Ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία της αναζήτησης του υπέρτατου όντος βασίζεται στην προσπάθεια εκλογίκευσης του θανάτου, γεγονός που ακόμη και σήμερα, παρά τις όποιες επιστημονικές εξηγήσεις, παραμένει μια ανυπέρβλητη πραγματικότητα με πολυσήμαντες δημιουργικές προεκτάσεις στη μυθολογική σκέψη, επομένως και στην καλλιτεχνική δημιουργία. Η καλλιέργεια της αποδοχής του θανάτου, μέσω της έμπρακτης ακύρωσης του φόβου απέναντί του, ενυπάρχει στο Θεραβάντα Βουδισμό, στο Ζαϊνισμό και στις πρώιμες Ουπανισάδες, θρησκευτικά συστήματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως αθεϊστικά, μιας και απουσιάζουν οι απεικονίσεις της έσχατης πραγματικότητας, παρόλο που κι εδώ ακόμη υπάρχει η έννοια του ιερού, όπως αυτή εκδηλώνεται μέσα από τη μυστηριώδη διαδικασία της ιεροφάνειας, δηλαδή της πεποίθησης ότι υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα, ένας «εντελώς άλλος κόσμος». Αλλά μήπως και εδώ δεν έχουμε μια υπεκφυγή, έστω και χωρίς προσωποποιήσεις, από την αξεπέραστη εικόνα ενός λειψάνου, από τη δυσκολία παραδοχής μιας αδιαπραγμάτευτης απώλειας; Και βέβαια επειδή ο θάνατος είναι η ολοκληρωτική απώλεια, το αντιστάθμισμα θα πρέπει να είναι εξίσου απόλυτο, γι αυτό και η ιστορία των θρησκειών είναι φορτισμένη με την ιδέα του ιερού σύμπαντος, δηλαδή της αιωνιότητας, ενώ απʼ την άλλη παραμένει αναγνωρίσιμη η αδυναμία να υπάρξει λατρευτική εκδήλωση του μη υπάρχοντος. Αν λοιπόν θεωρηθεί ότι το δέος μπροστά στον θάνατο μετατρέπεται σε λατρεία της άρνησής του με την πίστη στην αέναη συνέχεια της ζωής, τότε επικυρώνεται άμεσα η αόριστη αποδοχή της έννοιας της ψυχής. Θα μπορούσαμε λοιπόν να παραφράσουμε τον γνωστό αφορισμό: «ο Θεός είναι νεκρός» σε: «Θεός είναι ο Θάνατος», αφού ουσιαστικά αυτός είναι που αποτελεί αντικείμενο λατρείας, πίσω από τις διάφορες θρησκευτικές μάσκες, παράγωγα της πολιτιστικής εξέλιξης όπου εντάσσεται η συνεχής διαπραγμάτευση με το απόλυτο που ούτε εξηγείται ούτε βέβαια δικαιολογείται.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, οι πολυθεϊστικές ή μονοθεϊστικές αντιλήψεις φτάνουν σε σημείο να παραπέμπουν σε λογοτεχνικές μεταφορές, τουλάχιστον όσον αφορά τις ερμηνείες των ιερών κειμένων και τις αντίστοιχες καλλιτεχνικές εκφάνσεις της πίστης στο υπερφυσικό. Οι προσωποποιήσεις του διαρκώς υπάρχοντος, που στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο από μια εκκοσμίκευση του υπερφυσικού, αποκτούν διαχρονική αξία, υποστηρίζοντας τη θρησκευτική παράδοση, η οποία με τη σειρά της επιβάλλει τα αντίστοιχα αντικείμενα λατρείας, όπως αυτά προβάλλονται μέσα από την τέχνη, τις περισσότερες φορές με τρόπο παρηγορητικό, ώστε να αποφεύγεται η άμεση αναφορά στη μη αναστρέψιμη απώλεια. Επειδή το μη