Τρέφω τον Τίγρη
Τρέφω τον Τίγρη με φιλιά ή με την έλλειψή τους·
κι αυτός ο πάντα εγρήγορος
ξανά πεινάει για λέξεις.
Ώρες κρυφές που απώλεσα και ειπώθηκες
κι έγινες πλήγμα θάνατος σκιά
σιωπή αυστηρή που άτεγκτα διδάσκει
το εφήμερο και το φαιδρό της κατοχής
το παραμόνιμο και το απαράγραπτο του ειπωμένου.
Κι αν το να σ’ έχω κάπως μου χαρίστηκε
το να σε πω το ‘χω κερδίσει.
Ζωή Ο Μακρινός μού έδωσες και όση πύκνωσα φωνή
Σού επιστρέφω.
ΒRUTUS, PECUS, MOLOSSUS
Ζώο της μιας ημέρας, μιας στιγμής
στο απροσμέτρητο άπλωμα του χρόνου,
ο δίχως γνώση, δίχως πίστη, ευτελής
σκόνη των άστρων, παρανάλωμα του πόνου,
το τίποτα που ευθαρσώς φωνάζει «Εγώ»,
η σάρκα που στενάζει και σαπίζει,
ο αρσενικός που θέλει πάντα θηλυκό,
στ’ αρσενικά τα άλλα που γρυλίζει,
αυτά που όσο πληθαίνουν με διαιρούν,
της Ιστορίας λεγεώνες συνιστώσες,
τα προστιθέμενα που όλο με αφαιρούν
κι οι ερμηνείες όλες και οι γλώσσες, –
Κόσμε πολύ, ας είμαι λίγος, δεν μου αρκείς·
όσο ματώνω, θ’ αναβλύζει Εκείνος
και να σιγήσεις, να εξαλείψεις δεν μπορείς
το Μεταφυσικό που είμαι Κτήνος.











Η δεύτερη παράγραφος του τίγρη μοναδική, συμπυκνωμένη ποίηση. Μπράβο.
…και να συνεχίσεις να τον ταΐζεις…Θεοδόση, καλή επανείσοδο στο ΠΟΙΕΙΝ, μας έλειψες!
Έχω μια τίγρη μέσα μου άγρια λιμασμένη
όλο με περιμένει κι όλο την καρτερώ
τηνε μισώ και με μισεί θέλει να με σκοτώσει
ελπίζω να φιλιώσει καιρό με τον καιρό
(Δ. Αποστολάκης).
Πολύ καλά στοιχεία. Πυκνή γραφή με ελάχιστα στολίδια. Αυτή η αοριστία βέβαια -που εκφράζεται απαρεμφατικά στο πρώτο κυρίως κείμενο- είναι ακροβασία σε τετντωμένο σχοινί και μάλλον θέλει περισσότερη δουλειά. Καταφέρνει πάντως να φτάσει στην άλλη άκρη χωρίς να πέσει. Χρειαζόμαστε ίσως περισσότερα των δύο κειμένων για μια πιο πλήρη εικόνα.
@4
κ.Αραβανή,
χαίρομαι που εκτιμάτε το Δ.Αποστολάκη, τον καλύτερο ίσως στιχουργό της γενιάς του.
Ο Βολκώφ είναι ποιητής. Δεν τον εκτιμώ μονάχα, τον θαυμάζω.
Και ντρέπομαι που πάει καιρός από την τελευταία μας κουβέντα, γιατί φταίω.
(Αραβανή με πρόλαβες αλλά χαλάλι).
Αγριόγατε, αδερφέ της ψυχής μου,
να είσαι ατίθασος και χωρίς αλυσίδα.
Μην ακολουθείς κανένα ανθρώπινο μονοπάτι,
και σκεπάσου με το πάνω μέρος των φυτών
και με αγριόχορτα.
Γεράκι του ουρανού, φτερωτέ σύντροφε,
αν δεν είναι για το κυνήγι, δεν κάνεις κατάδυση,
και σαν πύργος, φωλιάζεις στα κορφοβούνια
που τα περιβάλλουν,
των βουνίσιων χειμάρρων οι φαρδιές τάφροι.
Τρανή κουκουβάγια, νυχτοπούλι ·μαζί μου·
σε σπηλαιώδη περιστύλια από κυπαρίσσια,
να φυλάς κρυμμένα μυστικά,
από όποιον δεν μπορεί να δει
φως στα σκοτάδια.
