Οι Νεοελληνιστές τα τελευταία χρόνια βρίσκονται σε μεγάλη αμηχανία. Η Ελληνική Λογοτεχνία βρίσκεται σε κριτική «εποχή». Η πλέον ευνοημένη γενιά ποιητών που εμφανίστηκε εκεί γύρω στο 70, και που έκτοτε διαχειρίζεται τη δημοσιότητα της ποίησης, από την φροντίδα για εσωτερικές ισορροπίες συμφερόντων, εν πολλοίς εξωποιητικών, βρίσκεται σε κατάσταση αβουλίας μετά από τριάντα χρόνια πεπραγμένων στην ποίηση. Και φαίνεται πως η φροντίδα των ισορροπιών έχει εξαφανίσει και τα κριτήρια. Όμως η ώρα της κρίσεως φτάνει. Και θα αγγίζαμε τα όρια της γελοιότητας αν συνεχίζαμε αυτό το παιχνιδάκι της μη απόφασης.
Έχοντας παρακολουθήσει αυτή την ομάδα των ποιητών, από τις πρώτες της εμφανίσεις , και χωρίς δεσμεύσεις συναισθηματικού ή άλλου τύπου, για να διευκολύνω και τους νεοελληνιστάς, να μην παρασύρονται ώστε να εξάγουν ποιητική αξία από συσχετισμούς δημοσιότητας και εξουσιών, με ένα πολύ απλό κριτήριο κατέληξα στο ποιοι είναι οι υπολογίσιμοι ποιητές, με τους οποίους θα πρέπει να ρίξουν το βάρος τους για να έχουν μιαν αντιπροσωπευτική εικόνα της ποίησης των τελευταίων δεκαετιών.
Κατέληξα σε τέσσερα ονόματα , στα οποία μπορούν να προστεθούν κι άλλα, αλλά καμιά θεώρηση δεν μπορεί να μην τα περιέχει. Ο Γιώργος Χρονάς για αυτό το είδος προλεταριακού κοσμοπολιτισμού που αποτελεί η βιοθεωρία του. Ο Μιχάλης Γκανάς για τον Θεοκρίτειο βλέμμα του στους τόπους της καταγωγής του εσωτερικού μετανάστη. Ο Γιάννης Βαρβέρης γιατί εκπροσωπεί ποιητικά την παρακμή του αστού. Και τέλος ο Αργύρης Χιόνης γιατί επιχειρεί έναν διάλογο χωρίς επαρχιωτικά συμπλέγματα με τη σύνολη δυτική ποιητική παράδοση. Οι υπόλοιποι θα μπορούσαν να υπάρξουν με επιμέρους ποιητικές στιγμές σε μιαν ανθολογία ποιημάτων.
Δυστυχώς δεν βρήκα μια γυναίκα ποιήτρια που να πληροί τα κριτήρια που έβαλα. Η σκιά της Δημουλά, οδήγησε τις περισσότερες γρήγορα στο μανιερισμό και τη μερικότητα. Θα πρόσθετα μιαν ακόμη στους τέσσερις που επέλεξα εδώ, αλλά θα έπρεπε να σπάσω τους φιλολογικούς διαχωρισμούς.Μιλάω για την Λίνα Νικολακοπούλου, που οι στίχοι της αποτελούν μετά τον Γκάτσο και τον Ελευθερίου την μεγαλύτερη προσπάθεια σύγκλισης της τεχνητής κατʼ εμέ διάκρισης, στίχος και ποίηση.
Επίσης να σημειώσω ότι οι τρεις από τους τέσσερις εδώ έχουν σχέση με το τραγούδι. Ο Χρονάς και ο Γκανάς ως στιχουργοί και ο Βαρβέρης από άλλους δρόμους.
Δεν έχω την αξίωση να δεσμεύσω τις γνώμες άλλων για αυτή την ηλικιακή γενιά ποιητών, αλλά όπως έχει καταντήσει το πράγμα και η έκφραση μιας γνώμης σʼ αυτό το σκηνικό της απουσίας ξεκάθαρων απόψεων, γίνεται γεγονός επαναστατικό. Και έχω την αίσθηση ότι αυτή η γενιά γιών που ήρθαν προστατευμένοι και χαϊδεμένοι στην ποίηση, όσο καμιά άλλη γενιά στην ποίησή μας, έχει μιαν εγγενή αδυναμία ωριμότητας. Η συνεχής περιπλάνηση σε ένα λιμπό εφηβείας και η αδυναμία να υπάρξουν ως «πατέρες» είναι ίσως ο εσωτερικός λόγος που δεν τους επέτρεψε να παράγουν την ποίηση που αναμενόταν. Στο μέλλον θα εξηγήσω πιο ανεπτυγμένα και με πλήσιες αναγνώσεις αυτό το έλλειμα που από ιδεολογικό και βιωματικό, έγινε τελικά μορφικό. Για την ώρα και η παρακίνηση να αρχίσει μια αξιολόγηση με ονοματεπώνυμα είναι αρκετή.