Ανθολογούνται οι: Αθανασιάδου Φανή, Γεωργίου Γιώργος, Καλογήρου Βασίλης, Καραγιάννη Κατερίνα, Κοροβέση Δώρα, Μούτσιου Ελένη, Νικολόπουλος Γιώργος, Νινιός Αποστόλης, Σεριάτος Άγγελος, Άτη Σολέρτη
Αθανασιάδου Φανή, Αλληγορία
΄΄ Δεν εξαργυρώνεται με τίποτα ʽʼ
αναφώνησε το πλήθος στην Παταγονία
οι μώλωπες εξαπλώνονται
εξ αιτίας του σκώληκα
ενός σπάνιου μικροοργανισμού
διορατικός ως ήτο ο άρχοντας,
διέταξε τη θανάτωση του
και μαζί με αυτήν
την εξαφάνιση
του επικίνδυνου είδους των αντιφρονούντων.
Γεωργίου Γιώργος
Φτιάχνοντας με τη σμίλη τον θεό του
Στης ακροθαλασσιάς τον γαλανό αγέρα
Στηρίζοντας ελπίδες όνειρα και στόχους
Στο ακούνητο δημιούργημά του
Πέρασαν έτσι χιλιετίες
Ώσπου ένας περαστικός είδε και είπε ειρωνικά
Γιατί δε δοκιμάζεις να σμιλεύσεις τη θάλασσα;
Καλογήρου Βασίλης, Όλες οι νύχτες
Όλες οι νύχτες έρχονται
σαν τρελές καμαριέρες
ανοίγουν τα συρτάρια μου
και ψάχνουν
τα ρούχα μου
τις κάλτσες μου
τις σημειώσεις μου
κι αν βρουν μια κηλίδα
λίγο πιο σκούρα
απʼ τις άλλες
φωνάζουν
και με ξυπνάνε
με βάζουνε να πλύνω
μέσα στο σκοτάδι
τη ζωή μου
κι όταν σηκώνομαι
το άλλο πρωί
τα δάχτυλα μου
έχουν σχήμα αλλόκοτο
κι η γλώσσα μου
έρχεται σαν ξένη
κατά το μεσημέρι
Καραγιάννη Κατερίνα, Εφεδρικός φωτισμός
Όλα μιλημένα
και τα λουλούδια στο νερό
με διαταγή, να διατηρηθούν.
Προσχεδιασμένη η ελπίδα
σε διάταξη παρέλασης
κι ο φωτισμός εφεδρικός.
Μην αναρωτηθείς που είναι τα χέρια
δουλεύουν κάτω απ΄το τραπέζι.
Κανείς δε θα γράψει ιστορία
την έχουν ήδη στην κατάψυξη.
Σε μας ταιριάζει η αναμονή
και οι στιγμές μας άνοστες.
Θα μάθω, όπως θα μάθεις και εσύ
κι όσο θα μαθαίνουμε
άλλο τόσο θα βρίζουμε,
χαμηλόφωνα
και θα ξεχνάμε,
κυρίως αυτό.
Οι αναμνήσεις θα λιγοστεύουν
κάτω απ΄ τις ίδιες μέρες
και τα άγνωστα λόγια θα κρατιούνται
μακριά, αχρείαστα.
Στα μανταλάκια πιασμένη
θα στεγνώνει κάθε φορά
η νωπή αλήθεια
και έτσι ξερή θα σπάει,
τρίματα της θα πετιούνται
ωσάν κομφετί
στο καρναβάλι της χαράς
κι έτσι μες στα απόλυτα χαμόγελα
έτσι σχεδόν αβασάνιστα
θα παραδοθούμε,
νηφάλιοι
Κοροβέση Δώρα, Θάλασσα
Αν στον καθρέφτη κοιτάς
αμήχανα
Στην πάλλευκη μαχαιρωμένη θάλασσα
Θα ψάχνεις αιώνια
Τα λευκά περιστέρια
Να σε γεμίζουν ομορφιά και αίμα για να στολίζεσαι και να
προσκυνάς
Αν στην παλάμη σου ψάχνεις
Ένα σημάδι ουρανού
Που κατάφερες να κλέψεις
Διαβάζοντας και γράφοντας για μια ολόκληρη ζωή
Θα κοιτάς αιώνια
Το σπασμένο κατάρτι
Που απόμεινε στον καθρέφτη του ουρανού
Μέχρι να το ξεβράσουν τα κύματα.
Ελένη Μούτσιου, Περιήγηση
Κοντά στη βαθιά μιλιά της γης
άγγιξες κάτι απ΄το μόχθο της.
Ενα τραγούδι που ξεσηκώνει
του μεσημεριού τα χρώματα
εναν καρπό επικοινωνίας
που φυγαδεύει μοναξιές.
