(2)

Μεθυσμένα τηλεχειριστήρια

αναποδογυρίζουν

τους ανθρώπους.

Σκοντάφτει

ο ένας πάνω

στον τάφο του άλλου

και σκοτώνεται.

Βλέπεις,

υπάρχουν

και πιο απλοί τρόποι

για να περάσεις στην αιωνιότητα

Far away from Hollywood

Μια φορά

να συγχωρεθείς ή να συγχωρέσεις

Αβέβαιοι οι μέλλοντες χρόνοι

χτυπούν μεταξύ τους και ξεκουφαίνουν τους αντιφρονούντες

Τους αδιαφορούντες

Κι εγώ

Λέω ένα εγκάρδιο ευχαριστώ στο σιγαστήρα

κι ανοιγοκλείνω τα φτερά μου

Μένω ακόμα εδώ κοντά,

σ’ αυτό εκεί το σπίτι

Το κουδούνι γράφει

έξοδος.

Εκτός σεζόν

Το χτες αμέτρητο

Αμετακίνητο

Η αγωνία προσγειώνεται

με θόρυβο

δίπλα στο κρεβάτι

Πετάω το κλειδί απ’ το παράθυρο

Κανείς δεν είναι τόσο μόνος

όσο εκείνος που περιμένει

Καιρός για χάσιμο

Στριμωγμένες λέξεις δυστυχείς

δυστυχώς

τελικότητες διπλάσιες

ο χρόνος

μαζί στο τέλος μοναξιά

στο τέλος ολομόναχοι

κρεμάστηκα στο έλατο και περιμένω να γυρίσεις.

Μέχρι

τότε υπόσχομαι

να χαμογελάω στους επισκέπτες

Καταναλώνω τον κόσμο αυτόν σα να ήταν κάποτε

Έξω από το τζάμι

ένα πρόσωπο άλλο

χτυπάει το τζάμι

και πέφτει πάνω μου

τώρα

παντού

θρύψαλλα προσώπου σπασμένου.

Tηλεφώνημα

Με στοίχειωσαν απαντήσεις

αριθμοί κλειδιά

καλώδια

αυτός ο άντρας σταματάει ένα ταξί

κάθεται πάντα στο μπροστινό κάθισμα

Οι νευρώνες μου

ακολουθούν

τις λέξεις σου

κι εκρήγνηνται

Γεμίζει πάλι αίματα το σπίτι
Winter tale

Η ιστορία μου θα ξεκινήσει μια μέρα που μια φωνή από παλιά, πολύ βαθιά θαμμένη θα αρχίζει να σαλεύει μέσα στο κεφάλι μου. Ο πόνος. Και τότε θα βρεθούμε. Θα βρεθούμε, γιατί να μη βρεθούμε κι όχι γιατί θα πρέπει κι ίσως και να ʽμαστε πραγματικά δύο, κι όχι ένας κι άλλος ένας, όχι ένας μόνος του κι ο άλλος μόνος του. Δύο, κι όχι ένας, κι ο ένας να υπάρχει κι ο άλλος να μην υπάρχει κι ο ένας να ακούει κι ο άλλος να μιλάει κι ο ένας να κοιτάζει κι ο άλλος να βλέπει κι ο ένας να αναπνέει κι ο άλλος να ζει κι ο ένας να χάνει κι ο άλλος να χάνεται κι ο ένας να χάνει κι ο άλλος να κερδίζει κι ο ένας να αγγίζει κι ο άλλος να αισθάνεται κι ο ένας να γελάει κι ο άλλος να πεθαίνει κι ο ένας να κλαίει κι ο άλλος πάλι να πεθαίνει και στο τέλος ο ένας να φεύγει κι ο άλλος να πρέπει να αναστηθεί αλλά να πεθαίνει αφού όσο κι αν προσπαθήσω για ένα happy end, έτσι θα γίνεται πάντα.

Προ μεσημβρίας

Είναι κάποιες μέρες που μια μαύρη τρέλα με ακολουθεί κατά πόδας. Σκέφτομαι πως δε σκέφτομαι κι επανέρχομαι στη θέση μου. Κι ύστερα προσποιούμαι πως δεν προσποιούμαι πια. Τότε είναι που βγαίνω απʼ την πόρτα και χάνομαι, δε με βρίσκω πουθενά. Οι γνωστοί δρόμοι αλλάζουν όνομα, όψη και πορεία, το πρωί μεσημέρι βράδυ μεσημέρι βράδυ και μετά πρωί, όλα στο μίξερ και μετά σʼ ένα μεγάλο κάδο απορριμμάτων, περνάει το φορτηγό και τα μαζεύει- το πρωί ή το βράδυ- μαζί με τʼ άλλα σκουπίδια. Και τότε θέλω να φωνάξω «Όχι, όχι, αφήστε τα κάτω, θα τα χρειαστώ και αύριο!», αλλά πάλι δειλιάζω. Έχω ένα φόβο ανυπολόγιστο, ανυπέρβλητο και ανυπόταχτο. Όταν κάποιος φωνάζει τʼ όνομά μου, εκείνος μπαίνει στην τσέπη μου και κρύβεται για όσο χρειαστεί. Έχω ένα φόβο υπομονετικό, ενοχλητικό που όλο μου ψιθυρίζει, μου λέει, εσύ, που κάνεις πως δεν ακούς, που κάνεις πως δε βλέπεις, που κάνεις πως δε συνειδητοποιείς. Δες! Την ανάγκη του ανθρώπου για φόβο. Την ανάγκη του ανθρώπου για άνθρωπο. Την ανάγκη του ανθρώπου για ανάγκη. Την ανάγκη του ανθρώπου για θάνατο. Για ζωή. Την ανάγκη αυτού εδώ, αυτού-εδώ-του-πολύ-συγκεκριμένου-ανθρώπου, την ανάγκη του για έρωτα.

Είναι κάποιες μέρες που μια μαύρη τρέλα με ακολουθεί κατά πόδας, στο τέλος με φτάνει και με προσπερνάει.