ʽ…γιατί ο χρόνος είναι πόνος που καρφώνεται πάνω μας…ʼ

#

Από την Πατησίων
η Ακρόπολη είναι αδιέξοδο
κι όχι προορισμός, Κατερίνα.
Το μπλε της λεωφόρου
γίνεται βόμβα κοβαλτίου,
ο ήλιος νέφος
ως τη μαρμάρινη αποστέωση
του πνεύματος.

#

Ο λόρδος Μπάϋρον
Ταξιδεύει
Ταριχευμένος
Στο αμπάρι του Φλόριντα
Επιστρέφοντας
Στον τάφο.

#

φυτό η νύχτα ο χρόνος
άρωμα αρπακτικό πόνος
Στην απουσία νεκρός
Περιπολώ τυφλός
Με σώμα διάφανο γιατρός
Μύρο στο σκοτάδι.

#

οι χτεσινοί βασανιστές,
οι δολοφόνοι,
αύριο θα κλαίνε
παιδιά της εργατιάς
οικογενειάρχες, αμούστακα
παιδιά
με το αίμα πάντα
ανάμεσα στα δάχτυλά τους.
Κάθομαι λοιπόν
Στο φτερό του κόρακα
Και τους κοιτάζω ξανά.

#

Ζώο πεσμένο στα τέσσερα
Δαίμονας χωρίς φτερά
Μονόφθαλμο δάκρυ
Άγγελος ερπετός
Στον ιστό…

#

εξαρθρώνω τις αποχρώσεις
Ημιτελής
φιλάω τους γκρεμούς
όπως τα χείλη σου
ασυναίρετα.

Αλλάζοντας δέρμα
Σαν κέδρος.
Κοιλάδα ψιθύρων
η κόλαση
Μια μπλε αγαύη
Φυτρώνει
Στο μπαλκόνι.

#

ο βυθός της θάλασσας είναι σκληρός
σπίτι τυφλό
γκρεμίζει την αφή,
Στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Άνεργη πόλη
Γυρίζω σαν τσέπες
Στα χέρια
Ψηλαφώντας
Το δέρμα του χρώματος.
#

Πράσινο, κόκκινο
Ψηφιδωτό στην άσφαλτο
Γεμίζουν τα μάτια διαβάσεις
Οι λάμπες του δρόμου Δεκέμβρης
Αγχόνες δευτερολέπτων.

Κάτω ακόμη
Κι απʼ τον Λυκαβηττό
Αποταγή
Αλλάζοντας Όνομα.
Μονάζοντας
Στην ανήκεστη πλημμυρίδα
Των προσευχών.

#

μαλλιά κομμένα στη βροχή
φιλιά γεμάτα
αναθυμιάσεις
αντί για φιλιά
χείλη σιωπηλά αντί για χείλη
μάτια αδειανά αντί για μάτια.

#

στον Ν. Κ.

Εμένα το ζώο
Είναι μυκηναϊκό,
Κατάφυτος δαίμονας
Σφραγιδόλιθος,
Στη σάρκα της νύχτας
Λέξη.

#

Λοιπόν, πού είσαι;
Αρτηρίες κλεισμένες
και οδοφράγματα
Καρωτίδες του μέλλοντος,
Τα δάχτυλά σου σεισμογράφοι
Στο δέρμα του χαρτιού.

Κάθε πληγή
Και μια καρδιά
Που χτυπά
-λογοκλοπή-
από μόνη της.

#

το φως στα γυαλιά σου
κίτρινο αιλουροειδές
διάστικτο
προϊστορικό θηρίο
στα παλιοσίδερα.

#

Νυχτερινός ουρανός
Που δεν υπάρχει∙
Σκέφτομαι νʼ ανέβω
Ως εσένα
Να σου φέρω τα νέα μου.
Θρύμματα
Στα δάχτυλα του χτες
Να κλέψω ένα φιλί
Απʼ την ειρκτή σου.

#

Ετερόδοξος στους οικείους
Ανήμερη γλώσσα
Εσύ χωρίς Εσένα
Τα λόγια σου χωρίς τη φωνή σου
Τα λόγια σου χωρίς τα λόγια
Το σώμα σου χωρίς.

Οι σκισμένες ημέρες
Ιδρύουν σημαίες
Ξεφυλλίζοντας
Καινούρια σημεία στίξης
Μετά από ʽσένα
Ίχνος πριν απʼ το βήμα
Μαχαίρι που κόβει
Ακόμα
Το χρόνο
Χωρίς.

#

οι άγγελοι ανήκουν στη σιωπή του ονόματος που αναγγέλλουν

Αναπνέοντας διοξείδια
Την αμεριμνησία
Της σιωπής
Γαλήνη
Στην Εκπνοή
Του Θεού.

#

Αριανίτου, φλέβα στενή
Σύρμα σκουριασμένο σαν αίμα
Οξυγόνωση των χορδών
Σιωπή.
Διάστημα.
Διπλό διάστιχο.
Το φως ποτίζει το μουσαμά της τέντας
Ιούνιος 12
Αγχόνες,
Απόστολοι που ψάλλουν
Σταυρώνοντας χρόνους
Καρφώνοντας σταυρούς στο γαλάζιο.
Όπως ένα παιδί
Κρεμιέται
Απʼ το φουστάνι της μάνας του.
#

στη σκληρότητα
που είπα του Θεού
αστερισμοί τσακισμένοι
εγκατέλειψα το σώμα
σκήνωμα των ανέμων.

#

στον Η.Φ.
In memoriam

Όσο δίπλα μου
Πέφτουν νεκροί
Από σφαίρες
Δυσκολεύομαι να μιλήσω
Μʼ όλο το βάρος
Της Πτώσης.

Αν το βλέμμα
Εκτενές όσο το πράσινο
Διαρκές όσο η επανάσταση
Σε κάποιο στενό θα
Συναντήσουμε τις σκιές μας
Πεινασμένες.

ʽTiocfaidh ar laʼ

#

Απομένοντας
Τα κτήνη
Στους στάβλους
Της Κόλασης
μουγκρίζοντας
λίγη Αγάπη
στη λάμα
του Σφαγέα.

#

Λοιπόν, κάθε νύχτα
Τυμβωρυχίες,
Ανακομιδές λειψάνων.
Εκτρώσεις της ηδονής
Με τα δάχτυλα
Στο στήθος του Τειρεσία
Σε ένα Γολγοθά Κολωνό.

Δερματογραφίες
Του ήδη χαμένου
Του αμίλητου
Σάλιο που στέγνωσε
Στη γλώσσα
Σαν τις στροφές
Στο ποτήρι σου.

Τριβές εκτρέφουν
Την παγωνιά
Και το σκοτάδι τρέχει
Πιο γρήγορα κι από το φως,
Καταργώντας τους τοίχους.
Πέφτεις στο έδαφος
Νʼ ακουμπήσεις, το λίγο πια
Δεν υπάρχει κι αυτό.

Ζωφόρος σκελετός
στους ναούς οι λέξεις,
βλέμματα πολικά
αργοπεθαίνοντας
στις ανάσες της Μεσογείου.

#

Εν σαρκί περιπολών θεός
Χαμένος,
Στο μεταθανάτιο τοπίο
Της Γλώσσας.