Σαμποτάζ ξανάνο στο Σωτήρη και στα “άλλα παιδιά”

Τραγούδα, φίλε μου! Τραγούδα ώσπου
το λαρύγγι σου γυαλόχαρτο να γίνει!
Εισʼ ο Μπονάνζας των ντεσπεράντος
και των σκονισμένων, γηραιών πια ανταρτών:
πετάνε όλοι τα καπέλα τους ψηλά
όταν τραγουδάς, κι ας μη προλάβαν εκείνοι
το Happy-End-Express να σαμποτάρουν.
Περιμένουν τη νέα γενιά ουρανοπορθητών
με μάτια λεϊζερ και μαλλιά τυρκουάζ.

Δεν ανήκεις κι εσύ στο νέο γένος αυτό;
Γιατί δεν τραγουδάς κι εσύ το δικό σου άσμα;
Τι στραβοκαταπίνεις τα λόγια σου; — αϊντʼ!
Έλα! Τίναξε το καπέλο σου μαζί μας στον αέρα!
Χώρεψε! Ούρλιαξε! — Βγαλʼ τʼ από μέσα σου, το γαμημένο!
Τραγούδα το τραγούδι του νέου σαμποτάζ
μπας και πετάξουν τα σομπρέρο μας ξανά.
Το επόμενο τραίνο δεν αργεί. Μέχρι τότε ʽμεις
πρέπει να σηκώσουμε τα μανίκια μας,
να πιάσουμε δουλειά. — και μετά
το τραγούδι θα εξαπλωθεί σα πυρκαγιά.

Δρυϊδικό Ιερό στο χώρο του πανεπιστημίου

Witte Singel, Leiden
Σαν κομμάτι τοπίου εινʼ η περίβολος,
περιφραγμένη απʼ το σύμπλεγμα,
μʼ έναν κύκλο δέντρων και κιόνων
στα όρια μεταξύ τέχνης και φύσης.

Tα δέντρα είνʼ οι μόνοι κληρονόμοι
ενός ξεχασμένου νόμου αντεκδίκησης,
που δεν ακούει πια κανείς. Όσο η Γη
συνεχίζει την πορεία της ανενόχλητη,
στο σύδεντρο αυτό, όπου επικρατούν
οι άγραφοι νόμοι ακόμα, εκείνα
θα στέκουν ριζωμένα βαθιά στο κρύο χώμα. –

ήσυχα,

σαν ακούραστοι φρουροί του τόπου αυτού,
με κάτι πάγκους και μια πορσελάνινη
χήνα υπό την προστασία τους.

***
Οι γνώσεις των δρυϊδών δε μας χρησιμεύουν πια.
Μα σαν απόηχοι ενός παρελθόντος
πλανιούνται στο έδαφος τούτο το ιερό.

Ένα τελευταίο φιλοδώρημα•
μια τελική θυσία αναίμακτη
μα και πικρότερη απʼ όλες τις άλλες.

Ο τελικός συμβιβασμός: μια εποχή
διατηρείται ολόκληρη σʼ ένα τεχνητό,
αδρανοποιημένο περιβάλλον αναψυχής.

Επίγειο Φεγγάρι

Σε είδα τότε που κυκλοθυμούσες:
πετούσαν τα μάτια σου σπίθες και
χτυπούσες τα δάχτυλά σου ανυπόμονα
στο ξύλο του τραπεζιού σʼ έναν
ταχύπαλμο ρυθμό — λες και
ήθελες να διώξεις το κακό χωρίς
να καταλάβω εγώ ότι χτυπάς ξύλο.
Διακριτικά
κοίταζες το φεγγάρι μεσʼ απʼ το
παράθυρο του δωματίου. Σαν
να το ζήλευες λιγάκι. Με την
αιώνια γαλήνη του έμοιαζε να σε
λοιδορεί, που δεν βρίσκεις την ησυχία σου.
Μάτια ανοιχτά, ανήσυχα, καρφωμένα
στην ασημένια σφαίρα ʽκει πάνω…
——————
Με κοίταξες κι εμένα, για λίγο, αλλά
ένιωσα σα να με διαπέρασε το βλέμμα σου,
λες και δεν ήμουν εκεί — και σου φάνηκα κι εγώ
σαν κοροϊδία, σα φάντασμα. Σα να είμαι κι εγώ
μονάχα εδώ επειδή έτσι ήθελα. Λες κι είχα μιαν
επιλογή εγώ, που εσένα δε σου δόθηκε ποτέ,
σαν επίγειο φεγγάρι, και με ζήλεψες κι εμένα…

Δαιμόνιος άνεμος

Ένας παιχνιδιάρικος άνεμος διαπερνά το
πρόσωπό μου. Μές απʼ τη μύτη μου γεμίζει
το κρανίο μου. Λες και θέλει να διαβάσει
τις σκέψεις μου. Λες και ζητά να μου πάρει
τη φωνή.
Λες και δεν αρκεί που τη φωνή μου θα τη χάσω,
ούτως ή άλλως, όταν τη παρασείρει το
πρώτο πέρασμά του, μαζί με το καπέλο
και την υπομονή μου…
Λες και δε φτάνουν τόσα τσιγάρα που ήδη
μουʼ χει κλέψει, μαζί με τη φλόγα που θα
τʼ άναβε…
Λες και δε φτάνει που αποκαλύπτει το
πρόσωπό μου όταν δε θέλω να το δείξω—
ή που μου το κρύβει όταν θέλω να με δουν…

