Πηνελόπη

Χρόνια το ίδιο πουκάμισο υφαίνω και ξηλώνω
να ντύσω ένα σώμα αδειανό.
Τα δάχτυλα απʼ το αδράχτι ματώνω
κι είναι το μόνο αληθινό.

Και δεν έρχεται ένα όνειρο,
βαθύ, λυτρωτικό,
τον ύπνο μου αφόρισα,
καίω κάθε τι αιρετικό.

Μην έρθεις Οδυσσέα,
δεν έχει γη για να διαβείς.
Η Ιθάκη πια εγέρασε,
δεν είναι αυτή που νοσταλγείς.

Μην έρθεις Οδυσσέα,
άφησέ με να σε περιμένω.
Χάρισέ μου ένα άλλοθι
για όλα εκείνα που αποφεύγω.

Το ανεκπλήρωτο

Αυτό που πάντα θα διαρκεί,
είναι αυτό που πάντοτε θα λείπει.
Στο πίσω μέρος του μυαλού μας μια εικόνα.
Κι εσύ, πάντα έξω από την εικόνα αυτή,
στου σκηνοθέτη την καρέκλα
να κατευθύνεις αυτόν που σε υποδύεται.
Κι εγώ, πάντα στα παρασκήνια,
στο ρόλο του υποβολέα,
να μου επιβάλλω τις σωστές ατάκες.

Αντίτιμο

Τώρα που στέρεψαν οι τύψεις
Και μείναν μόνο τα σκυλιά
Ποιος θα νοιαστεί για όνειρα;

Την παιδική τη σάρκα σου
Τους έδωσες βορά
Κι εσύ γυμνός έτρεξες να ξεφύγεις.

Φυγάς στο σώμα σου έγινες,
Τα χνάρια έσβησες,
Ντύθηκες κάποιος άλλος.

Αργά κυλούσε η φθορά
Στους φόβους και στις φλέβες.
Κι όσο έξω οι πληγές γιατρεύονταν
Μέσα αράχνες τρέφονταν από το νέο δέρμα.

Αναβολές

Όλο κάνω πως γράφω
κι άδειες σελίδες γεμίζω
χωρίς αυτά που θέλω
να μπορώ να πω.

Νόμιζα πως σε γνώριζα καλά.
Μα όταν έλειπαν
τα προσχήματα και τα άλλοθι για αγώνες,
όταν δεν υπήρχαν άλλες φωνές
που προσπαθούσες να καλύψεις,
δεν ήξερες τότε τι να πεις
και πώς τα όσα ανέβαλλες να τα δικαιολογήσεις.

Ανώφελα τρόπαια, πάντα κομμάτια του εαυτού.
Κι όσο η συλλογή μεγάλωνε, μίκραινες εσύ
ώσπου πια δε σε γνώριζα.
Με χαιρετούσες δειλά
μα δε σ’ αναγνώριζα.
Μόνο έγνεφα αμήχανα
και προσπερνούσα βιαστικά.

Έφθειρα τόσο πολύ τις λέξεις
σε ανώδυνες κουβέντες
που τώρα άχρωμες ηχούν.
Οι σιωπές μου μ’ εγκατέλειψαν.
Τώρα, τώρα πρέπει να μιλήσω.

Έξοδος

Βότσαλο στη λίμνη η αλήθεια
κι εσύ με ομόκεντρους κύκλους
να απομακρύνεσαι.

Χάικου

Φύλλα πέφτουν
στου ποταμού την όχθη.
Κάποιος έφυγε.