Η βροχή μέσα
περίσσεψαν μόνο αυτά εδώ τα ψίχουλα
ένα μολύβι
ένα στόμα που γελάει
ένας φλιτζάνι από καφέ άπλυτο για αιώνες
ένα θυμωμένο ρούχο
που δεν ήρθες
μια τσαλακωμένη επιθυμία που ταξίδεψε ποδοπατούμενη απ’ το πλήθος
την πάτησα κι εγώ κάποτε
πλήθος ήμουν
δεν την είδα
τώρα περίσσεψαν μόνο αυτά εδώ τα ψίχουλα
θα τα αφήσω
να ζήσουν ήσυχα
για πάντα
πάνω στο τραπέζι
και θα μετακομίσω
Χιλιομετρικό
Οι αποστάσεις
όταν τις συνηθίζεις
αρχίζουν να διαστέλλονται με θράσος.
Γιʼ αυτό
κλείνομαι μέσα στο σπίτι
μαζεύω
γραφές καταγραφές
υπογραφές
κι ετοιμάζομαι
για άλλους τόπους.
Τρόφιμος διαμερίσματος δηλαδή,
με μεγάλες βλέψεις
Ατυχίες
Ένα αυτοκίνητο περνάει με κόκκινο και
γίνεται θρύψαλα
πάνω σʼ έναν τοίχο
Σʼ ένα άλλο φανάρι ένας μετανάστης
προσπαθεί να πουλήσει ό, τι δεν κατάφερε να πουλήσει κανείς μέχρι τώρα
Μια μάνα σφίγγει στην αγκαλιά της με δύναμη
ένα μωρό και το σκάει
Το χαλάκι της εξώπορτας αρχίζει να πετάει
αρνούμενο την ταπεινότητά του
Ένα βιολί τρελαίνεται κι ακούγεται
σαν πιάνο
Ένα πιάνο τρελαίνεται κι ακούγεται
σαν σφυρί που καρφώνει στραβά ένα καρφί στον τοίχο
Εκεί κρεμάω έναν τεράστιο καθρέφτη
κι αυτός πέφτει
και γίνεται χίλια κομμάτια
Εφτά χρόνια γρουσουζιά ακόμα,
[έχω κι ένα υπόλοιπο απʼ τον παλιό λογαριασμό]
Ένα ρολόι
γίνεται μολύβι
ένα μολύβι γίνεται νανούρισμα
ένα νανούρισμα γίνεται
μοιρολόι
κι έτσι πάλι ξαγρυπνώ.
Ένα κουνούπι αυτοκτονεί υπερήφανο
πίνοντας το αίμα του
για να μην το σκοτώσω•
μʼ αυτό τον τρόπο παραμένει νεκρό για πάντα
Εν ολίγοις, θέλω να σας πω πως
αλλάζουν τα πράγματα











Poiein is back! Επιτέλους! Πολύ καλή ανάρτηση. Η Ειρήνη Σουργιαδάκη είναι ποιήτρια, “τρόφιμος διαμερίσματος/ με μεγάλες βλέψεις” δικαίως.
“[…]μια τσαλακωμένη επιθυμία που ταξίδεψε ποδοπατούμενη απ’ το πλήθος
την πάτησα κι εγώ κάποτε
πλήθος ήμουν
δεν την είδα
τώρα περίσσεψαν μόνο αυτά εδώ τα ψίχουλα
θα τα αφήσω
να ζήσουν ήσυχα
για πάντα
πάνω στο τραπέζι
και θα μετακομίσω”
εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γραφή… 🙂
Άνετη η ποιητική αφήγηση,
το ύφος γλαφυρό, και γνώση της δομής
Τρία εξαιρετικά ποιήματα!
Τι αισιοδοξια! τα χαλακια να πετανε, τα ψιχουλα να δικαιουνται ηρεμιας, οι τροφιμοι διαμερισματων να εχουν μεγαλες βλεψεις και τα κουνουπια ν αυτοκτονουν !!
η κ. Σουργιαδακη μας ειπε εν ολιγοις, πως αλλαζουν τα πραγματα…..
υπεροχη!!!
Θυμάμαι μια παλιότερη ανάρτηση με κείμενα της κ.Σουργιαδάκη. Τούτα δω είναι σαφώς καλύτερα.
