Μου Λένε

Μου λένε να κοιτάζω μπροστά
και τους λέω:
Δεν θέλω να κοιτάζω μπροστά
θέλω πίσω να κοιτάζω.
Στο παρελθόν μου ανήκω
κι εκεί θα γυρίσω
όταν πεθάνω.

Νουθεσίες

Κοντά σου έμαθα τις λέξεις
ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ & ΥΠΟΜΟΝΗ.
Μακριά σου έμαθα
πώς εφαρμόζονται στην πράξη.

Σε Τεντωμένο Σκοινί

Η παραδοχή της αναπηρίας μου
χωρίς εσένα
είναι η εγγύηση της ισορροπίας
και της σταθερότητάς μου.

Κράτα με μην πέσω.

Γεμάτος Ήχους

Αυτά που έβλεπες πριν από τόσα χρόνια
τα βλέπω σήμερα με τα δικά σου
μάτια
και με τα μάτια μου
θα τα κοιτάζεις αύριο.
Τώρα είσαι γεμάτος ήχους.
Δεν μπορείς.

Περί Προνομίων

Τελικά είναι προνόμιο
να μη σε αναγνωρίζει κανείς.
Περπατάς στους δρόμους
που έχεις αφήσει τη ζωή σου
συνηθίζοντας
ακόμη και στην ιδέα
να ζεις χωρίς αυτήν.

Κάθε Φορά

Κάθε φορά που φεύγουν όλοι επιστρέφεις εσύ
για να μ’ αφήσεις πάλι μόνη.

Οριζοντίως και Καθέτως

Τόσο εσύ που βρίσκεσαι ψηλά στο διανοητικό σου βάθρο
όσο κι εγώ που βρίσκομαι στους πρόποδές του κατ’ εσέ
θα μπούμε οριζοντίως στον καυτό μας τάφο.

Η κόντρα βέβαια θα μπορούσε να συνεχιστεί και μετά θάνατον.
Θα μπορούσαμε, παραδείγματος χάριν, να ανταγωνιζόμασταν
στους πόντους – πιο ψηλά ή χαμηλά – που θα βρισκόμασταν καθέτως.

Τι τύχη όμως αδελφέ μου και αυτή…

Άλλοι θα ανοίξουνε το λάκκο μας.
Φαντάσου να τον σκάβαμε εμείς.
Θα καίγαμε τα χέρια μας.

Άρτια Λέξη

Άγρυπνε πόνε κλαις
γιατί δεν μπορείς να αρθρώσεις
ούτε μία άρτια λέξη
όταν ακούς τους άλλους
να μιλούν για σε
από τα στυλιζαρισμένα βάθρα
πολυτελών ξενοδοχείων.

Ίσως εν Τέλει

Ίσως εν τέλει ποίηση
να είναι κι ένας μαθημένος τρόπος ζωής.
Ένα ασφαλές μοντέλο συμπυκνωμένης λύπης
απ’ το οποίο δεν είναι εύκολο να βγει κανείς.

Θυμάμαι

γνωρίζω κάθε σπιθαμή του κορμιού σου, κάθε επιφάνεια, κάθε σημάδι, κάθε ραγάδα, κάθε ελιά σου (θυμάσαι που μετρούσες τις δικές μου; εκατόν επτά μου είπες ένα πρωί πως ήταν. εγώ κοιμόμουν κι εσύ μετρούσες) κάθε ρυτίδα – ρηχή ή βαθιά χαραγμένη – τη θυμάμαι. κάθε έκφραση χαράς στο πρόσωπό σου ή πόνου (θυμάσαι που κοίταγες τις αμυγδαλές μου σε κάθε δέκατο του πυρετού μου; Έπινες τα ούρα μου και υπολόγιζες την ουρολοίμωξή μου.) κάθε πόρο του δέρματός σου. εκείνες τις μαλακτικές κρέμες με γεύση από κεράσι. εσύ όμως μύριζες πάντοτε γαρύφαλλο. εκείνη τη βελούδινη υφή στη γλώσσα μου τη διατηρώ ακόμα. (το σάλιο μου και το εφηβαίο μου βρασμένο κάστανο τα έλεγες, μα εγώ δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τις δικές μου απ’ τις δικές σου μυρωδιές) τα λεπτά σου πόδια, το αραιό τρίχωμά τους, το στήθος σου. (θυμάσαι που μου έκανες εσύ την αποτρίχωση; με ήθελες όμορφη μόνο για σένα κι εγώ θύμωνα. ήθελα να ήμουν πάντοτε όμορφη ή καθόλου όμορφη, όχι όμως μόνο για σένα. ασφυκτιούσα στην ιδέα του “μόνο για σένα”. αντιδρούσα. έλεγα πως είμαι δική μου. “δεν είμαι πράγμα εγώ” και τι κατάφερα; κατάφερα. να είμαι δική μου. ολόδικη μου. τόσο δική μου που μερικές φορές αναρωτιέμαι εάν διατηρώ ακόμη την ικανότητά μου να παρατηρώ, να μυρίζω, να γεύομαι, να ακουμπάω, να ακούω ακόμη αναρωτιέμαι αν υπάρχω)