Της Ηούς

Αλέξανδρος Ν. Αρβανίτης – 14/4/2010
Ηώς

Ι

Τινάζω τη νύχτα από πάνω μου. Ο ύπνος
με ήθελε δικό του. Το όνειρο, όμως, σε μια
στιγμή αδυναμίας (τη στιγμή που ανέτελʼ ο ήλιος),
χαλάρωσε τη λαβή του και κατόρθωσα,
με λίγο κόπο, να σπάσω τα δεσμά του.
Τα φυλακτά μου μʼ είχανε προδώσει:
Με ήθελαν μόνο να ζω για τʼ όνειρό τους,
και, περιορίζοντάς με σʼ ένα μόνο,
μου στερούσαν τη πικρή μα αναγκαία μου
αλήθεια, που λέει ότι όλα, εν τέλει, είνʼ ενύπνιον.

ΙΙ

Όλʼ αυτά τα τίναξα από πάνω μου. — Μα
τώρα οι δρόμοι κάτω απʼ τα πόδια μου,
ξάφνου, μου φαίνονται απάτητοι κι επικίνδυνοι.
Αλλά τουλάχιστον πατούν τα πόδια μου, ξυπόλητα ξανά,
σταθερά πάνω στα χαλίκια και το χλωρό γρασίδι. Εισπνέω
λαίμαργα το κοφτερό και κρύο αέρα ενός Απρίλη
ακόμα άγνωστου στα μέσα του μήνα. Έδιωξα τον
ύπνο κι έδιωξα και τον ρεμβασμό και τώρα βλέπω
το ίδιο να συμβαίνει κι έξω. Σιγά-σιγά φεύγει κι αυτό.

ΙΙΙ

Κατέβηκα στα νοητά έγκατα μιας ψυχής,
ανύπαρκτης μεν, μα δικής μου. Νύχτες
μελάνι ολόκληρες περνούσα στα σπήλαια
αυτά, γρατζουνίζοντας τους τοίχους
για ζωγραφίσματα των αρχαίων προγόνων
και σκάβοντας για χαμμένους θησαυρούς.
Και στο δρόμο είχα τα μάτια δεκατέσσερα
για μερικές αόρατες, μικρές ενδείξεις μαγείας
κι ορφανά κατάλοιπα περασμένων εποχών…
Τις ζωές που είνʼ εκτώς εύρους για μένα μόνο
μπόρεσα ποτέ νʼ ασπαστώ. — Αλλά είχα ξεχάσει
τους κοινούς κίνδυνους και των δυονών μου
κόσμων: — βορά στους αγύρτες πέφτει αυτός
που αποσκοπεί το δικό του τσαρλατανισμό.

ΙV

Το διαστημιστικό φτερό στο καπέλο
μου το τσαλάκωσε το βάρος του πισινού
ενός άνευ ενδιαφέροντος θυληκού• δε μπήκα
καν στον κόπο να του μιλήσω — ήταν ήδη αργά.
Οι λέξεις μου δεν είπαν ούτε λέξη μέχρι τώρα –
μόνον ό,τι ήθελε νʼ ακούσει ο κοσμάκης (ενώ ο
καθένας θʼ ακούσει το δικό του).
Τα ρούχα μου ξυλώνονται λίγο-λίγο και το
ροζάριό μου δεν έχει ακούσει (και δεν πρόκειται)
έστω και μια προσευχή να ξεφεύγει απʼ τα χείλη μου. —
το έχω για πλέων άγνωστους λόγους.
Τέλος και το βλέμμα μου ακόμα δεν πρέπει
να ʽναι τίποτʼ άλλο παρʼ άλλη μια στρώση
κόσμου πάνω απʼ αυτό που ήδη έβλεπα. ——

V

Τι να σας κάνω, αγαπημένα πλατονικά μου σπήλαια;
Γυναίκες, σοφοί, ποιητές, διδάσκαλοι κι εργονόμοι, —
η λίστα είνʼ ατέλειωτη — τσαρλατάνοι είσαστε κι εσείς,
που τάχα με διαβάζετε και τάχα μου λέτε και ποιος είμαι!
Το μυστήριο που είμαι εγώ δεν μπορώ σε σας να εμπιστευτώ.
– Ούτε καν στον εαυτό μου. – Με μάτια σαν κι αυτά — δικά μου
και ποτέ μα ποτέ στην κατοχή μου — θα μπορούσα,
άραγε, να δω ένα μόνο πρόσωπο πίσω απʼ όλες
αυτές τις γκριμάτσες; — κι αν μπορούσα θα το ʽθελα;
Όχι! Αυτή η ανόστια είναι που θα με σκότωνε.
Κι όμως! ένα σπήλαιο θέλω μόνο: της Ηούς –
ένα σπήλαιο σπηλαίων καλειδοσκόπιο.