Πιο πέρα απ’ του ιδρώτα
την άγρια λάμψη κι απ’ των καιρών
τ’ άδεια μηνύματα.
Πιο πέρα απ’ τoν ύπνο των πέτρινων σκαλιών
που αχνίζει ο ορίζοντας.
Είναι βαθιά η φωνή του ανέμου
στο ταξίδι της προσμονής
στο βήμα του χρόνου
που έρχεται που φεύγει
μέσα απ’ τη κοίτη της ελπίδας
και μέσα απ’ το βαμμένο όνειρο
που απλώνεται
που μένει.
Νικολόπουλος Γιώργος, Ο βασιλιάς Κλο
Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Βʼ φοράει τον πορφυρό του το μανδύα, το χρυσοκέντητο με τα χίλια πλουμίδια
τη χρυσαφένια του κορώνα στο κεφάλι, κρατάει το σκήπτρο του στο χέρι
Ο βασιλιάς Κλο μʼ ένα τριμμένο, ξεθωριασμένο πανωφόρι κιʼ ένα βρώμικο σκούφο στα γκρίζα του μαλλιά
Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
μέσα στα μάτια σου, βασιλιά Κλο, δυο δάκρυα λάμπουν σα διαμάντια
Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Βʼ τριγυρισμένος από δεκάδες αυλικούς του: οι ευγενείς παραταγμένοι, κορδωμένοι και οι κυρίες των τιμών στις προσταγές του
Ο βασιλιάς Κλο μονάχος, στα χωράφια, οργώνει και τραγουδάει για τη γη του
Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
τα μάτια σου, βασιλιά Κλο, δεν έχουν πια κανένα να κοιτάξουν
Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Βʼ λάμπει μεσʼ στη χρυσή του πανοπλία
στέλνει στη μάχη τους σιδερόφραχτους ιππότες, καβάλλα στʼ άλογα που χλιμιντρίζουν αγριεμένα, κιʼ οι λεγεώνες από πίσω ακολουθάνε
Μάχες κερδισμένες, μάχες χαμένες: η ιστορία γράφεται με αίμα
Ο βασιλιάς Κλο κρατάει στο χέρι το ξύλινο στυλιάρι
μόνος του μάχεται να εμποδίσει τα κοράκια να καταστρέψουν τη σοδειά του
Μάχες κερδισμένες, μάχες χαμένες: για να θερίσεις δεν αρκεί να σπείρεις
Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
τα μάτια σου, βασιλιά Κλο, δεν κλείνουν πριν ο ήλιος βασιλέψει
Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Βʼ κοιμάται μεσʼ στο κρύο μαυσωλείο: γύρω του είναι θαμμένα όλα τα πλούτη που αξίζουν στην αυτοκρατορική γενιά του
χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμα πετράδια, για να μπορεί να κοιμηθεί γαληνεμένος
Ο βασιλιάς Κλο γερμένος είναι δίπλα σε μια λεύκα, σʼ ένα λάκκο ρηχό παραχωμένος
Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
τα μάτια σου, βασιλιά Κλο, έχουν για πάντα βασιλέψει
Η ιστορία, βασιλιά Κλο, δεν πρόκειται να γράψει τʼ όνομά σου
Κανένας, βασιλιά Κλο, κανένας δε θα μάθει τʼ όνομά σου
γιατί, βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες…
Όμως τα στάχια, βασιλιά Κλο, τʼ όνομά σου τραγουδούν όταν θροϊζουν
η γη που όργωνες, βασιλιά Κλο, ποτέ δε θα ξεχάσει το άγγιγμά σου
μέσα στης λεύκας σου, βασιλιά Κλο, τον κορμό το αίμα σου κυλάει
γιατί, βασιλιά Κλο, η μνήμη απαιτεί θυσίες…
Νινιός Αποστόλης, Αρουραίος
Στο ποτάμι όλα είναι αλλαγμένα.
Τα τελευταία δάχτυλα των φύλλων ακουμπάνε στο νερό.
Όλα συμπλέκονται και βυθίζονται στο υγρό τραπέζι.
Ο άνεμος διασχίζει το κατάξερο καφετί του κάμπου,
σαν βολίδα. Οι νεράιδες έχουν αναχωρήσει.
Γλυκός ο Πάμισος ρέει ήρεμα.
Εγώ συνεχίζω το τραγούδι μου ως το τέλος.
Το ποτάμι μου δεν έχει άδεια μπουκάλια, ψόφια ζώα,
ξερά κλαδιά, κουτιά από χαρτόνι.
Τελειώνει το τσιγάρο.
Είναι η άλλη μαρτυρία για τις καλοκαιρινές νύχτες.
Οι νεράιδες έχουν αναχωρήσει. Δεν έχουν αφήσει διεύθυνση.
Ο γλυκός Πάμισος ρέει απαλά, μέχρι να τελειώσω εγώ το τραγούδι μου.
