ΒΡΑΔΙΝΗ ΠΟΡΕΙΑ
Κατ΄αρχάς θα περισυλλέξω από το τραπέζι τα ψίχουλα των προσδοκιών.
Θα τακτοποιήσω το μικρό δώμα, με τη θέα προς το μεγάλο δρόμο, εκείνο που αιώνες τώρα φιλοξενεί διαβάτες θλιμμένους, ανθρώπους νικημένους, πιστούς ακολούθους των καιρών.
Θα περπατήσω σιμά στη σιωπή, κάτω από ντροπιασμένα φώτα, δίπλα σε σφραγισμένα πηγάδια, κάτω από τα σκισμένα λάβαρα των λησμονημένων επετείων.
Μονάχα σαν γονατίσει η αυγή πάνω στα ανθρώπινα είδωλα θα επιστρέψω στη σκοτεινή κάμαρη με τις αρχαίες δημιουργίες, τους λυπημένους τοίχους.
Θα κοιτάξω για άλλη μια φορά το παραμορφωμένο παραπέτασμα του κόσμου, έτσι όπως φαίνεται μέσα από τις μυριάδες ψηφίδες κάποιας κίτρινης βροχής.
Με τρόπο σεπτό και ταπεινό, καθώς αρμόζει θα λάβει τέλος άλλη μία από εκείνες τις περίφημες, νύκτιες τελετές της ενηλικίωσης.
Η νύχτα τότε, -να θυμάσαι πως σου μιλώ σε τόνο βραδινό-, άλλη μια νύχτα, θα σωριαστεί νεκρή πλάι στα παμπάλαια απογεύματα, πλάι στα σώματα των επερχόμενων ημερών.
ΣΥΝΤΟΜΟ ΣΧΟΛΙΟ
«Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη», γράφει ο Ιρλανδός με το γυάλινο προσωπείο. Και ο λόγος του φτάνει μέχρι την Αλεξάνδρεια και έρχεται και κουρνιάζει δίπλα στη σιωπή του Κωνσταντίνου. Δυο άνθρωποι, δυο διαφορετικοί κόσμοι, εκπρόσωποι των οριζόντων που δείχνουν οι μεταλλικοί ανεμοδείκτες των αιχμηρών σκεπών, ο Καβάφης και ο Γέητς συναντιούνται μες στους στίχους της ποιήσεώς τους. Η αγωνία, η κοινή τους αγωνία, η μεταφυσική, η ανήμερη, διαχρονική αγωνία τους συνιστά την ίδια αγωνία των δικών μας ανώφελων καιρών.
«Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος•
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.»
Ο Καβάφης, δίχως κανένα λεκτικό στολίδι περιγράφει μια οικεία εικόνα. Μια εικόνα από εκείνες που απαντά κανείς στα ερημικά καφενεία της υπαίθρου, με τις ψάθινες καρέκλες του κατσίβελου και τα ξύλινα, πολυκαιρισμένα τραπέζια, που έχουν ακόμα την οσμή του ούζου, τα καφετιά ψήγματα του ξεραμένου καπνού. Φαντάζομαι τον ποιητή, να στέκει παράμερα, τότε, στον καιρό της δεύτερης νιότης του και να συλλαβίζει το φόβο του γήρατος. Απέναντί του ένας ηλικιωμένος, αξιοπρεπής κύριος. Το καπέλο με το σκληρό γείσο και την κατάμαυρη κορδέλα, το κομποσκοίνι με τις πορφυρές χάντρες, λιγοστά, μεταλλικά νομίσματα πλάι στο φλιτζάνι του καφέ και έπειτα δυο χέρια. Δυο χέρια που έπαψαν πια να ανοίγουν δρόμους, που έπαψαν πια να κουβαλούν την ορμή των καταρρακτών. Δεν μιλά εκείνος ο γέρος, μονάχα συλλογίζεται τα ξοδεμένα χρόνια, δίχως καμιά αγωνία, δίχως καμιά έγνοια για τον καιρό που σώθηκε.
«Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη και με τρίχες λευκές πλάι στο τζάκι ως θα είσαι για στοχάσου και σκέψου τη γλυκιά τη ματιά σου. Μα και πάλι ονειρέψου τις βαθιές και χαμένες των ματιών σου σκιές.»