αναστρέψιμο συχνά υποκρύπτει τη μοιραία συγκατάβαση στο μη εξηγήσιμο, καλείται εδώ η φαντασία να ξεπεράσει την πραγματικότητα, σε σημείο μάλιστα που να μένει ανοικτό το ενδεχόμενο της αντικατάστασης της αλήθειας από το ψέμα, μιας αλήθειας που γίνεται παραμορφωτικός καθρέφτης της φοβίας του κενού. Μήπως η σκέψη που επιτάσσει την αιώνια ισχύ των συμβόλων δεν καταλήγει να σημαίνει πίστη σε μια μεταθανάτια ύπαρξη; Και μήπως μια τέτοια ύπαρξη δεν είναι αυτή που δικαιολογεί τη συνέχεια της ζωής, ως απόρροια των αναπότρεπτων προσωπικών επιλογών που καθορίζονται από το πεπρωμένο ή κάποιον ιερό νόμο;
Η ιερότητα ενός συγκεκριμένου χώρου, και συνακόλουθα ενός προσώπου ή αντικειμένου, προκύπτει ως μια σύμβαση με το υπερβατικό, αυτόματα όμως οδηγεί σε απομυθοποίηση του φυσικού ή ανθρωπογενούς περιβάλλοντός του, έτσι που η αδυναμία πρόσληψης του τετελεσμένου, δηλαδή του αδιαμφισβήτητου τέλους, να καταντά μια αφελής δικαιολογία, με τρόπο μάλιστα που να θυσιάζεται η πραγματικότητα στο βωμό της φαντασίας. Καθόλου περίεργο λοιπόν που η ιστορία της ανθρωπότητας βρίθει από εξιδανικεύσεις και διαψεύσεις μιας αλήθειας που δεν επιδέχεται τίποτα από τα δυο. Εξίσου, δεν είναι περίεργο που η μονομερής αυτή αντίληψη του ιερού, αντί να εμπνέει τον καθολικό σεβασμό, αντίθετα τον καταργεί με το να ενισχύει την πίστη στις δυνάμεις της καταστροφής, υποτίθεται ως φυσικό επακόλουθο μιας μοιραίας συνθήκης που διέπει τη συμπαντική ισορροπία. Αφού κάτι δεν είναι ιερό, μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να εκλείψει! Τέτοιες πλάνες επικαλούνται όσοι εκβιάζουν τη ζωή και συγχρόνως αποτίουν φόρο τιμής στον θεό τους, τον θάνατο. Ομολογουμένως, ο σεβασμός στη ζωή οφείλει να είναι απόλυτος σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης και κοινωνικής πραγμάτωσης, όμως έως τώρα δε μπορεί να νοηθεί ξέχωρα από τη θρησκευτικότητα, παρά μόνο μέσα στα στενά πλαίσια των προσωπικών εκτιμήσεων. Οι «προσωπικές μυθολογίες» του σύγχρονου ανθρώπου, όνειρα και φαντασιώσεις, λειτουργούν σαν αντίβαρο στις υπαρξιακές κρίσεις του, όμως δεν επιλύουν το ζήτημα της ένταξής του στον κόσμο, γιατί βιώνονται αποσπασματικά. Από την άλλη, οι θρησκείες έχουν σταθεί ως τώρα ανίκανες να μεταδώσουν τον καθολικό σεβασμό, όσο και αν οι εκπρόσωποί τους διακηρύσσουν πως αυτός είναι εφικτός, αρκεί οι πιστοί να δείξουν εμπιστοσύνη σε ένα συγκεκριμένο δόγμα. Και βέβαια το άμεσο επακόλουθο για τους πιστούς είναι να δεσμευθούν στο δόγμα, ξεχνώντας την πρωταρχική αξία του σεβασμού.
Μετά από όλα αυτά, ίσως δεν είναι ασταθής ο συλλογισμός πως η λατρεία της τελικής απώλειας, δηλαδή του θανάτου, ταυτίζεται, μέσα από τη μεγαλειώδη αντίφαση της συμβολικής αναίρεσής του, με την προσδοκία μιας μελλοντικής ζωής.