Ρέει απαλά, για να μη μιλάω δυνατά.
Πίσω μου στα ξερά χόρτα, μια παράξενη έκρηξη ακούω.
Η κουδουνίστρα των ψυχών από το χωνευτήρι των συναισθημάτων και το συγκρατημένο γέλιο έχουν απλωθεί από αυτί σε αυτί.
Ένας αρουραίος έχει παρεισφρήσει στην ηρεμία της νύχτας.
Γλοιώδες σύρσιμο της κοιλιάς μέχρι την υγρή τράπεζα του ποταμού.
Εγώ ήμουν το θήραμα στο θαμπό κανάλι της ζωής.
Ονειροπόλος για το ναυάγιο του βασιλιά και για το θάνατο
αγαπημένων προσώπων, πριν απʼ αυτόν.
Κιʼ εσύ φοράς γυμνή τη λευκή χλαμύδα του έρωτα
στη μεγάλη υγρασία του χειμώνα.
Διανομή ρόλων και οστά στοιβαγμένα σε μια μικρή σοφίτα.
Κροτάλιζες τα πόδια δυνατά για να φοβηθεί ο αρουραίος.
Όμως, πίσω μου συνεχίζω να ακούω από καιρού εις καιρό
παράξενους ήχους.
Ίσως, αυτοί οι ήχοι εμποδίζουν τον ερχομό της άνοιξης.
Το φεγγάρι συνεχίζει να λάμπει και για μας
τις χειμωνιάτικες νύχτες.
Οι Νεράιδες απτόητες παίζουν παιχνίδια ερωτικά στα κρύα νερά
Σεριάτος Άγγελος, Παράστασις εσωτερική
Χειμαρωδώς, πλην συνεπείς εις στη προσφιλή τους συνήθεια,
ξετυλίγονται οι εσωτρικές μου αντιφάσεις
σε κάθε πράξη της του βιος μου παραστάσεως,
εκμεταλλευόμενες την ανικανότητα μου
να μετριάσω την ισχύ τους.
Λυσσαλέα μαχόμενες δια τον έλεγχο των αισθήσεων μου.
Των μόνων-πέντε εις τον αριθμό-δουλικώς επιστρατευμένων
θεατρίνων της ψυχής μου.
Ψυχή-σκηνοθέτης, υποπέπτουσα εις πειρασμούς και δοκιμασίες
δαιμονισμένων και εκ διαμέτρου αντιθετικών εσωτερικών δυνάμεων.
Άτη Σολέρτη, Ελεανόρ
Στη Ρυέλ των Κοκκιγιάρ, μαχαίρωσα μια πόρνη.
Ελεανόρ!
Έλεος!
Ποιος δίχασε τον ποιητή απ’ το μονάκριβό του γιο;
Ελεανόρ!
Άσπρο το ρόδο. Μαύρες τελείες συναντώ. Ζάρι!
Ελεανόρ!
Το αίμα σου δε βλέπω.
Κόκκινο παραγγέλνω. Κρασί των Στεναγμών.
Ελεανόρ!
Μες στο μανίκι μου, κρυφή μορφή. Δεκαεφτά χρονών.
Καρδιά μου, Ντάμα κούπα! Δίχασες πνεύμα κι αίμα!
Στίχο να σε χωρέσει δε θα βρω.
Ελεανόρ!
Μες στα σομόν σατέν σου αναπνέω.
Τα τυρκουάζ στολίδια σου κοιτώ.
Λευκές δαντέλες με μαύρα κρέπια προσκυνώ. Ζάρι!
Ελεανόρ!
Στης μοίρας τον αργό χορό,
άγρυπνος, διψασμένος, τάματα φορτωμένος,
σέρνομαι…
Διχασμένος.
Στον τόπο σου ξαναγυρνώ. Μες στο ζεστό κορμί σου.
Γλυκά αγγίζω το φιλί σου.
Ελεανόρ!
Δίχασες πνεύμα κι αίμα!
Αργά ξεδένω τις κλωστές που δένουν ντύματα στη γύμνια.
Λευκές κορδέλες λύνονται σαν τα κατάμαυρα μαλλιά σου αφήνονται. Ζάρι!
Ελεανόρ!
Το στήθος σου γυμνό, του ανέμου ψιθυρίζει… Τον δίχασες κι αυτόν!
Το αίμα σου δε βλέπω.
Κόκκινο παραγγέλνω. Κόκκινο! Θα σε πιω.
Το άρωμά σου γεύομαι. Μεθάω. Σ’ ονειρεύομαι.
Στα τυρκουάζ στολίδια σου κεντώ… βυθούς που μείνανʼ διψασμένοι,
αιώνες ξεχασμένοι.
Ελεανόρ!
Σε βρήκα!
