Ο ΓΛΑΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΙΔΙ
(05.09.2009)
Κατέυθυνε την νιότη μας ο πόνος με ρυτίδες
με λάθη η νύχτα έριζε της μέρας τη φθορά.
Ταξίδι με ανάποδες και κάτω τις ασπίδες
τα φώτα σπίρτα καίγονταν σαν κόβαν τα σχοινιά
Σκουριά είχες στο χάρτη σου για εξάντα το ψαλλίδι
μποτζάριζες σε τέμπερες ξεβάφοντας μπογιά
Ενώθηκαν στο στήθος σου ο γλάρος με το φίδι
τα μάτια καθώς σφάλιζες ασθμαίνοντας στεριά
Αφήνοντας στο δέρμα σου καπνούς να ελλοχεύουν
επέπλευσες σ απάτητους πλανήτες αποχής
Με ξόρκια λύπης κύμματος σε βράχους που χορεύουν
με σμίλεψες ροζ χάος σου σαν δάκρυ προτομής.
Νερό του δρόμου φώλιαζες στις φλέβες μπολιασμένο
με λάσπη απαστράπτουσα στων άστρων τη σκιά
Δυο ψύχρες ανατέλλουσες σε δύσης πεπρωμένο
παρέλυαν με σύννεφα τον ήλιο στ ανοικτά
Η λόγχη που δεν τράβηξες με φόβο για να ρίξεις
σ ερώτων σενατόρια κρεμάστηκε με φως
Με νεύματα απροσάρμοστα σε λέξεις δίχως στίξεις
στη νέμεση της ρώτας σου προσφέρθηκα αμνός.
SEVENTY SEVEN BURTON STREET
(04.12.2009)
«So this is permanence,
Loveʼs shattered pride.
What once was innocence,
turned on itʼs side…»
(Ian Curtis- Twenty four hours)
Εκεί που η νύχτα σύγκλινε στο σύνδρομο της πλήξης
δειλά οι κάδοι έχασκαν αγάπες και λυγμό.
Ανέφικτα τα όνειρα που ήθελα ν αγγίξεις
προσκέφαλου το ράγισμα σε ράτζο τραγικό.
Σε λάσπες δεντροπόταμου ναυάγισες μ αστέρια
η τέχνη σου στα μάτια μου μια χείμαιρα αυτισμού.
Σε κάμαρα κατάθλιψης μ αλήτικο αέρα
αιχμή του ακαθόριστου υπήρξες για καιρό..
Σκυφτές κυλίδες έφθιναν σε μαύρο πεπρωμένο
στερνά σκορπούσε η αύρα σου καπνό λυπητερό.
Δεν βρήκα στα τσιγάρα σου σκοπό για να προσμένω
αιτία για τα λάθη σου, καθάριο τιμωρό.
Χειμώνες που τρικλίζανε σ ερείπια ασφάλτου
εγώ ήμουν ζητιάνος σου κ εσύ φλουρί φτωχό.
Απέλασες τους φόβους σου ξεψύχησμα Σαββάτου
καθώς δυο σπίρτα έκαιγα να ψάξω να τους βρω.
Σε κέρδιζαν τα χρώματα που έφτυναν ζωντάνια
στον ίδιο μάγκα θάνατο χρωστούσες την μπογιά
Κ εγώ που δεν σε γύρεψα με θρήνου περηφάνια
βυθίστηκα σ υπόγεια νερών τη λησμονιά.
Μ εγκαύματα στην σκέψη σου ρυτίδες στο φεγγάρι
την άνοιξη στο στήθος σου κρυμμένη σκοτεινά.
Κλειδώθηκες με χρόνια μου σα μνήμη στο πατάρι
σ υπόνομους αδιάβατους σαν έπεφτε η θηλιά.
ΩΣ ΕΔΩ
(26.10.2008)
Κ απόψε π όλα επέστρεψαν εκεί που δεν ανήκα
χωρίς ρυθμό η ανάσα μου απέδρασε νωρίς.
Σε λάσπης καθαρτήρια στον ίσκιο που δεν βρήκα
ουρλιάζοντας ταξίδεψα στα βάθη της σιωπής.
Χριστός ανέστη κ έκλαψα για μένα πρώτα απ όλα
καθώς ποτέ δεν άγγιξα αυτά που είχα βρει.