Επί σημείου: μα η θρησκευτικότητα, κατ’ ουσίαν αυτό που είναι (όχι αυτό που συνηθίζεται να θεωρείται) η πίστη, είναι ο δημιουργικός μεταφυσικός δεσμός της δεδομένης αυτής δυσκολίας της προσπέλασης του θανάτου ως σχέση και ιδιότητα μεταξύ ανθρώπων και μεταξύ Ιερού και ανθρώπων. Όταν καταφέρνεται (όπως στον βουδδισμό λ.χ. και ουδέποτε σε σωτηριολογικά δόγματα όπως ας πούμε ο χριστιανισμός) ο θάνατος να αποτελεί μέγιστη επαλήθευση του Φυσικού, παύει κάθε “αρνητικός” προβληματισμός, διότι ο άνθρωπος (εφόσον κοιτάζει ψηλά….) δεν χρειάζεται να μπει πια στον κόπο να δημιουργήσει έναν μηχανισμό ο οποίος θα εγκαλούσε, κάθε φορά που θα χρειαζόταν, τον παραστρατημένο εαυτό.
Το φυσικόν του πράγματος δηλαδή, που είναι ο θάνατος, είναι ταυτοχρόνως και ο θεός / όταν ο θεός είναι δημιουργική δύναμη και όχι παντομίμα μιας μέτριας σχέσης με το φαινόμενο της ζωής. Γιατί η ζωή σαν πεδίο γνωσιακής δράσης (και αυτό αποτελεί κορυφαία τρικλοποδιά) είναι πάντοτε “η ζωή πριν τον θάνατο”.
Το όλο ζήτημα πάντως τίθεται ως άξια λόγου προβληματική αποκλειστικά στα πλαίσια της αναζήτησης όπου το Ιερό ως κορωνίδα της αλήθειας έχει πάψει να ανήκει στην αλήθεια.
Σε πλαίσια άλλα, δηλ. σε πλαίσια άλλων, πιο υψηλών στοχασμών και καθημερινών πρακτικών, δεν ιδρώνει κανενός το αυτί για τον ερχομό του θανάτου ή για κάποια γνωσιακή “διαφορά” του. Και ακριβώς μέσα από αυτό φανερώνεται ο θεός.
Ο θάνατος μπορούμε να πούμε (αν τολμάμε και εφόσον βέβαια δεν χάνουμε τον χρόνο μας με μετριότητες όπως ο χριστιανισμός) πως είναι το ρόπτρο του θεού. Δηλ. αποτελεί δίδυμο της ποίησης.
Την καλημέρα μου.
Γ.Λ.
Να συμπληρώσω μόνο κάτι ακόμη σχετικά με το: “Αλλά μήπως και εδώ δεν έχουμε μια υπεκφυγή, έστω και χωρίς προσωποποιήσεις, από την αξεπέραστη εικόνα ενός λειψάνου, από τη δυσκολία παραδοχής μιας αδιαπραγμάτευτης απώλειας;”
Στον Βουδδισμό (μοναδικά) δεν υφίσταται η υπεκφυγή, έστω, για την οποία κάνεις λόγο• διότι στον βουδδισμό ο θάνατος είναι σχεδόν ανάξιος λόγου.
Η απώλεια υπάρχει ως μέρος των αιτιατών επιδράσεων που λειτουργούν σε ορισμένο τόπο συνειδήσεως. Κυρίως στον τόπο που λειτουργεί και ο θεός. Υπάρχει τουτέστιν, τουλάχιστον μία σχέση. Αλλά αυτή, σχετικά με τον θεό, είναι η άρνηση και όχι η απώλεια. Δηλαδή ο θεός υπάρχει γιατί και δεν υπάρχει γιατί, εφόσον ο όρος «θεός» είναι απολύτως ίδιος ως έννοια με τον όρο «αλήθεια», με τον όρο «παν».
