Ανθολόγηση από το Εγχειρίδιο Αμηχανίας, την εν αναμονή έκδοσης συλλογή Έτοιμος Κόσμος και τον ανέκδοτο κύκλο Όταν δεν στέκω

Νοέμβρης

Ότι δεν είμαστε άγγελοι
το ξέραμε.
Ότι ποτέ δεν θʼ αποκτήσουμε φτερά
το υποψιαστήκαμε.
Πόσο, όμως, δεισιδαίμονες
πρέπει να γίναμε,
για να συναλλασσόμαστε ευχερώς
με το Κτήνος;
Περιμένουμε πως η αλλαγή των καιρών
θα μας δείξει.
Όπου να ʼναι
μπαίνει ο χειμώνας.

Οδικοί Φθόγγοι

Ίδϊοι δρόμοι αντηχούν τα βήματά του.
Τα ίδια ραδιόφωνα από μπαλκόνια ξένα
παίζουν κομμάτια ποτισμένα σε μια τύρβη πικρή·
εξαντλημένα παραρτήματα οι τοίχοι ψιθυρίζουν·
πριν τη βροχή για ουρανός ένας καμβάς βραχνός.

Μπορεί να ήταν μουσική ντυμένη το κορμί σου,
μπορεί το γέλιο παλιού φίλου
αχνό, στη δίνη της λησμονιάς·
ίσως η νύχτια ψυχή να κροτάλισε
τα δεσμά της ελπίδας προς κάποια ευφρόσυνη εκδοχή.

«Κι αν κούρδισμα νοερό κι αν σύνθεση παραζάλης,
σε ποια γλώσσα να πω:
Θα περπατήσω άραγε στη μυστική σου ατραπό;
Ποιος ξέρει αν θα τραγουδήσω
τον άγνωστο σου απρόσμενο, χαροποιό Σκοπό;».

γραφείο Ταξιδιών

Δες,
|
η σφραγίδα
σαν μονόξυλο ταξιδεύει
στο βαθύ κυανό μου
ταμπόν.
|
Λίγα εκατοστά πριν
την άκρη του κόσμου.


Ζεϊμπέκικο

Χορευτής:
Εδώ, να, μια πνοή με σηκώνει
και σε μελανό πόντο κοιτάζω
το αναρίγισμα των υδάτων,
που καλύπτει αντίρροπο
δίδυμο ναυαγό.
Χορεύει ανα-
ζητώντας τα ίχνη μου.
Σκυφτός
στρέφομαι νʼ αλιεύσω
μια κίνηση εγγενή,
ενώ από μήτρα
το μέλος της αναβλύζει.

Ναυαγός:
Εδώ, να, η εκπνοή με κυρτώνει
στο κυματιστό
καθρέφτισμά σου σαν πλέω.
Κολυμβητή σε θαρρούσα τρανό
-βυθισμένο αμήχανα
τώρα σε βλέπω.
Όσο δεν θέλησα
με τη σκέψη σου να πνιγώ,
τόσο στη μαύρη
αγκαλιά της χορεύω.


η καμπούρα

Βρήκε του οράματος το πέρασμα και ήρθε
ένας παππούς με χέρια μακριά κλαδιά,
φαρδύ κοστούμι σκούρο, γιλέκο
κι άσπρο πουκάμισο χωρίς γιακά.
Εγώ στην πλάτη μου φυλούσα
το μαύρο, χαρωπό κεφάλι.
Έτρεχα να ξεφύγω. Γιατί;
Τα μέλη μου παγώνανε
σαν με παρατηρούσε.
Είχε δυο κόκκινους βολβούς για μάτια,
όπου το είδωλο μου αύξανε,
αφού πλησίαζε γοργά
μʼ ένα δαιμονισμένο βάδην
αλλόκοτα ανεμίζοντας μανίκια και μπατζάκια.
Στο μεταξύ έσκυβα ολοένα,
γιατί με πίεζε γελώντας η καμπούρα.
«Πήγαινε από κει που ήρθες», ευχόμουν χαμηλόφωνα.
Ζύγωνε, ζύγωνε
και τότε είδα πως την κεφαλή του
-μία στιλπνή, με δύο άνισους λοβούς… πατάτα;-
έγερνε προοδευτικά στο πλάι·
κοίταζε εξεταστικά,
για να σιγουρευτεί
ότι δεν έκανε λάθος
στο μέλος που ήθελε νʼ αδράξει.
«Δίνε του Δαίμονα», είπα ξανά.
Σταμάτησα.
Δίπλα μου στάθηκε ο παππούς,
ανέκφραστος αν και λαχανιασμένος,
με την πνοή του να μυρίζει όμορφα
φρεσκοσκαμμένο χώμα.

Σαν με κυρίευε ο θυμός, συνήλθα

δίχως καμπούρα.


Τεχνικώς, Γραφέας

Ένα χειμώνα έκανε
μολύβι το δάχτυλο,
τον αέρα τετράδιο
κι έγραφε πάνω στο κρύο.

Το χέρι κοκάλωσε,
τα γράμματα χάθηκαν,
κανένας δεν διάβασε.

Κι όμως υπάρχουν
αυτές οι τροχιές×
εκκρεμή παραμύθια
στο χιονισμένο τοπίο.