Έχω όμως κάποιες ενστάσεις ειδικά σε ότι αφορά το τελευταίο ποιήμα. Αν και δεν είμαι απο αυτούς που υποστηρίζουν ότι πρέπει να υπάρχουν στεγανά μεταξύ των τεχνών του λόγου, πιστεύω ότι η αφήγηση στην ποίηση δεν μπορεί να είναι ίδια με αυτην του μυθιστορήματος ή του χρονογραφήματος. Έτσι δευτερεύουσες επεξηγηματικές προτάσεις μέσα σε παρενθέσεις, περιγραφές του τύπου “Ένα κουνούπι αυτοκτονεί υπερήφανο κλπ” ή η κατακλείδα ολόκληρη όπως είναι γραμμένη -κατα την ταπεινή μου άποψη- αδυνατίζουν τον ποιητικό λόγο.
Βέβαια, για να είμαι δίκαιος, πάρα πολλά απο τα ποιήματα που έχουν αναρτηθεί τον τελευταίο καιρό υποφέρουν απ’ την ίδια ασθένεια.
Χρόνια Πολλά σε όλους.
Aκόμη και στο τελευταίο ποίημα που είναι το πιο αδύναμο συγκριτικά από τα τρια, διακρίνει κανείς μιαν ΠΟΙΗΤΡΙΑ. Οταν η ανάγνωση σε κάνει να ανατριχιάζεις, όταν γίνεσαι εσύ το επιφώνημα του ποιήματος, ναι υπάρχει ποίηση. Η ποιήτρια τούτη, καταφέρνει ένα χτύπημα στα πλευρά της σαβούρας των ημερών μας. Και εις ανώτερα!
Θα σταθώ στη φωτογραφία της ανάρτησης, στο συνθηματικό Έρωτας ή Τίποτα, που ακούγεται σα δίλημμα αγνώστου ετυμολογίας, γιατί όντως η λέξη έρως, από το έραμαι και το ομηρικό ερατίζω, είναι άγνωστης προέλευσης. Επίσης, το τίποτα δεν υπάρχει, κι αν θέλει κανείς να μιλήσει για τον Χρόνο και το Τίποτα, τότε θα βρει το τίποτα, στην καλύτερη περίπτωση, στην απόσπαση από σκέψεις, στη συνηθισμένη περίπτωση κάποια διάψευση ή προσμονή. Ο Χρόνος και το Κάτι είναι αυτό που όλοι ξέρουν, γιατί ακόμη και η επιθυμία για έρωτα είναι κάτι που συμβαίνει μες στον χρόνο. Αν λοιπόν υπάρχει όντως εκούσια οργανική σύνδεση της φωτογραφίας με τα ποιήματα της ανάρτησης, τότε αυτά μιλάνε για το ενδεχόμενο του έρωτα, για ένα είδος προθετικότητας, αλλά…μπορεί και να κάνω λάθος.
Ας μιλήσουμε απλά και λιγόλογα σαν τα ποιήματά της. Η κ. Σουργιαδάκη είναι ποιήτρια.
ας μιλήσουμε απλα. δεν ξερω αν η κα Σουργιαδακη ειναι ποιητρια αλλα εδω έχουμε τρια ποιηματα της που ομολογω μου αρεσαν με μια επιφυλαξη για το τριτο , ισως γιατι ακολουθει τα δυο πρωτα.
Ετσι απλα
ειπα γεια κι εφυγα
μακρυα γραμμη το τιποτα
κουβαρι στα ποδια μου
ταξιδι…
… στον έρωτα του απείρου
λιώσανε τα παπούτσια
σκιστήκανε τα ρούχα
κι απέμεινα γυμνός
να ξετυλίγω το κουβάρι
με μόνη ελπίδα
ένα τέλος μυθικό
Είχα σκοπό να εκφράσω την άποψή μου για τα ποιήματα της Κας Σουργιαδάκη, αλλά η παραίνεση του Κου Σκληβανιώτη με αποθάρρυνε. Βαριέμαι θανάσιμα την αδολεσχία, αλλά από την άλλη … θαρρώ πως εάν ένα κείμενο είναι σε θέση, από μόνο του, να αποτελέσει μέτρο και κανόνα έκφρασης των σχολίων που απευθύνονται σε αυτό ή αφορμώνται από αυτό, λειτουργώντας παραδειγματικά για τους σχολιαστές του, τότε δεν χρειάζεται κανέναν Γκρούεζα.
Θα επιστρέψω με σχόλια όταν αρχίσει να γεννιέται η υποψία ότι η κυρία Σουργιαδάκη δεν είναι ποιήτρια. Μέχρι τότε, μπορώ μόνο να υποβάλω τα σέβη μου.