Στον λεγόμενο «δυτικό τρόπο σκέψης» (αν και ο χαρακτηρισμός χωράει μεγάλη συζήτηση) όπου σαρώνει η ιδέα της καταστροφής, του σκότους, της κόλασης, της πληρωμής κτλ, και κάθε επισήμανση ή υποδήλωση θεού θεωρείται περιττή, έχει απομείνει ο θάνατος, μόνος και έρημος, να υποδηλώνει κάτι που έστω και γελοιωδώς επισημαίνει κάποιο μέγεθος λιγάκι πιο μεγάλο από το ανθρώπινο.
Εδώ ακριβώς είναι που εμφανίζεται η κακόμοιρη (αλλά όχι αδικαιολόγητη) ιδέα της ταυτοσύνης του θεού με τον θάνατο.
Ο άνθρωπος, τουτέστιν, που κατέληξε ανθρωπάριο και έχει χάσει τον άνθρωπο.
Τι ειναι πιο τραγικο η παρουσια του θεου, ή η απουσια του, τι θα ηταν πιο αληθες ή πιο ψευδες,
η δυνατοτητα υπαρξης της ζωης, ή η ανυπαρξια της;
Ως άνω θρώσκων στην (αστρο)φυσική μόνο βρίσκω τις λογικές απαντήσεις των ερωτημάτων μου. Οι θρησκείες (και κυρίως οι μεγάλες μονοθεϊστικές) ως λογικές κατασκευές ζηλωτών μαθητών προκάλεσαν, στο όνομα μιας μετά θάνατον ανταμοιβής, τεράστιο πόνο. Οι ιδέες και οι σκέψεις από το Ταό, τα αρχαία βουδιστικά κείμενα και πάνω από όλα τους αρχαίους Έλληνες προσωκρατικούς υλιστές (μονιστές θα προτιμούσα) φιλοσόφους μας δίνουν μια πολύ καλύτερη άποψη του κόσμου από τις δυιστικές θεωρήσεις εξ-ουσιαστών.
Το μυστήριο του θανάτου έπαψε να είναι μυστήριο όταν διαπιστώθηκε ότι τα πάντα (και κατά πάσα πιθανότητα και το ίδιο το πάντα εντός του οποίου «θα» «υπήρξαμε» «για λίγο») δεν είναι περισσότερο από: «τίποτα-λάμψη-τίποτα».
Στο σύμπαν μας η συνολική ενέργεια φαίνεται να είναι μηδέν! Ένα εκπληκτικό πειραματικό δεδομένο που προσδίδει μια ενεργειακή αυτοτέλεια στην ύπαρξή του. Όλη η θετική ενέργεια των υλικών σωμάτων και της ακτινοβολίας αντισταθμίζεται πλήρως από την αρνητική βαρυτική ενέργεια.
Τίποτα άλλο δε μου ανακουφίζει την ψυχή πέρα από τη γνώση ότι:
Πριν 6 δις χρόνια, κάπου σε αυτήν την περιοχή του γαλαξία μας, ένα πολύ μεγαλύτερο αστέρι από τον ήλιο μας εξερράγη ελευθερώνοντας τόση ενέργεια όση όλος ο υπόλοιπος γαλαξίας. Καθώς το ωστικό κύμα διέτρεχε το χώρο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, διαπέρασε ένα νέφος υδρογόνου και ηλίου εμπλουτίζοντας το με όλα τα υπόλοιπα χημικά στοιχεία (που είχαν γεννηθεί στο εσωτερικό του πριν και κατά τη διαδικασία της έκρηξης) εκ των οποίων ήμαστε κι εμείς φτιαγμένοι και ταυτόχρονα προκαλώντας του κατάρρευση, από την οποία μετά μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια γεννήθηκε ο ήλιος μας και οι υπόλοιποι πλανήτες.
