαβάζεται. Ένα πρόσθετο πρόβλημα εδώ είναι ο υπερρεαλιστικός της χαρακτήρας και τούτο διότι ενώ, υποτίθεται, πως έτσι προτάσσεται το ένστικτο, το ονειρικό, το φανταστικό και το φαντασιακό, η δέσμευση του λόγου στο γραπτό λειτουργεί αντιφατικά (ας πούμε πισωγυρίζει), ακυρώνει το χαρακτήρα της και την καθιστά μετέωρη και χωρίς δυναμική.
με μεγάλη χαρά καλωσορίζουμε το Δημήτρη Μακούση στο νέο ΠΟΙΕΙΝ (που μπορεί πλέον να υποστηρίζει τη γραφή των συνεργατών του και να μην την ισοπεδώνει…).
Ο Δημήτρης ψηλά από τον Εύβρο όπου τον κάλεσε η Πατρίδα, αρχίζει κάλλιστα…έχοντας στο νου του τη ΛΕΞΗ…σπάζοντας τους στίχους σε μία και μόνο λέξη δείχνει πως γράφει με συνείδηση του ορίζοντα αναμονής στην Ποίηση, ξεπερνώντας με άνεση τα σύνορα τα οποία αυτή τη στιγμή προστατεύει…
Φυσικά με χαρά καλωσορίζουμε τους νέους ποιητές που πασχίζουν, παλεύουν και ιδρώνουν με τις λέξεις προσπαθώντας να εκφράσουν τον εαυτό τους και να βρουν το ιδιαίτερο ύφος που τους ταιριάζει πειστικότερα.
Στην περίπτωση του Δημήτρη Μακούση βλέπουμε μια μεταμοντέρνα στροφή στην ποιησή του, αφήνοντας το κείμενο να απλωθεί σχεδόν ανεξέλεγχτα για να συμπεριλάβει όσο το δυνατόν περισσότερα απ’ την αίσθησή του για τον κόσμο. Αυτό βέβαια περιλαμβάνει κινδύνους και προυποθέτει μεγάλη τριβή με τη γραφή. Ο Μακούσης δείχνει να το παλεύει σκληρά. Η ένστασή μου όμως είναι πως το ύφος του παραείναι κοντά μ’ αυτό του Γιώργου Αλισάνογλου στο “Παντζάρι και ο Διάβολος” κι αυτό με βάζει σε υποψίες. Πάντως η γραφή του έχει ένταση και σε παρασέρνει.
Εύχομαι καλός πολίτης και καλή συνέχεια στην συγγραφική του πορεία του.
Κύριε Αθανάσιε, δεχθήτε τις συγγνώμες μου…οπότε θα βάλω στην ανάρτησή σας τη φωτογραφία του Μακούση…τίποτα δεν είναι τυχαίο:))
Συνολικά το ποίημα αφήνει θετική εντύπωση. Θα το χαρακτήριζα ιδιαίτερο με πολλά δυνατά σημεία. Ξεκινά εντυπωσιακά και τελειώνει δυνατά, ωστόσο τα κείμενα-ποιήματα ποταμός έχουν άλλες απαιτήσεις και είναι δύσκολο να παραμείνει κανείς γνήσιος εντός τους.
Εδώ βέβαια υπάρχει ορμή και μια σύνθετη αίσθηση η οποία όμως είναι ακόμη στην διαδικασία της πρώτης σχετικά τιθάσευσης.
Σε κάποια ορισμένα σημεία παρασέρνεται το ποίημα περισσότερο από ό,τι “πρέπει” απ’ το μεταμοντέρνο (σύμφωνα με τα κριτήρια και την αισθητική μου πάντοτε) και φαίνεται πως γράφει ο Δ. Μακούσης για να γράφει. Η σκέψη του ποιητή επισης δεν εμφανίζεται αρκετά στέρεη τόσο στο σύνολο της όσο και στα μέρη της. Η δομή των σκέψεων του ενδεχομένως να χρήζει μιας κάποιας πιο δημιουργικής ευθυγράμμισης. Σε αυτό το “μεταμοντέρνο” πλαίσιο το κείμενο-ποίημα δεν ανοίγεται και δεν ανοίγει, αλλά αυτάρεσκα κοιτά τον εαυτό του στο καθρέφτη και περιαυτολογεί. Συνεπώς προσωπικά θα αφαιρούσα μέρη και θα λάμβανα επίσης υπόψιν μια ανασύνταξη ιεραρχώντας και αποφασίζοντας για τις “προτεραιότητες” μου.