Clark Ashton Smith – ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΟΝΤΩΝ (μτφρ. Η. Πολυχρονάκης)
Παρακολουθώ καιρό τη ποίηση του Θεοδόση Βολκώφ μέσα από το ιστολόγιό του και είμαι ενθουσιασμένη. Υπάρχει σχεδόν η αυθεντικότητα του «κτήνους» μέσα της. Μου αρέσει που πρόκειται για ποιήματα βαθιά, που δεν βροντοφωνάζουν για το βάθος ή την ποιότητά τους, ενώ η συνεχής μελέτη του ανθρώπινου όντος πίσω από την ωραιοποίηση της ψυχής μού φαίνεται άκρως ενδιαφέρουσα. Σε πολλά ποιήματα του κυρίου Βολκώφ όπως και στα συγκεκριμένα, υπάρχει ένα ζωώδες παιχνίδι ανάμεσα στη ποίηση και τη σάρκα. Αν δεν υπήρχε σάρκα δεν θα υπήρχε ποίηση, μα κι αν δεν υπήρχε ποίηση δεν θα υπήρχε σάρκα. Πρόκειται κατά κύριο λόγο για ένστικτο. Κατόπιν, το ότι κυριαρχεί η φθορά, είναι κάτι που κάνει τα άφθαρτα πράγματα σ’ αυτόν τον κόσμο να έχουν μεγαλύτερη ομορφιά και αξία. Το να έχουμε γνώση αυτού του πράγματος είναι μεγάλο πράγμα.
Τέλος, στη συγκεκριμένη ποίηση μου αρέσει πολύ η αποχή από κάποιους νεωτερισμούς, όσον αφορά στη τεχνική, που έχουν κάνει τη σημερινή ποίηση να μοιάζει με μονόλογο υπνοβάτη. Εδώ υπάρχουν κάποια ποιήματα που να θυμίζουν επιτέλους και λίγο ποιήματα. Από τα ελάχιστα παραδείγματα του σήμερα. Όχι πως οι άνθρωποι δεν έχουν πια ταλέντο ή συναίσθημα, αλλά η καλαισθησία είναι σπάνια, ένα είδος υπό εξαφάνιση. Η λογοτεχνία είναι η τέχνη του λόγου, αν πέρα από το ψυχικό σθένος δεν υπάρχει και γνώση της γλώσσας, όπως και η δυνατότητα του καλού χειρισμού της, τότε το όποιο δείγμα τέχνης είναι καταδικασμένο να αποτύχει.
Συγχαρητήρια κύριε Βολκώφ, καλή συνέχεια.
Μόλις κι εγώ είδα τα μάτια της τίγρης. Μου ρθε στο μυαλό ο Σαχτούρης με το ποιήμα “Χέμινγουέι” απ’ τη συλλογή “ΕΚΤΟΤΕ”:
Αυτή την Τίγρη
αυτό το τέρας
την ψυχή μου
(έλεγε συχνά ο Χέμινγουέι)
θα την σκοτώσω.
ο Χέμινγουέι το έκανε, ο κ.Βολκώφ ελπίζω όχι!
Το μεταφυσικό το κτήνος διψασμένο ρουθουνίζει για νερό.
Μια λεμονάδα φυσική, δεν βρίσκει τίποτα -να απορώ;
Τόσο μα τόσο πελπισμένο, παρηγοριά ζητεί από το Θηλυκό,
Ανοίγει λάπτοπ, μπαίνει ίντερνετ, που είναι μπόλικο το υλικό.
BRUTUS,PECUS, MOLOSSUS! Μέσα σε λίγες γραμμές, η πάλη ανάμεσα στο λίγο και το πολύ που είναι τίποτα, του <> που διαιρεί, γιατί οφείλει να γίνει λίγο, της ύπαρξης τελικά, που το πολύ της αφαιρεί, αλλά και το λίγο δεν της αρκεί. Καταπληκτικό.Και συμφωνώ με την κυρία Κορρέ, ότι αυτή η ποίηση θυμίζει ποίηση. Και δεν υπνοβατεί μόνιμα.
Αν και η αύρα από την όλη παρουσία του Θεοδόση Βολκώφ, μέσα εις την οποίαν περιλαμβάνονται και κάποια της γραφής του μηνύματα ( όπως και κατά το παρελθόν έχω διατυπώσει ), δεν μου εμπνέει οικειότητα συμπαθείας, αλλά ένταση αντιπαραθέσεων’ η προίκα του – το χάρισμά του – το τάλαντό του το ύψιστο με πνίγει τόσο, που αναγκάζομαι δια να μην πνιγώ, να διατρανώσω.
Ο Θεοδόσης Βολκώφ, με το δικαίωμά του, θα είναι εις εκ των πρώτων ελλήνων ποιητών του εικοστού πρώτου αιώνος, διότι κατόρθωσε, επαναλαμβάνοντας – μιμούμενος άριστα – τέλεια ( βάζοντας όμως, και ας μη φαίνονται, τις δικές του έντονες πινελιές ιδιαιτερότητος, να υπερκεράσει την υψηλή ποίηση αλλοτινών καιρών, μετατρέποντας την επανάληψη σε πρωτοτυπία. Είναι από τους ολίγιστους, που μιμούμενοι, πρωτοτύπησαν.
Υ.Γ. Βέβαια, στην περίπτωση , Βολκώφ, η μίμηση δεν έχει την έννοια της ηθελημένης – της εκ προθέσεως αντιγραφής, Το ύφος του, Βολκώφ, πηγαίο! ρέει ασυγκράτητο από το δοθέν εις αυτόν εξ ιδιοσυστασίας χάρισμα ( με την ανάλογη καλλιέργεια – προσπαθείας του προσωπικής ), γι’ αυτό, αν και
αντιλάλους θυμίζοντας, καινοτομεί !