Τα συστατικά μου, βγήκαν από ένα καζάνι μερικών δισεκατομμυρίων βαθμών κελσίου και θα επιστραφούν στη μητέρα γη. Ποιο λογικό μου φαίνεται αυτό που διάβασα πριν χρόνια σε μια συνέντευξη του Ray Manzarek (των Doors), ότι ναι εμείς τότε παλέψαμε να ανατρέψουμε το κυρίαρχο ιουδαιοχριστιανοισλαμικό θρησκευτικό πρότυπο και, εκεί στα άκρα του ειρηνικού βλέποντας το ηλιοβασίλεμα, θέλαμε, αλλά δε μπορέσαμε, να δημιουργήσουμε μια υλική θρησκεία λατρείας του ήλιου.
Προσωπικά δεν αναζητώ παρά τη φυσική κοινωνία που ονειρεύονταν επί διαφωτισμού και το φυσικό ορισμό του καλού και του κακού.
Ποια θρησκεία μπορεί να πει για το κακό που γίνεται όταν 1.000.000 βαρέλια αργού πετρελαίου βγαίνουν καθημερινά στο βυθό του κόλπου του Μεξικού.
κ. Πρίμπα, η λέξη “άνθρωπος” δε βγαίνει απ’ το “άνω θρώσκω”. Πρόκειται για παρετυμολογία, βολική βέβαια – μας χαϊδεύει τ’ αυτιά η ιδέα πως είμαστε τα μόνα όντα στον πλανήτη που κοιτάμε ψηλά – μα καθόλου επιστημονική. Δυστυχώς η επιστήμη της Γλωσσολογίας δεν έχει βρει ακόμη την απάντηση στο ερώτημα: ” τι σημαίνει άνθρωπος;”. Δικαιολογημένα νομίζω.
Ο Όμηρος θα γνωρίζετε ασφαλώς πως χρησιμοποιούσε μια άλλη λέξη για τον άνθρωπο. Τη λέξη “βροτός” ,ομόρριζη της Μοίρας και του Μόρου. Μόρος είναι ο θάνατος . Μάλλον οι αρχαίοι αυταπάτες δεν καταδέχονταν , μια και γνώριζαν κατάσαρκα αυτό που εμείς κάνουμε πως δε βλέπουμε. Πως μοίρα του ανθρώπου είναι ο Θάνατος.
Μάλλον η παρετυμολογία του” άνω θρώσκω” είναι χριστιανικής προέλευσης..
Με προβλημάτισε το δοκίμιο. Συγχαρητήρια στον κ. Βουτυρόπουλο και στο ποιείν.
Κα Παραδεισιανού, δεν πήγα να ορίσω τίποτα. Δε με ενδιαφέρουν οι ορισμοί πέρα από μια δυναμική και όχι στατική περιγραφή για τις ανάγκες της επικοινωνίας. Μετουσίωσα το περιεχόμενο της φράσης (αν θέλετε ποιητική αδεία) για να δώσω έμφαση σε πράγματα διάφορα σχολαστικίστικων θεωρήσεων.
Τα ζώα που ζουν (ή έτσι νομίζουμε) χωρίς να ξέρουν ότι θα πεθάνουν τελικά ζουν σα να το ξέρουν.
Τι θέλετε να πείτε κ.Παραδεισανου όταν λέτε ότι μας βολεύει να πιστεύουμε ότι είμαστε τα μόνα όντα του πλανήτη που κοιτούν ψηλά;Ποιά άλλα όντα θα μπορούσαν να είναι;
κ. Πρίμπα, βαφτίζετε “σχολαστικισμό” την ανάγκη να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους . Αυτό οι αρχαίοι το γνώριζαν καλά. Γι’ αυτό και η γλώσσα τους είναι σοφή.
Μιλώ ως φιλόλογος. Και λέω πράγματα που με εντυπωσίασαν και με εντυπωσιάζουν ακόμη ,κάθε φορά που επιχειρώ να προσεγγίσω την αιρετική τους σκέψη.
