SEVENTEEN ELEGIES FOR SAIT SELIM HALMAN
1
Life bounced away from you
like a lost ball,
taking its mystery
where you knew
it would have to end
anyway.
The world no longer consists
of redeeming mists,
it is but dark dough
of the unknown.
2
On crossroads that lead to four sides of despair
I stand like a tree trunk
summoning in vain the angel with my sap.
I do not know with whom I would want to await the dawn:
with those who cry or with those who sing?
For those who cry will slowly console themselves
and those who sing will tire of their song.
3
I was not blessed to witness
the best years of your manliness.
Your children I shall never dandle on my knees.
And the stories I prepared for them a long time ago
I shall tell weeping to the stars
which now explain you.
4
Noon and midnight
point to this non-existing I of ours –
the touching drama of mutuality
and having no one to flee from.
5
O the agonized unfolding of unthinkable wings
as your shadow was pulled from under your feet…
O the broken sprig of light on the miraculous lawn
granting immediate ease and abundance…
One nest replenished, one just begun.
6
The Turkish flag draped over your plain coffin –
one more flaming barrier
between your nights
and my days.
It lies heavier than all the weight
of our historical past
and its brightness
hides you from me this afternoon
more cruelly than darkness.
7
A sudden sunshaft of whirling dervishes
expels the gloom from your shrouded peace.
A dark leaf flutters through the weary mistiness
and wetly glides over our naked hearts.
Oh, let me turn the leaf!
8
All those acres of bed
for such a slender body!
Sleep, my precious one,
heal into the blue dream of an angel.
Your soul leads like a thread to those white clouds
that will suddenly come to life and carry you on.
9
The white carnation from your grave
transforms all your miracles
into one frangrance.
I can already tell the sob of a butterfly.
10
In your dream I too am lost forever.
But I shall know your spirit
were it woven by darkness
or shining with an inner glow.
Itʼll give itself away by a small sign,
perhaps by a caterpillar
before it changes into a butterfly.
11
Where now can grow
the tulipsʼ joy?
12
Listen, not one bird recalls its song,
not even wind tousles the trees with weather.
Never before has silence been so gracious.
13
Your absence leans against our senses
like a heavy interjection.
No one has the strength
even a grain of strength
to put at least a comma.
14
You have caught my whole affection
with the thin line of your life;
you have caught my deepest sorrow
with the winged bait of your death.
And now beside the murky lake
of my mind I sit awake
and cast and wind and haul to land
your countless forms upon the sand.
15
No house is home without your laughter.
But how to reach the moral of your loss,
to rip myself through scaly air,
to flow into your sleep,
to heal this open wound
with your remedial smile?
16
I who made memories from the pit of my palm
know that thereʼs no depth
that can take you away.
Who thinks of you, dissolves in your clarity,
beyond ageing and beyond dying.
17
Your parentsʼ pride
and their sublime hope –
O child, in your gentle nest,
dabbed by all the colours of eternity,
like you may our hearts not hesitate
when to live and to die
is the same.
Istanbul – Athens, July 1983
ΔΕΚΑΕΦΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΑΪΤ ΣΑΛΙΜ ΧΑΛΜΑΝ
1
Η ζωή
αναπηδώντας κύλησε
σαν μπάλλα
μακριά σου
το μυστικό της παίρνοντας εκεί
όπου ήξερες πως οπωσδήποτε
θα τʼ οδηγούσε.
Δεν είναι ο κόσμος πια
οι ομίχλες που λυτρώνουν
τώρα εινʼ ο κόσμος
μια ζύμη σκοτεινή
του Αγνώστου.
2
Τα τέσσερα σημεία της απόγνωσης
ανοίγονται
στο σταυροδρόμι αυτό που υψώνομαι
δέντρου κορμός
με τους χυμούς μου ανέλπιδα τον άγγελο καλώντας.
Με ποιούς να περιμένω την αυγή;
Μʼ αυτούς που τραγουδούν;
Μʼ αυτούς που κλαίνε;
Οι ίδιοι που κλαίν σιγά σιγά
θα παρηγορηθούν μονάχοι
κι αυτοί που τραγουδούν θα κουραστούν
απʼ το τραγούδι τους.
3
Στερήθηκα την τύχη, δε σε γνώρισα
όταν θα ωρίμαζες, στα πιο όμορφά σου χρόνια.
Κι ούτε ποτέ θα μου δοθεί στα γόνατά μου
παίζοντας να χορέψω τα παιδιά σου.
Αντί για τα παιδιά σου εγώ στʼ αστέρια
που τώρα μου εξηγούν την ύπαρξή σου
θα κλαίω και θα τους λέω τα παραμύθια
τα παραμύθια που από χρόνια
τους ετοίμαζα.
4
12 μεσημέρι και μεσάνυχτα
δυο δείχτες δείχνουν ότι δεν υπάρχουμε
το δράμα μιας απτής αμοιβαιότητας:
να μην υπάρχει τίποτε, κανείς
για να μπορείς να του ξεφύγεις.
5
Αγωνιακό ξεδίπλωμα φτερών απίθανων
καθώς κάτω απʼ τα πόδια σου ξεγλύστρησεν η σκιά σου.