Ο Γέητς, στοχάζεται τις μέρες του, τις παμπάλαιες, ξοδεμένες μέρες του. Όπως και ο Αλεξανδρινός, έτσι και εκείνος, γνωρίζει καλά πως κάποτε θα καταφτάσουν μανιασμένες οι γερασμένες σκέψεις. Ξέρει καλά, πως κάποτε θα έρθουν τα περίφημα, αρχαιολογικά πρωινά και οι θλίψεις πια δεν θα έχουν άλλες μορφές για να αλλάξουν. Οι δειλές λατρείες θα έχουν λησμονηθεί και ξεθωριασμένες θα απομένουν, καθώς οι καφετιές προσόψεις των σπιτιών στις προσφυγικές συνοικίες της πόλεως. Οι σιδερένιοι δρόμοι, εκείνοι που κάποτε έφερναν ήχους ερώτων, επιθυμιών σφοδρών, θα μοιάζουν πια με λάβαρα ξεφτισμένα, παρατημένα πλάι στις σωριασμένες αψίδες των θρυλικών μας επετείων.
«Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.»
Η επώδυνη αποδοχή της ήττας. Εκείνης της τραχιάς ήττας που μόνο με τις νύκτιες συναλλαγές μας μπορεί να συγκριθεί. Ο Καβάφης πάντα σταθερός απέναντι στη μοίρα του, αγγίζει τα σπασμένα αθύρματά της, τα θρυμματισμένα απομεινάρια των επιλογών. Κάμει την αγωνία του συνήθεια και δεν στοχάζεται πια εκείνον τον ξένο που κάποτε συνάντησε στον καθρέφτη και εκείνος ψέλλιζε αλλόκοτες συλλαβές, ακατάληπτων φράσεων. Δεν μνημονεύει πια εκείνον που μιλούσε χρόνια τώρα, μέσα από το θολό τζαμωτό για τις νεκρές, επερχόμενες μέρες μας.
«Στη θρακιά σκύβει τώρα- σιγοτρέμουν τα χέρια, μουρμουρίζει τη θλίψη, πώς η αγάπη περνά, ξεκινάει και ανεβαίνει σε βουνά μακρινά τη μορφή του να κρύψει σε κορών απ’ αστέρια.»
Δυο άνθρωποι, δυο ποιητές που έζησαν παράλληλους βίους, πιστά δοσμένοι στην υψηλή δοκιμασία της τέχνης. Γητευτές των πιο βαθιών νοημάτων, οι δυο ποιητές ανταλλάσουν σήματα ασθενικά. Και από την Αλεξάνδρεια μέχρι το Δουβλίνο, φεγγίζουν οι ιδέες και τα οράματα, τα πιο θλιβερά και ανθρώπινα μαζί.
Τα δυο, ετούτα ποιήματα αποδεικνύουν, πέρα από ρομαντικές προσεγγίσεις και αλληγορικά νοήματα, πως η ποίηση δεν είναι μονάχα λόγια αραδιασμένα στο χαρτί, με μέτρο και άξιο συλλαβισμό. Η ποίηση αντλεί τα θέματά της από τη ζωή και η ζωή δεν διαφέρει σε κανένα τόπο, σε καμιά αυλή ή κάμαρη. Ο Γέητς και ο Καβάφης, όπως τόσοι άλλοι που κατάφεραν να μιλήσουν, ξεπερνώντας τις γεωγραφικές αποστάσεις, κατόρθωσαν και κάτι πιότερο σπουδαίο. Κατάφεραν να επιβεβαιώσουν την οικουμενικότητα της ποίησης.
(Τα αποσπάσματα προέρχονται από το ποίημα «Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη», του Γέητς και το «Ένας Γέρος», του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη.)











Άλματα και προβολές πολλές. Προσπάθεια να συνδυαστούν πράγματα μερικώς ασυνδύαστα. Μπαλώματα που σίγουρα δείχνουν έναν ευαίσθητο νέο άνθρωπο, που φαίνεται πως θα δώσει ιδιαίτερα κείμενα, αλλά για την ώρα μένει στην επιφάνεια δικών του εκδοχών (όπως λίγο πολύ όλοι μας εξάλλου, ωστόσο υπάρχει και το παραπέρα).
Κάποια σημεία βέβαια ξεχωρίζουν με την αυθεντικότητα της γνήσιας, ευγενικής και καλοπροαίρετης ματιάς του Α. Θηβαίου, αλλά επαναλαμβάνω πως υποτάσσονται στην ανώριμη ματιά του, στην έλλειψη ουσιαστικής βιωματικής εμπειρίας και βάθους, τα οποία υποθέτω πως κυρίως οφείλονται στο νεαρό της ηλικίας του (το οποίο επίσης υποθέτω-προσλαμβάνω).
Καλοπροαίρετα και μερικώς αυθαίρετα χαιρετώ την ποιητική ματιά του κ. Θηβαίου.