Μα η ουσία του σχολαστικισμού δεν είναι όταν στα πράγματα δίνω όνομα και απαιτώ αυτό το όνομα να έχει αξία οντολογική;
____________
Από το βιβλίο «Επίκουρος – η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου» του Θεοδωρίδη.
Ο Επίκουρος (σ.σ. ο τελευταίος σημαντικός μονιστής φιλόσοφος του αρχαίου κόσμου) έταξε σα μιαν από τις κυριότερες αποστολές του να λυτρώσει τον άνθρωπο από το φόβο του θανάτου. Είναι ένα από τα τέσσερα σωτήρια φάρμακα, την τετραφάρμακο, που χάρισε στους πιστούς, θεραπεία δηλαδή από το φόβο των θεών, από το φόβο του θανάτου, την αντίληψη πως το αγαθό το αποκτάει κανείς εύκολα και πως τα ατυχήματα δε λυγίζουν την αντοχή μας.
(…)
Από επιστολή του προς το Μενοικέα:
«κοίταξε να συνηθίσεις την ιδέα πως ο θάνατος δεν πρέπει να μας σκοτίζει ‘ επειδή κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, ενώ ο θάνατος είναι να στερηθείς την αίσθηση. Γι’ αυτό η σωστή γνώση, πως ο θάνατος δεν είναι τίποτα για μας, κάνει να χαρούμε την πρόσκαιρη ζωή μας, επειδή δε μας φορτώνει ατέλειωτα χρόνια παρά μας αφαιρεί τον πόθο της αθανασίας. Γιατί δεν είναι τίποτα φοβερό στο να ζει για κείνον που κατάλαβε ειλικρινά πως δεν είναι τίποτα φοβερό στο να μη ζει, ώστε είναι χαζός όποιος λέγει πως φοβάται το θάνατο, όχι γιατί θα υποφέρει όταν έρθει, παρά γιατί υποφέρει όσο συλλογιέται πως θα έρθει. Γιατί εκείνο που δεν ενοχλεί όταν το έχουμε μπροστά μας, άδικα μας ανησυχεί όταν το περιμένουμε. Το φριχτότατο λοιπόν αυτό κακό, ο θάνατος, δεν πρέπει να μας σκοτίζει, γιατί όσο εμείς υπάρχουμε, ο θάνατος δεν υπάρχει, κι άμα έρθει ο θάνατος εμείς δεν υπάρχουμε.»
Το ότι τον άνθρωπο τον βασανίζει η ιδέα του θανάτου αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τον οδηγεί ο φόβος.Υπάρχει και η αίσθηση του αιωνίου ότι δηλαδή κάτι υπάρχει μέσα μας που ζει αιώνια (πνεύμα, ψυχή όπως και να το ονομάσουμε) και ότι δεν είμαστε απλά αυτό το φθαρτό σώμα γιατί πέρα από τις αισθήσεις και τις λειτουργείες του κάτι που υπάρχει σε όλα τα ζώα δημιουργούμε πολιτισμούς επιλέγουμε ανάμεσα στο καλό και το κακό φιλοσοφούμε κ.λ.π. και εν τέλει δεν ζούμε ενστικτωδώς αλλά δημιουργικά γι αυτό πιστεύω πως ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που κοιτάει ψηλά.
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Μικρά παιδιά ο χρόνος και ο θάνατος
γδύνουν, πράγματα, ξηλώνουν νήματα απόμερα
τα πλένουν στη θάλασσα
παίζουν κι αφήνουν πίσω τους
ερείπια και οστά
εκλιπόντα νοήματα
τα σκεπάζουν πρόχειρα με χώμα
και ετοιμάζονται για τον επόμενο τρόπο.
ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ
Ολόκληρη η “Μνήμη του Χαρτιού” διαπραγματεύεται τον άνθρωπο μπροστά στο θάνατο και συνεπώς τη ζωή.