υπάρχει μια φωνή που ανήκει σε πολλά πρόσωπα και σε ένα ταυτόχρονα. υπάρχει το χάος που ορίζει τις λέξεις και τα νοήματα που διαχέονται μέσω της φωνής αυτής. γύρω γύρω εξελίσσονται καταστάσεις που έχουν άλλη μορφή από την πραγματική. ένα ποτάμι συμπαρασύρει όλο το είναι του προσώπου αυτού(ή των προσώπων) και διαγράφεται εμπρός μας μια έξαρση, σαν πυρετός. το παραλήρημα του πυρετού δημιουργεί τάξη, ίσως όχι τόσο στέρεη όσο θα μας βόλευε, όμως παρ’όλ’αυτα τάξη. όλα τα στοιχεία αυτού του κόσμου αποτελούνται απο μικρές ψηφίδες που είναι όμοιες μεταξύ τους. όμως κάθε στοιχείο έχει την δική του μορφή. η ποίηση είναι κεκορεσμένη γιατί ο κόσμος είναι κεκορεσμένος. είναι ακατανόητη γιατί και ο κόσμος είναι ακατανόητος. η φωνή πάλλεται ανάμεσα στις δυο όψεις του κόσμου, την απλή και την σύνθετη. όλα έχουν ειπωθεί κι όμως όλα έχουν την ανάγκη να ειπωθούν ξανά. έχουν εδραιωθεί πολλές δικτατορίες και θα εδραιωθούν κι άλλες στο μέλλον. η φωνή (ή οι φωνές) μας λέει πως αυτό είμαστε: μια τεράστια ανακύκλιση. κι αν αυτό δεν γίνεται αντιληπτό, όπως και το ότι η ανακύκλιση αυτή μας προκαλεί ένα τεράστιο πόνο και μιαν αφόρητη μοναξιά τότε μάλλον δεν τα λέει καλά. όμως δεν έχει νόημα να σταματήσει, γιατί έτσι κι αλλοιώς τα πάντα ρεί. ως τον θάνατο. πάντως η φωνή δεν αφήνει τίποτε στην τύχη… και σίγουρα δεν επιθυμεί αυτάρεσκα να τριβελίζει λέξεις στην εικόνα της. απλά τα πάντα είναι φυλακισμένα μέσα σε καθρέφτες και πότε πότε τυφλώνονται.
ευχαριστώ πολύ.
δ.μ.
Αναμφισβήτητο ποιητικό ταλέντο. Να περιμένει σίγουρα κανείς, όταν θα απαλλαγή από το άγχος της ένταξης σε πρωτοπορίες και ισμούς, όταν δεν θα αμφισβητεί ο ίδιος το ειδικό βάρος των λέξεών του με οπτικά τρικ, όταν θα φείδεται τη γλωσσοπλασία που εγκυμονεί πολλές φορές νεοπλασία και όταν αντιληφθεί ότι μια σταγόνα αίμα σ’ ένα ποτήρι νερό επιδρά καθοριστικά στη σύστασή του και καθόλου σ’ έναν ποταμό και μάλιστα διηπειρωτικού μήκους (14 χαρτί Α4 για να το τυπώσω), τότε είμαι βέβαιος και περιμένω πολύ καλή ποίηση από τον κ. Δημήτρη Μακούση .
Υ.Γ. και όταν, μετά το σχόλιο του ίδιου, δεν θα αισθάνεται την ανάγκη να ομιλεί για το ποίημά του, περισσότερο απ’ ότι το ίδιο.