…ΚΑΙ ΕΙΣ ΕΝΑ ΚΥΡΙΟΝ…

Ι

Είναι Αυτός που Είναι.

Είναι ο Λόγος που μίλησε και δεν μιλήθηκε.
Είναι ο Λόγος που γράφτηκε και δεν έγραψε.
Ο Λόγος που Είναι.

Το ωχρό του σώμα, περγαμηνή απλωμένη, καρφωμένη στις τέσσερις άκρες της πάνω στο ξύλινο τελάρο, στεγνώνει στον ήλιο. Οι πληγές από τα καρφιά στάζουν νερό, ριζάρι και κιννάβαρι, καθώς στραγγίζουν οι Γραφές που κουβαλούσε μέσα του. Ύστερα, η περγαμηνή θα πλυθεί ξανά, θα καθαριστεί, θα ξυστούν και θα σβηστούν τα τελευταία απομεινάρια της παλιάς υπόσχεσης και επάνω της θα χαραχτεί η καινούργια. Ανάμεσά στις δυο τους, στριμωγμένο ανάμεσα στη φωνή του Πατέρα και στη σιωπή του Γιου, σκέφτομαι τους λόγους που καθιστούσαν απαραίτητη την ανανέωση της υπόσχεσης.

Η φωνή – Ο Πατέρας – Η προσταγή
Η σιωπή – Ο Γιος – Η υπακοή
Κι ύστερα, η κραυγή του Γιου σκίζει την καρδιά του Πατέρα.
Κι η σιωπή του Πατέρα ρημάζει την καρδιά του Γιου.

Είμαι η σιωπή του Γιου και η κραυγή του Πατέρα.
Είμαι η κραυγή του Γιου και η σιωπή του Πατέρα.
Είμαι η βουβή κραυγή
Και η σιωπή που ξεκουφαίνει.
Είμαι το Πνεύμα.

ΙΙ

Δεν ξέρουν τι κάνουν.

Έχει πολύ Πατέρα ακόμη μέσα του. δεν νοιώθει οίκτο για τους σταυρωτές του. Δεν τους έχει καν εμπιστοσύνη, τους απαξιώνει. Η εμπιστοσύνη του στον Πατέρα είναι τυφλή, και τίποτε δεν του κλονίζει την πεποίθηση ότι ο Πατέρας γνωρίζει τι κάνει.

ΙΙΙ

Γιατί μʼ εγκαταλείπεις;

Όσο προχωρά ο θάνατος, τόσο κερδίζει έδαφος μέσα του ο άνθρωπος. Η νίκη του Γιου, η ήττα του πατέρα. Νίκη ενός δευτερολέπτου, γιατί τη στιγμή που ξυπνάει η συνείδηση, πεθαίνει. Προτού πεθάνει, πεθαίνει η εμπιστοσύνη στον πατέρα, ο πατέρας ο ίδιος. Και μέσα στο θάνατό του, ο Γιος θα αναστηθεί, ο νεκρός Γιος του θεού θα αναστηθεί ως Γιος του Ανθρώπου.

IV

Τετέλεσται

Οι γραφές εκπληρώθηκαν. Η παλιά υπόσχεση δεν ανανεώθηκε. Ο Πατέρας δεν έσωσε το Γιο, όπως άλλοτε είχε σώσει τον Ισαάκ. Η παλιά υπόσχεση δεν τηρήθηκε. Η νέα υπόσχεση ακύρωσε την παλιά, ακύρωσε κι εκείνον που την έδωσε. Η νέα υπόσχεση επικυρώθηκε με αίμα, κι ο Λόγος έδωσε το Λόγο του. Το Χέρι του Γέρου έγραψε στην πέτρα: υποταχθείτε στον Ένα. Ο Λόγος όμως δεν ανήκει σε κανέναν, παρά μόνο στον εαυτό του: αγαπήστε ο ένας τον άλλο.
Ο Λόγος ειπώθηκε. Οι Γραφές σβήστηκαν. Ο Λόγος έγινε σάρκα. Οι πέτρινες πλάκες κομματιάστηκαν. Ο Άνθρωπος πέθανε, η Ζωή νίκησε.
Ο περιούσιος λαός λευτερώθηκε, ο περιούσιος θεός εξαερώθηκε. Το σύμπλεγμα έσπασε σαν κακό σπυρί, τα δεσμά κόπηκαν. Ο Γιος λευτερώθηκε. Όμως…

V

…στο ανοιγόκλεισμα των ματιών, στον τεντωμένο ενεστώτα, οι στρατιώτες γίνονται πιστοί, τα δόρατα εξαπτέρυγα, ο δήμιος πρωθιερέας, ο τρελο-προφήτης Σωτήρας. Αλλά γιατί να είναι Ένας και Μοναδικός ο Κύριος, ο Λυτρωτής, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου;
Αυτό που χωρίστηκε ξανάγινε ένα.
Το ρόδι που έσπασε ξανάγινε ακέραιο.
Η φαγωμένη σάρκα του Λόγου ξανάγινε ακέραιη, ξαναζωντάνεψε – και ο Λόγος έγινε Γράμμα.

Κι εγώ, το Πνεύμα, στριμωγμένο ανάμεσα στο πλήθος που γονατίζει και στο Σώμα που ξανασταυρώνεται, αναρωτιέμαι εάν αξίζει μια εκ νέου ανανέωση της παλιάς υπόσχεσης.