Μεθώντας το φιλότιμο μ ονείρων σκάρτη φόλα
υπέφερα στην trendy σας ρουφιάνοι διαδρομή .
Οι νόμοι μάζας φόβητρα με μπάρες καλοσύνης
σκουλήκια τσίρκου κόλακες μετά από βροχή.
Πουτάνες αναλώσιμες νταβάδες μιας ευθύνης
με καύλας παρενέργεια να φθείρουν την ψυχή.
Με μπάτσων παρατράγουδα σε κάγκελα φθαρμένα
ο πόνος στα κανάλια σας να χρίζεται σκοπός.
Παπάδες ροζ στην πίστη μου μοντέλα ξεσκισμένα
μ αυτόγραφα να δείχνεστε σα χάνεστε εντός.
Καριέρες ματαιόδοξες με βάσανων πτυχία
τεμπέληδες στα πόστα σας αργία και χαρά.
Κυράτσες παρθενόπληκτες με σούσι και ανία
οι άντρες γαμήθηκαν για δόξα και λεφτά.
Με κόκα στα ρουθούνια σας σε κλαμπ επιδειξίες
περσόνες τόσο διάφανες με βρώμικα βρακιά.
Με αίμα στις πατρίδες σας να πνίγετε κηδείες
σερβιέτα η σημαία σας και σεις δειλά μουνιά.
Με γέλιο πάντα επίκαιρο μασχάλη ξυρισμένη
κοιλιές χοντρές και άμυαλες χρυσάφια στα αυτιά.
Το βλέμμα μου βαρέθηκε στη φρίκη σας να μένει
καλύτερα στο θάνατο παρά μες τα σκατά.
Ο ΚΥΚΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΡΠΑ
(14.08.2008)
Με κύκνου χάρη έδινες φτερά ψυχής σε ήχους
απόψε στ απυρόβλητο κρατούσες τον πυρσό.
Σ υδάτινες εχθρόσφαιρες επέστρεφες με στίχους
με πέννες καθώς χάραζες στο σύρμα πανικό.
Τα δάκτυλα στο μέταλλο ρυτίδες ξεχασμένες
φακίδες τρόμου ξώγαμα τ αστέρια στη σιωπή .
Με βήματα ερωτεύσιμα σ επάλξεις τρομαγμένες
γυρνούσες μες τις φλέβες μου αλήτρα χαραυγή.
Οι νύχτες νότες βλάσφημες η γλώσσα λαιμοτόμος
νεφέλια η άρπα σου, σ ανέμων διαδρομές.
Κυλούσε η παραμόρφωση σαν έλιωνε ο δρόμος
μπαλάντα καθώς έγραφες σʼορίζοντα γραμμές.
Στην λύτρωση σου στρίμωχνες θλιμμένες καραμέλες
σε κάθε σου ονείρωξη δεν μ άφηνες να μπω.
Οι έρωτες σου τράιμπαλ σε πένθιμες αγέλες
γυμνή στο παραπέτασμα ,ελπίδα στο λυγμό.
Σε άδειες μέρες έταζες νυχτέρια ροζ γαλήνης
τρικλίζοντας σ οράματα με στίγμα πάντα εκτός .
Ανέβαιναν τα κύματα στα χείλη της σελήνης
δυό δεύτερα απ το θάνατο στο σώμα σου πιστός.
ΜΙΝΤΕΑ
(12.09.2008)
Σα νύστα απαστράπτουσα κοιμήσου απελπισμένο
μ αγνότητα αφήνοντας το βλέμμα να κυλά.
Με φύλλου τη βαρύτητα βυθίσου μαραμένο
σε ήλιους με του Ίκαρου τα κέρινα φτερά.
Κοιμήσου αγγελούδι μου στολίδι μαύρο να σαι
το άγγιγμα που πάσχιζες να βρεις θα έρθει εδώ.
Μετάξι από σάβανο θα ράψω σαν κοιμάσαι
θα στέκουν λήθης πρόσφυγες στην σκέψη σου σορό.
Κοιμήσου και οι λέξεις μου χολή σιωπής θα στάζουν
καθώς θα αναλώνεται στο χρόνο το κορμί.
