Ο μικρές γενοκτονίες του φθινοπώρου

Πέφτοντας, σβήνοντας, τα φύλλα,
σα διάττοντες αστέρες, λες κι η τελευταία τους
φλόγα δεν είναι, πια, παρμένη απ’τον ήλιο, μα δική τους.
Σε μια απελπισμένη απόπειρα να σωθούν, κρατιούνται σφιχτά
απ’τα κλαδιά του δέντρου που έτρεφαν,
τ’ οποίο, παρακάλια αγνωόντας,
τ’αφήνει ορφανά να σοριάζονται στους δρόμους:
Ένα χαλί ζωούλες ματωμένες, ζοφερές, που
σα σ’ ολοκαύτωμα μικρό κείτοντ’ εκεί,
εκτεθειμένες στην όξινη βροχή,
όπου σαπίζουν ώσπου περάσει ο χειμώνας.

Αυθύπαρκτος

Στροβυλίζοντας•
τα στόματά τους κλείνω –
κάθε στοχασμός μια κρούση
εναντίον των εικονοκλαστών,
και μια φυγή απ’τα νύχια τους.
Τίποτ’άλλο παρά μια παράσταση –
ένα χυδαίο απείκασμά μου –
μα η μόνη εικώνα που έχω.
Είμαι εγώ. Εικώνα. –
κοιτάζομαι από κάθε παράθυρο,
κάθε καθρέφτη, κάθε επιφάνεια,
και μέσ’απ’τα μάτια του Άλλου.
Αυθύπαρκτος.
Υπεράνω θρώσκον.

ΠοίημαRilke

Με γόητρο την αντικειμενικότητα εκπροσωπεί μια αντίθετη κίνηση,
όσο μπορεί, ενάντια στη σύλληψή μας στον χρόνο. Στέκεται βουβό,
ακίνητο, απαράλλαχτο, παρόλο το αιθέριο και εύθραυστο της φυσικής του
υπόστασης, κόντρα στη βίαιη προέλαση του χρόνου — δίνοντας, μάλιστα,
την εντύπωση ότι την επιβραδύνει… –
Όπως το άγαλμα, που τυχόν ενέμπνευσε τον ποιητή με την
άψογη και ατάραχη οριστικότητά του• όπως μια ανάμνηση,
ενός προσώπου, μιας στιγμής, μιας εντύπωσης ή μιας ηδωνής, δίνει, έστω
για μια στιγμή, την αίσθηση ότι μετεωρίζεται αναμεταξύ δυο κόσμων,
ξεκομμένη απ’το χρόνο –
έτσι κι αυτό απαθανατίζει μια αθάνατη στιγμή. Φέρνοντας κάθε σκέψη,
κάθε ανάσα, κάθε αναστεναγμό, κάθε καρδιοχτύπι της αντίστοιχης
στιγμής, μαζί, σε μια σύνθεση αποτελούμενη από εντυπώσεις. Ένας
τόπος συμπιεσμένος, που μας φέρει, μετέωρους κι εμάς, μεταξύ κόσμων•
μας κάνει λίγο πιο αντικείμενους της μοίρας μας, λίγο πιο αλώβητους –
κοινώς: λίγη στιγμή συμπιεσμένη
σε λίγες λέξεις…
(εγώ, για να καταλάβετε, ήδη χρειάζομαι πολύ περισσότερες…)

Συμπλέγματα

Ι
Καλειδοσκοπικά κλειδωμένες η
μια πάνω στην άλλη, αίθουσες,
με ψυχές δεμένες να κοιτάζουν
κρυστάλλους χρωματιστούς
και σκιές — σκιές τρομακτικότερες
κι απ’αυτές της ορίτζιναλ έκδωσης –
μάσκες, θαρρείς, τριγυρνάμε, σ΄έναν
κόσμο της επιλογής μας. Τίποτα,
όμως, δεν είναι μεγαλύτερο ψέμμα
απ’αυτό! Δεν είναι! Δεν είμαστε
εμείς, καλά-καλά, επιλογής μας!
Αλλά όπου κι αν τυχόν κοιτάξεις
άλλες αίθουσες, μόνο, θα βρεις, άλλες
αισθήσεις — ψευδαισθήσεις. Ψέμματα.

ΙΙ
Ζεις, όμως, χωρίς αυτές; — υπάρχεις;
Ζωή χωρίς εξάρτηση υπάρχει;
Η ίδια η ζωή δεν ειν’ εξάρτηση;
Το οξυγόνο που αναπνέεις;
Και χωρίς τη σπηλιά σου, πού θα πας;
Θα αιωρείσαι στο απέραντο;
Θα χωθείς να κρυφτείς στις ιδέες;
Δεν είναι σπηλιά κι αυτές;
Έξοδος δεν υπάρχει• κι ο θάνατος,
εν τέλει, μια είσοδος στο κενό –
μόνο εισόδοι… Μόνο άλλοι κόσμοι.
Ιδού, το συμπέρασμα, κύριες και
κύριοι: όπου κι αν χωθείτε, είστ΄
εδώ. – Κάντε ό,τιδήποτε θέλετε.