(πολύ ταιριάζει με τα ερωτήματα που προκύπτουν απ’ τη σημερινή ανάρτηση)
Υψηλού επιπέδου ανάρτηση!!
Μια και πραγματεύεται το
ύψιστο φιλοσοφικό αντικείμενο .
Όπως έχω δηλώσει στο παρελθόν
δεν διαθέτω διδακτορικό και
μάλιστα στη φιλοσοφία .
Αφού σε γενικές γραμμές
συμφωνήσω με Γ.Λειβαδά
και Γ. Πρίμπα θα τολμήσω
να εκφράσω ένα ακράδαντο
πιστεύω μου .
“Το σημαντικότερο στη ζωή
είναι , το να αντιληφθείς πως η ζωή
δεν είναι τόσο σημαντική όσο νομίζεις”
Ενδιαφέρουσες και χρήσιμες για γόνιμο προβληματισμό οι θέσεις του κυρίου Βουτυρόπουλου. Θα σταθώ μόνο σε ένα ζήτημα μεταφυσικό, δηλαδή ήσσονος σημασίας, που δεν αναιρεί τίποτε από όσα, πολύ σωστά, αναφέρονται στη ανάρτηση.
Η φράση “Ο Θεός είναι νεκρός” στη νιτσεϊκή φιλοσοφία έχει θετικό πρόσημο. Η διολίσθηση στη δήλωση “Θεός είναι ο θάνατος” (που, επί τη ευκαιρία, δεν συνιστά παράφραση, αλλά συνολική επαναδιαπραγμάτευση των όρων του προβλήματος) επαναφέρει το αρνητικό πρόσημο, αποκαθιστώντας εκ νέου την κυριαρχία ενός θεού επί των εγκοσμίων. Αντίστοιχη επαναδιαπραγμάτευση συνιστά η μετάβαση από το “Δεν πιστεύω τίποτα” στο “Πιστεύω στο τίποτα”, με την οποία το “τίποτα” της δεύτερης φράσης υποχρεώνεται να γίνει ουσιαστικό αντικείμενο, πράγμα, στοιχείο του κόσμου του λέγοντος. Με τον ίδιο τρόπο που επιστρέφει, στο παράδειγμα της προηγούμενης παραγράφου, ο θεός, επιστρέφει σε αυτό το παράδειγμα η πίστη στην απουσία (αυτό που εκφράζουν ο θάνατος και το τίποτα) μεταμορφωμένη σε παρουσία.
Έναν από τους σοβαρότερους λόγους που συμβαίνει αυτό συνιστά η (υποτιθέμενη) επίγνωση της αυτάρκειας και ακεραιότητας του ατόμου, το οποίο ατενίζει τον κόσμο και στοχάζεται κατά μόνας. Και δεν είναι μόνο ο θάνατος στον οποίο νιώθουμε μοναξιά, αλλά και η γέννηση, γεγονός που μας επιτρέπει να διατυπώνουμε αποφθεγματικά την ανθρώπινη μοίρα στο “ερχόμαστε μόνοι και φεύγουμε μόνοι”. Αυτή η στάση θέτει το μεταφυσικό ζήτημα της αφετηρίας εν παραλλήλω προς αυτό του προορισμού, μεταθέτοντας τον πραγματικό φιλοσοφικό αγώνα, που είναι η επί γης ειρήνη, στην επουράνια δικαίωση. Από την άλλη, η καλλιέργεια του homo homini lupus από το Μεσαίωνα έως τις μέρες μας (παράλληλα με την καλλιέργεια της μονοπροσωπικής σχέσης του ατόμου με το θεό) δεν επιτρέπει στη μονάδα να βρει τη θέση της και τη μοίρα της στην κοινή μοίρα των ομοειδών της, καθιστώντας τον άνθρωπο υποχείριο της εκάστοτε εξουσίας και υποτάσσοντάς τον στο ιδεώδες μιας ήσυχης, μετρημένης ζωής, με έπαθλο την αιώνια ευδαιμονία.