Με σάλιο απ το μίσος μου, μορφές θα σε προστάζουν
σε ψέμα νύχτας μάγισσας να σβήνεις το κερί.
Επίπεδα στ απέραντο να στέκεις μαγεμένο
σιμά με λύπες βλάσφημες να χάνεις την ψυχή.
Με φόβους ανυπόταχτους σε στρώμα λερωμένο
κοιμήσου και παρήγγειλα στα σύννεφα βροχή.
Γαλάζιο απ τις φλέβες σου θα πλάσω λίμνης τρόμο
με κέρματα στα μάτια σου να πλεύσεις στη σιωπή.
Στα χείλη σου με λάβδανο θα σβήσω γέλιου δρόμο
ανήμπορο στο θρήνο μου ν αδράξεις διαδρομή.
Στη σάρκα σου μ απόνερα φωτιά θα σε βαφτίσω
με θειάφι παλιοσίδερα σε κούνια φτωχική.
Τις στάχτες απ το σώμα σου γελώντας θα σκορπίσω
κοιμήσου και στο χάος σου θα πλάσω ξένη γη.
Σαν άνεμος η αύρα σου σε πόνου μαξιλάρι
θα φθίνει το ταξίδι σου στον άλλο σου σταθμό.
Κοιμήσου κ απ τη ζήση σου, στραγγάλισα την χάρη
μ αγάπη καθώς έσφιγγα τον άσπρο σου λαιμό.
EL LLIANTO POR LA SOLDADO MUERTE
(Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ)
(14.01.2010)
«..Για μένα μόνο γεννήθηκε ο Δον Κιχώτης κι εγώ για εκείνον.Εκείνος ήξερε να πράττει και γω να γράφω.Μόνο οι δυό μας είμαστε ένα,προς λύπη και περιφρόνυση του ψεύτικου και Τορδεσιλιάνου συγγραφέα που τόλμησε ή θα τολμήσει να γράψει με χοντροκομμένη και κακόγραφη πέννα από φτερό στρουθοκαμήλου τα κατορθώματα του γενναίου μου ιππότη,γιατί δεν είναι φορτίο για τους ώμους του,ούτε υπόθεση για το μαργωμένο του μυαλό..»
(Μιγκέλ Θερβάντες Κεφ.74 Βιββλίο Βʼ Δον Κιχώτης)
…Και μέθαγα με ποίηση σε ξύλινο ποτήρι
υγρή μου ρίμα πάσχιζα νηφάλιος να σε βρω,
Κρυφά κ άλυκα έριζες στων στίχων μου τη γύρη
καθώς θυμάμαι έλιωνες τον πάγο με καπνό.
Δεν έφτανε η τόλμη μου δυο δρόμους να ενώσω
μικρός ιδάλγος στάθηκα στην εύνοια του θεού.
Κ αν πάλεψα με γίγαντες στις ξέρες του Τοβόσσο
δυο χάδια κ αν μου έταζες τα χάριζες αλλού.
Πριν πέσεις πάντα έπεφτα για να σε προστατέψω
κ ας είχε οσμή η ανάσα μου στην νύχτα τραγική.
Φαιδρή καρικατούρα σου δεν βρήκα να πιστέψω
πως τ όνειρο που έπλαθες με ήθελε σιωπή.
Σιμά σε μύλους άφαντους με σκούπα για κοντάρι
ιππεύοντας την πείνα μου, τσιμπούρι στην πληγή.
Σου δόθηκαν οι φόβοι μου σε εύλεκτο θηκάρι
το σκιάχτρο καθώς έριχνες με πύρινο σπαθί.
Περπάτησες στα σύννεφα χωρίς πια χαλινάρια
οι ύπνοι μου αλοίμονο θλιμμένοι πιο ρετρό.
Σε στάβλων πια τα σκέπαστρα μ ιδρώτα και μαλάρια
απέμεινα μονάχος μου για σένα να μιλώ.
Μ ιππότη το παράστημα,τιμή ξεφτύλας προίκα
στο τύμβο πια της θύμησης νικήθηκα κορμί.
Νεκρό δεν σε σεργιάνησα κ αν όλα αυτά που βρήκα
αγάπης γίναν λάφυρα που τα κλεψε η αυγή.