ντυμενη η Αριαδνη το μιτο
μπαινει στου Θησεα το μυθο
Θα ασελγήσω πάνω στην απόληξη του μικρού ναυτίλου, μπας και το νόημα έτσι κοινωνήσω:
“Μακριά στο σώμα και μακριά στο χώμα που πατώ, Χιλιομετρήθηκα. Τις μικρές Ατυχίες και τ’ αδόκητα συναπαντήματα θησαύρισα, και να με: ανήμπορος να μάθω τι δίνω, τι μου δίνουν και Δεν αλλάζουν τα πράγματα
Τρόφιμε ζωής αέρα… Έρωτας ή τίποτα”.
κ. Μίχο, αν μου επιτρέπετε, η μεταφυσικού τύπου διαλεκτική με τα πράγματα, δεν είναι άλλο παρά κακός υπολογισμός των αρχικών συνθηκών κάποιου βεβιασμένου εγχειρήματος. Αν οι προθέσεις είναι πράγματι σοβαρές, απόπειρα στην απόπειρα κάτι θα βγει, ή τουλάχιστον θα τείνουμε στο ζητούμενο. Άλλωστε κάθε Πράγμα δικαιώνεται μόνο απ’ τη χρήση του και όχι απ’ την ακούσια, πρωτότυπη δε λέω, κακιά ώρα,
που αποβαίνει εντέλει καλή μέσω μιας σουρεαλιστικής τσαχπινιάς ντυμένη το ένδυμα του από μηχανής θεού. Σφάλμα μέγα: το παράλογο είναι πάντα ρεαλισμός, όσο ρεαλιστικό ήταν και το νύχι του φλέμινγκ που έξυσε κάτι σαν μούχλα, όσο ρεαλιστικά ήταν και τα άλλα ίσαμε τότε νύχια που επίσης την έξυσαν και απλώς δεν καταλάβαιναν. Πάντα η πρόθεση και
η πιο ανίατη εμμονή θα μαρτυρούν στο όνομα των πραγμάτων που την περιβάλλουν με την ελπίδα μια μέρα κι αυτά με τη σειρά τους να μαρτυρήσουν τη φύση της ίδιας της εμμονής και την ίαση της μα όχι τη δική τους.
Μετρώ αρκετά σχόλια που απονέμουν τον τίτλο του ποιητή (από ποια έδρα άραγε;) και εξοργίζομαι – να σας στείλω καμιά κορνίζα άμα ξεμείνετε – οπότε θα απευθυνθώ στην αγαπητή Ειρήνη, μη τυχόν και παρασυρθεί, θυμίζοντας της ότι οι έπαινοι χαρακτηρίζονται μόνο από το ύψος αυτών που τους δίνουν και πως συνήθως κάποια δικιά τους χαίνουσα τρύπα καλύπτουν με κάτι τέτοια φαιδρά. Μόνο ενθάρρυνση για σκάψιμο, τίποτα άλλο. Κάτω απ’ τους άνθρακες, ως γνωστόν τα διαμάντια. Τείνεις…
και ο Μινώταυρος
κρυφα χαμογελάει
και λεει εσας
κανεις δεν θα πειραξει.
“Αφήστε ένα νέο ποιητή στην ησυχία του”…έφη Έζρα Πάουντ στο “αλφαβητάρι της γραφής”…
Ο νέος ποιητής πρέπει να γράφει απερίσπαστος, να μην σύρεται στην εύκολη αποδοχή ούτε στις νουθετήσεις…Καλό δρόμο Ειρήνη, μέχρι το πρώτο σου βιβλίο!
Το τρίτο ποίημα κατά τη γνώμη μου φέρει λανθασμένο τίτλο ή μάλλον για να το πω πιο ορθά, παραπλανητικό. Εγώ θα το ονόμαζα “Αλλαγές”. -παρατήρηση ενδεικτική ορισμένων λεπτομερειών, συμφωνώ με το σχόλιο 5 του περιηγητή-.
Καλό μέλλον Ειρήνη.
Υ.Γ. Η ενθάρρυνσή σας κύριε Μίκυ είναι έπαινος σε δίαιτα.
Κύριε Αραβανή, κάθε στίχος του ποιήματος είναι κι ένα μειδίαμα. Ίδιο με αυτό που αφήνει η φράση : Α, τι ατυχία!… όταν πια η αρχική σου πρόθεση δεν μπορεί να καθορίσει την ευτυχή έκβαση του επιδιωκόμενου αφού τσακίζεται τόσο σε αστάθμητους παράγοντες, όσο και στην ίδια την αυτοσυνείδηση-συναίσθηση ( και εδώ συμφωνώ με τον κ. Μίχο) ότι τα πράγματα γύρω -άρα και μέσα- πάνε απ’ το κακό στο χειρότερο κι έτσι ασθμαίνουσα μέσα στην επίγνωση της φύσης της, βρίσκει το κομμάτι της αξίωσης που αποζητούσε: το ίδιο να μοιάζει αλλαγμένο, έστω ατυχώς.