Φωτός κλαράκι που έσπασες εκεί
στο χόρτο το θαυματουργό
όπου σου δόθηκε γαλήνη και ξεκούραση.
Η μια φωλιά που ορφάνεψε
για να γεμίσει η άλλη.
6
Το απλό σου φέρετρο σκεπάζει η ημισέληνος
ένας ακόμα πύρινος φραγμός
ανάμεσα στις μέρες μου
και στις δικές σου νύχτες.
Έτσι που απλώνεται βαραίνει περισσότερο
απʼ το μακραίωνο και κοινό μας παρελθόν
κι έχει ένα τέτοιο φέγγος
σήμερα τʼ απόγευμα
που από τα μάτια μου σε κρύβει πιο σκληρά
κι απʼ το σκοτάδι.
7
Και ξαφνικά
στριφογυρίζουνε δερβίσηδες
μέσα σε μια ηλιαχτίδα
και διώχνουν και σκορπάνε το σκοτάδι
απʼ τη γαλήνη του σαβάνου σου.
Τότε ενός δέντρου φύλλο σκοτεινό
φτεροκοπάει νωπό στην κουρασμένη καταχνιά
και πάνω απʼ τις γυμνές μας τις καρδιές γλυστράει.
Ω, αφήστε με το φύλλο να γυρίσω!
8
Το βεργολίγερο κορμί ξαπλώθηκε
σε τόσα στρέμματα πελώριου κρεββατιού!
Κοιμού, ακριβό μου, και γαλήνεψε
σʼ όνειρο αγγέλου γαλανό.
Κλωστή η ψυχή σου ενώνεται με σύννεφα λευκά
που ζωντανεύουν ξαφνικά
για να σε ταξιδέψουν.
9
Ένα λευκό γαρύφαλλο του τάφου σου
μεταμορφώνει το είναι σου
σε μύρο.
Ήδη αφουγκράζομαι λυγμό μιας πεταλούδας.
10
Στα όνειρά σου είμαι κι εγώ
παντοτεινά χαμένος.
Όμως θʼ αναγνωρίζω πάντα την ψυχή σου
ψυχή υφασμένη από σκοτάδι
ή φωτεινή ψυχή μιας μύχιας λάμψης.
Δε θα μπορεί να μου κρυφτεί
θαʼνʼ το σημάδι
μιας μικρής κάμπιας πριν να γίνει πεταλούδα.
11
Και της τουλίπας η αίσθηση
πού θα βρεί τώρα
να φυτρώσει;
12
Άκου, μήτε πουλί θυμάται το τραγούδι του
μήτε κι ο άνεμος με τις διαθέσεις του καιρού
τα δέντρα αναμαλλιάζει.
Διακριτικώτερη δεν ήσουνα ποτέ,
σιωπή.
13
Η απουσία σου σαν θαυμαστικό
βαραίνει στις αισθήσεις μας.
Δεν έχουμε τη δύναμη
δεν το μπορούμε να προσθέσουμε
ουτʼ ένα κόμμα.
14
Η ζωή σου πετονιά λεπτή
στην άκρη της το ψάρι της στοργής μου
δόλωμα ο θάνατός σου φτερωτό
στην άκρη του της θλίψης μου το ψάρι.
Τώρα δίπλα στη λίμνη ξαγρυπνώ
στη σκοτεινή τη λίμνη του μυαλού μου
ρίχνω τα δίχτυα και τυλίγω και τραβώ
έξω στην άμμο τις αμέτρητες μορφές σου.
15
Σπίτι χωρίς το γέλιο σου δεν είναι σπίτι.
Και πώς να βρω το νόημα του χαμού σου,
πώς θες τις σάρκες μου να γδάρω στις φολίδες του ανέμου,
στον ύπνο σου και πώς να μπώ
για να γιατρέψω αυτή την ανοιχτή πληγή
με το χαμόγελό σου;
16
Εγώ που από τις τάφρους της παλάμης μου
γέννησα μνήμες
ξέρω πως δεν υπάρχει βάθος
να σε καταπιεί.
Γιατί όποιος σε θυμάται
πέρα απʼ τα γηρατειά
και πέρα από το θάνατο
διαχέεται μέσα
στο δικό σου φως.
17
Παιδί, περφάνεια των γονιών σου,
πρώτη και τελευταία ελπίδα τους,
στην ήρεμη φωλιά σου ξαπλωμένο
και στολισμένο με το ουράνιο τόξο των αιώνων,
κάνε σαν τη δική σου κι η δική μας η καρδιά
να μη διστάσει
όταν ζωή και θάνατος
θαʼναι σαν ένα.
Κωνσταντινούπολη – Αθήνα, Ιούλιος 1983.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΚΟΥΜΑΣ
Απόδοση στα ελληνικά από τον Γιάννη Βαρβέρη












Γρικάτε μου, πουλιά, και λυπηθείτε
γρικώντας την πολλή τη σκλεροσύνη
όσων διαβάζουν την εμορφία ετούτη
κι οκνούσιν να παινέσουσιν…
Κύριοι Γκούμα και Βαρβέρη, ευχαριστώ σας.