Γυμνού θανάτου θρόισμα ζητιάνος θ ικετέψω
σ ερώτων παραπήγματα να σώσω την ψυχή.
Με δάκρυ μαύρο αθάνατο τα ίχνη σου θα βρέξω
μην τάχα πάλι η ποίηση μας φέρει λέει μαζί.
Με τραύματα στις φτέρνες μου πώς τάχα να πετάξω
στη ράχη τις ρυτίδες μας πώς θέλεις να βαστώ.
Γεράσαμε στον κόσμο του κ ας ξέχασα ν αδράξω
πως είχε η γούρνα το αίμα σου και μέθυσα..θαρρώ!
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΑΠΟΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΒΡΑΝΑ
Αν λοιπόν θα θελα με λίγες κουβέντες να περιγράψω τί κατάφερα κ αυτή την φορά να κάνω θα ήθελα να πιστεύω ότι πάντρεψα κάτι από τον μετα ήχο των κυμμάτων του Νικόλα Καββαδία(τον οποίο και έχω σαν μία απ τις μεγαλύτερες ποιητικές μου αδυναμίες) με την εμφατική θλίψη των βρετανών κ αγαπημένων μου paradise lost συνδιαζόμενα από ένα γοτθο ερωτικο πανκ άρωμα ματαιότητας κ ονειροαπαισιοδοξίας.











ποιητή με ανατρίχιασες!!!
ψυχή μου.. ποιά έννοια να στάξεις στον ξεραμένο καιρό! συναίσθήματα ελπίδας κρυφά κλάματα θύμησες βλένες σιωπής. αγάπη μου..
τι να πείς.. μυρωδιές απο θέες
συνέχισε, να καταπίνεις.
ευχαρίζομαι, σουτ.
Αγαπητοί κύριοι,
Όπως βλέπετε στο ποιειν υπάρχει πληθώρα νέων ποιητών που ο καθένας παρουσιάζει τον ψυχικό του κόσμο και όχι όπως πολλοί πιστεύουν, την τέχνη του. Κάποιος κύριος έγραψε στη ανάρτηση του κ. Ποζουκίδη, ότι προτιμά τον άλλο νέο ποιητή, τον κ.Ερηνάκη. Αυτό το σχόλιο υποτιμά καταρχάς όλους τους υπόλοιπους νέους ποιητές που έχουν παρουσιαστεί εδώ και μετά τον ίδιο που αδυνατεί να καταλάβει τον χαρακτήρα του ποιειν…Εγώ προσωπικά δεν μπορώ να ξεχωρίσω, όχι μεταξύ δύο αλλά μεταξύ δέκα και πολλών παραπάνω…Και είμαι πολύ ευχαριστημένος που το ποιειν δεν ασχολείται με δύο μόνο ποιητές αλλά με τόσους πολλούς..Και μένα προσωπικά με αγγίζει η ποίηση του Ερηνάκη περισσότερο αλλά δεν μπαίνω στην άθλια διαδικασία να χαρακτηρίσω με λέξεις ανούσιες το καλύτερο και το χειρότερο. Κύριοι αυτά τα προβλήματα θέλω να πιστεύω ότι τα έχει λύσει η κριτική τις τελευταίες δεκαετίες. Αν θέλουν κάποιοι να εμμένουν στην φιλοσοφία του Adorno και στην σχολή της Φρανκφούρτης είναι πρόβλημά τους. Ο παρών ποιητής είναι γλυκύτατος, και παρόλο που πιστεύω ότι ο Καββαδίας είναι ένα στάδιο που πιθανώς να το ξεπεράσει κάποτε, ο ερωτισμός του θα τον βοηθήσει να γράψει ακόμα καλύτερα ποιήματα στο μέλλον. Εμένα σαν Καββαδιακό μπορώ να πώ ότι κάπως με άγγιξε. Καλή συνέχεια εύχομαι.
Φίλε μου
εγώ είπα
ότι προτιμώ
τον Ερηνάκη.
(όχι και κύριος 🙂 )
Δεν είχα σκοπό
να προσβάλλω
κανέναν.
Κι εσύ μόλις
εξέφρασες
την ίδια άποψη
με μένα
μόνο που εσύ
δικαιολογήθηκες
λιγάκι! 🙂
υπέροχος.