ΒΡΟΧΗ
Κεραυνοί και βροντές χείμαρροι
πάνω σε τοίχους αυτοκίνητα χώματα.
Σημειώνω σκυφτός μαξιλάρι στο πάτωμα
με τριγύρω μου ντάνες χαρτόνια καλώδια
όργανα σπίτια ξεχασμένα αγροκτήματα.
Προσκυνώ κυνικά το μηδέν
με στραβό μου το βλέμμα στο ένα
καθώς πέφτω σε ρεύμα σε βάραθρo
σε βυθούς στροβιλίζομαι-
επιστρέφω ξανά στα χαρτιά.
Υγρασίες σπασίματα πρόσωπα
η ζωή έτσι περνάει έτσι έρχεται
χρόνια τώρα πολλά ξεχασμένη σαν ψάρι
που κοιμάται που ψοφάει σκοτεινά μες στη γυάλα του.
Στο μονότονο κρυφό εργαστήρι
λησμονάει να βρέξει λησμονεί να αγκαλιάσει
προτιμάει να σβήσει και σήμερα πάλι μού ήρθε
πάλι μου έφυγε
καθώς μου ΄πε προτιμάω τη νύχτα προτιμάω το θάνατο.
Προσκυνάμε το θάνατο
αγαπάμε το θάνατο
αγκαλιάζουμε θάνατο
όπως όλοι οι νεκροί που βαδίζουν στο δρόμο
που τρώνε που πίνουν νερό.
Η βροχή σταματάει εγώ συνεχίζω
σαν αυτή να ποτίζω να σκάβω το χώμα
να στοιβάζω τις λέξεις το στήθος να σκίζομαι
αιωνίως στο τίποτα να δίνω αράδες
να δίνω τα κύματα
να προσφέρω φτιαχτό μου το ψεύτικο πρόσωπο.
Ένα παιδί (περιστατικό στη Hauptplatz)
Ένα παιδί 12 χρονώ ήρθε σήμερα και μου ζητιάνεψε.
Ένα παιδί 12 χρονώ ήρθε σε μένα σήμερα και ζητιάνεψε την ώρα
που έτρωγα όρθιος αφηρημένος στην καντίνα.
Ένα Τουρκάκι Κουρδάκι Αιγυπτιάκι Αραβάκι.
Με κοίταξε ειρωνικά στα μάτια
όταν αρνήθηκα τα λεφτά μου να του δώσω.
Με ρώτησε ειλικρινά για το λουκάνικο: «Είναι καλό;»
Μια φωνή που δεν ακούστηκε απ΄ τη ντροπή
που πετάχτηκε που χτύπησε στο απέναντι κτίριο
και συντρίφτηκε με κρότο στο πεζοδρόμιο.
Ένα μελαμψό παιδί που σύρθηκε απ΄ το μανίκι
στο τούρκικο και κατάπιε με τεράστιες μπουκιές
το φαΐ που μετανοημένα του αγοράστηκε.
Ένα μικρό παιδί σε μια ξένη χώρα με τυρκουάζ καπελάκι
με μαύρα παπούτσια δίχως λέξη ξένης γλώσσας
πεινάει στο δρόμο ζητάει φαΐ, λεφτά
και δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει τι του έχει συμβεί.
Τρώει υπάκουα το φαΐ που του αγοράστηκε,
ευχαριστεί τον κύριο και φεύγει.
Γυροφέρνει λίγο ακόμα στην πλατεία
ανόητα άσκοπα ζαλισμένα.
Σάββατο βράδυ σε μια ξένη χώρα δίχως λέξη ξένης γλώσσας
ένα μικρό παιδί κάθισε στο βρώμικο πλακόστρωτο
μπροστά σε ανέμελους περαστικούς
έβγαλε το τυρκουάζ καπελάκι του και ζητιάνεψε.
Που μετανιώνεις-
Το κορίτσι με το τρυφερό στήθος το διψασμένο μυαλό.
Το κορίτσι με το όμορφο στραβό χαμόγελό της.
Το κορίτσι που γελάει γελάει κλαίει με το χαζό αστείο
πιο έξυπνη κι από όλα τα θινκ τανκ μαζί.
Το κορίτσι που ναι βέβαια, θέλει, γουστάρει,
μα όμως πάντοτε αγκαλιάζει με τύψεις.
Το χέρι πάνω τους. Το ίδιο χέρι, την ίδια στιγμή.
Το άρωμα της μιας πάνω στο άρωμα της άλλης.
Το δέρμα της μιας πάνω στο δέρμα της άλλης.
Το σώμα της μιας πάνω στο σώμα της άλλης
την ίδια σφιχτοδεμένη αυτή στιγμή της τρελής ξέφρενης κάβλας.
Το άρωμα που χώνεται σαν καρφί τρυπάει τον εγκέφαλό σου.
Το άρωμα που τρυπάει για πάντα πέρα ως πέρα
τα καμένα μηνίγγια σου.
Το άρωμα που σε παίρνει σε σπρώχνει να σπας να ραγίζεις
το ταλαίπωρο σώμα σου,
σε παίρνει σε σπρώχνει να σπας να ραγίζεις το ταλαίπωρο σώμα
της ανύποπτης άλλης.
Που μετανιώνεις ύστερα που προσπαθείς με κάθε τέχνασμα
με όλη τη μανία σου να ζεις.
Που μετανιώνεις που προσπαθείς με κάθε τέχνασμα με όλη
τη μανία σου να δείξεις ότι ζεις
ότι υπάρχεις στην άλλη.
Που μετανιώνεις που ταξιδεύεις σε σκοτεινά δωμάτια
που μιλάς με σκονισμένα χώματα
που δε στρέφεις καν στη γωνία δε θέλεις να γυρίσεις το κεφάλι.
Που μετανιώνεις – γιατί δε ζεις.
Γιατί νομίζεις ότι ζεις.
Γιατί πεθαίνεις.
Γι΄αυτό.
Ω ναι γι΄αυτό.











Κύριε Παστάκα ευχαριστώ πολύ για την ανάρτηση, έχει γίνει όμως ένα τυπογραφικό 🙂 λάθος: το τελευταίο ποίημα έχει τις τελευταίες 6 γραμμές παραπανίσιες. Οι ίδιες βρίσκονται (σωστά) πιο πάνω. Δηλαδή το ποίημα τελειώνει στο στίχο: «Ω ναι γι΄ αυτό.» Αν μπορείτε κάντε μου μια διόρθωση….
ΟΚ,
αν και μου άρεσε…έτσι όπως μου τάστειλες…κι εγώ παραξενεύτηκα, αλλά τελικά ήταν σαν ρεφρέν…ξανασκέψου το για την έκδοση!
Ποίηση είναι ότι ξεφεύγει από τον έλεχγό μας…