“Είμαστε όντα έλλογου τρόπου ύπαρξης ,δηλαδή όντα εκ-στατικά που μπορούν να εξ-ίστανται έξω από το δεδομένο γεγονός της υπαρξής τους και να διερωτώνται για τον τρόπο με τον οποίον υπάρχουν”
Τάδε έφη Γιανναράς..Και αλλιώς να τον ελέγαν δηλαδή ,πάντα κάποιος τάδε με τον πιθανό δείνα θα σκαρφίζονταν τρόπους για να περιορίσουν το “χαλάλι” της περιορισμένης μας ύπαρξης..
Εξοχη ανάρτηση..Τα σχόλια, στο βουερό συνολό τους συμπλήρωσαν την ανταύγεια μιας προέκτασης από ανθρώπινα χνώτα που χάνεται στους ατμούς μιας κάποιας θρησκείας ή θρησκευόμενης λογικής..
Και η θρησκεία ,υπο την επήρεια και αναθρώσκωντος βεβαίου θανάτου θα καταπίνει στα μισά τους αγκώνες που διαλέξαμε για να στηρίξουμε την ομοιογένεια της αμφιλεγόμενης μας ύπαρξης.
Κατά μια παράφραση του περί νύχτας ορισμού που έδωσε ο Καρούζος θα έλεγα ότι τελικά είμαστε “καμωμένοι για να λυπόμαστε κατάκαρδα”
Οι θρησκείες θα επιζήσουν..Καληνύχτα μας τώρα..
Η παρούσα αποτελεί ιδανική συνέχεια από την ανάρτηση του κ Κωσταγιόλα. Από το μερικό στο γενικό συμβάλει στην διερεύνυση του μεγάλου ελλείμματος της εποχής μας. Την απουσία φιλοσοφίας ζωής. Η παρότρυνση σε δικαιολογημένη ζωή, αλλιώς σε ζωη όχι τυχαία αλλά ζωή με στάση, ζωή εκπορευόμενη από επιλογές συνείδησης το θεμέλιο.
Θεωρώ ότι το να ελπίζει κάποιος στη μετα τον θανατο ζωή με όποιον τρόπο και να την πιστεύει (μετενσάρκωση, μετεμψύχωση,παράδεισο κ.λ.π. )ειναι εξίσου ουτοπιστικό με το να πιστεύει στην ανυπαρξία εκτός βέβαια αν του έχει αποκαλυφθεί κάτι και σε αυτή τη περίπτωση θεωρώ πάλι ανόητο τόσο να το απορρίψω (εκτός αν είμαι παντογνώστης) όσο και να το αποδεχτώ (είναι αυστηρά προσωπικές τέτοιου είδους αποκαλύψεις).Σίγουρα ο φόβος του θανάτου μόνο κακό μπορεί να κάνει όπως και η εξοικείωση με αυτόν με την έννοια ότι είναι άγνωστο το μετά ακόμα περισσότερο όμως η λατρεία σ’ αυτόν που σε συνδυασμό με την απέχθεια για τούτη τη ζωή οδηγεί στον παραλογισμό και τελικά στην αυτοκτονία.Καλό είναι πάντως να δούμε πρώτα αυτή τη ζωή σαν ευλογία και όχι σαν κατάρα επειδή κάποιοι την έχουν βάλει στο δικό τους “χρηματιστήριο” για να χάσει την αξία της και να την καρπωθούν αυτοί.Καλό θα είναι λοιπόν να την απολαμβάνουμε όσο μπορούμε και ταυτόχρονα ας υπάρχει και μια αναζήτηση για το”μετά” και μην απορρίπτουμε την ύπαρξη του θεού (χωρίς αυτό να σημαίνει προσχώρηση σε κάποια θρησκεία που σε όσες γνωρίζω θεός τους είναι το χρήμα) γιατί στο “δεν υπάρχει θεός” απαντάει το “αν υπάρχει όμως την βάψαμε”.