Ας την αδυνατίσω πιότερο την ενθάρρυνση κι ας την κάνω ευθεία αποτροπή: Ειρήνη, αλί και τρισαλί αν αλλάξεις τον τίτλο… Μα καλά, εσείς τί είδους ενθάρρυνση δίνετε ισχυριζόμενος ότι ο τίτλος είναι λάθος, έτσι εν κενώ και αλαφροπάτητα;… Α ναι, ξέχασα, τιτλοδότες γαρ! Αλί και τρισαλληλούια…
Την ενθάρρυνση της γνώμης μου.
Να υποθέσω κ. Μίκυ Μάους πως όταν ο Παλαμάς υποδεχόταν διθυραμβικά τον Ρίτσο, θα έπρεπε να ζητήσει άδεια διατύτπωσης εγκωμίων; Ποιόν ενοχλεί η γνήσια γενναιοδωρία ψυχής και η ενθάρρυνση σε ανθρώπους που δείχνουν ότι έχουν κάτι να πουν και κυρίως, να ξέρουν το πώς;
Φτάνει πια με αυτή την τσιγκουνιά ψυχής, οι καλοί ποιητές δεν καταστρέφονται από την αναγνώριση, από την προσπάθεια να τους αφανίσουμε και να τους ισοπεδώσουμε μάλλον κινδυνεύουν.
Κύριε Χριστοδουλίδη, αν ονομάσεις τη φλόγα πυρκαγιά (είτε γιατί τη φοβάσαι, είτε γιατί δεν την έχεις δει ποτέ σου), το χνώτο της εκφοράς του θαυμασμού της, θα τη σβήσει και μετά άντε γεια, άντε να βρεις άλλο καλοκαίρι. Θέλει σκάλισμα, καύσιμη ύλη και λυγερό αεράκι για να λαμπαδιάσει ο τόπος. Εγώ, επισκέπτης τυχαίος, διάβασα τρεις φλογίτσες, ντελικάτες, και είπα να καταθέσω κάποιες πυρο-καταλυτικές σκέψεις. Αν διαβάζατε προσεχτικά, θα βλέπατε ότι όχι μόνο ερωτοτρόπησα με τα ποιήματα, παραφράζοντας Ελύτη εν είδει αποστακτικού λογοπαιγνίου, όχι μόνο διέκρινα τους αδάμαντες στους οποίους τείνει η γραφή της, αλλά επιτέθηκα, συνετά θέλω να πιστεύω, άμεσα σε άκριτες κολακείες που, ελπίζω εν αγνοία τους, οριοθετούν ναρκοπέδιο.
Δεν χρειάζονται φανφάρες, η ποίηση είναι σεμνή τέχνη, ειναι ασκητική στο καμπούριασμα, είναι μόλις την βρεις να την καις και να την πλάθεις πάλι, είναι ό,τι δεν χωρά σ’ αυτά τα είναι μου εντέλει. Μου προσάπτετε τσιγκουνιά, όταν απλώς θέλω να αφήσω στον σπόρο να ονειρευτεί το σχήμα του δέντρου που θα πάρει, κρίμα. Για έναν νεαρό η γενναιοδωρία πρέπει να σημαίνει προοπτική… έξω απ’ το κάδρο, άνευ παράδοσης σκυτάλεων και άλλα κοντόθωρων αστειοτήτων.
Α, και οι υποθέσεις ξέρετε, καθώς και η κρυόκωλη ειρωνεία είναι συνήθως βολικό καταφύγιο για την κυνηγημένη διανόηση.
Παρόλα αυτά, ναι, μπορώ να υποθέσω πως αν ο Παλαμάς ήταν πιο φειδωλός στους εγκωμιασμούς, αν κρατούσε κάνα βούρδουλα στην ανάγκη, ποιός ξέρει, ίσως να καθάριζε λίγο το μάτι του Ρίτσου και να έβλεπε αυτό το ένα (που δεν ήταν ένα) χαλασμένο πορτοκάλι που μολύνει και τα υπόλοιπα φρέσκα γιατί μοιράζονται το ίδιο καφάσι, αν καταλαβαινόμαστε… Άσε που με καλή πίστη, άντε μπορώ να δεχθώ την Ειρήνη να υποδύεται τη Ρίτσαινα, αναρωτιέμαι όμως: τον Παλαμά, ποιός θα τον παραστήσει… Ας συνέλθουμε, όλοι.
Αχ, νυστάζω κύριε Μίχο, κυνηγάτε μάγισσες; Ούτε που σας γνωρίζω, μα την Παναγιά, τη Μυρτιώτισσα!