Ο δολοφόνος είναι εδώ.
Άσπρο το δέρμα σου. Μαύρα τα νύχια του. Ζάρι!
Ελεανόρ!
Σε βρήκα!
Μεταξωτά υφάσματα, λεπτά, αέρινα… με τ’ άρωμά σου με υπνωτίζουνε…
Ελεανόρ!
Γλυκιά μου πόρνη!
Γλυκά με σφίγγουνε…
Ελεανόρ!
Σε βρήκα!
Συγχώρεσε με που άργησα. Μαζί σου θα ‘μαι πάντα ζωντανός.
Και διχασμένος!
Συγγενής.
Ποιητής.
Ελεανόρ!
Πίνω στο φόνο σου!
Ορφανή μου! Μικρή μου πόρνη! Χαριτωμένη Ελεανόρ!
Πίνω σε σένα…
και σου ξεσκίζω με μανία κάθε σου φλέβα, αρτηρία…
Άσπρο το σχήμα της καρδιάς. Μαύρο το αίμα της. Ζάρι!
Νίβομαι…
και συνεχίζω να ξεσκίζω τη θεϊκή σάπια κοιλιά…
Θα σ’ απαλλάξω κι από μήτρα. Τώρα! Πριν είναι αργά!
Μην κλαις μικρούλα! Μη φοβάσαι!
Ο δολοφόνος είναι εδώ.
Ρίχνει το ζάρι από μέσα…
Ο δολοφόνος μένει μέσα.
Γλυκιά μου Ελεανόρ!
Στο είπα!
Δέθηκα με την Ντάμα κούπα.
Άνεμος γίνομαι. Ρήγας σπαθί.
Εκδικητής.
Ελεανόρ!
Προσκυνητής.
Στο είπα!
Θέλω να μείνω ποιητής. Δε θέλω άλλους συγγενείς











Με αφορμή, και μόνο, ενός από τα ανωτέρω ποιήματα και με καμία διάθεση παρέκτασης (ή έστω καν, προέκτασης)…
Ο χρόνος και η εξ-ουσία έχουν κάτι κοινό. Τα συνδέουμε με λάθος πράγματα.
Ένα ρολόι, ας πούμε, μετράει την ώρα και όχι το χρόνο. Το χρόνο το δείχνει ο καθρέφτης. Αλίμονο σε όποιον «φοβάται» να εκτεθεί «γυμνός» μπροστά του.
Αν, αν λέμε, από τυχαία σύμπτωση βρεθεί μπροστά του θα είναι οδυνηρό…
Ένας βασιλιάς, ας πούμε, είναι ένα σύμβολο και όχι η εξ-ουσία. Η εξ-ουσία υπάρχει στο φασιστάκο του μυαλού μας κι ένα παιδάκι (που – πιστέψτε με – πάντα δυσκολεύομαι να απαντήσω στις ερωτήσεις τους) αρκεί για να δείξει ότι είναι γυμνός…
Ελπίζω να σας ματασυναντήσω.
(το σύστημα και τα χαοτικά του κόλπα δεν κάνουν διάκριση. Το σχόλιο σώθηκε στο back up)
Γιώργο Πρίμπα
γιατί το σχόλιό σας δεν με εκπλήσσει;
Σκέφτηκα να έχω την τιμή να είναι δικό μου το πρώτο σχόλιο, μετά από μερικές χιλιάδες στο «ποιείν», που δε θα (σας) εκπλήσσει…
ένα ρολόι* δεν μετράει την ώρα.ένα ρολόι δείχνει την ώρα και μετράει το χρόνο.ένας καθρέφτης δείχνει -και όχι μετράει- το χρόνο.με λίγα λόγια έχουμε κάτι για το μέτρημα και κάτι για την απεικόνιση του.για ποιο λόγο, όμως, μετρούμε κάτι, όταν δεν κοιτάμε την πραγματική του απεικόνιση;ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Β’ με τα υπάρχοντα του είναι το “μέτρημα” της εξουσίας.ο βασιλιάς Κλο είναι η απεικόνισή της.ο πρώτος είναι το ρολόι, ποτέ δεν θα μας δείξει την πραγματική εξουσία. ο δεύτερος είναι ο καθρέφτης, η πραγματική εξουσία, ο πραγματικός χρόνος.
*το ρολόι(η εξουσία του Γκρισάρ του Β’) είναι μια σύμβαση, κάτι σχετικό, αρκεί να αρνηθούμε αυτό που δείχνει. στον καθρέφτη(την εξουσία του Κλο) δεν συμβαίνει αυτό.
ΥΓ.αν υπάρχει μια αδυναμία στον συλλογισμό μου,η οποία εμποδίζει την παραγωγή κάποιου συμπεράσματος, είναι επειδή πιστεύουμε, ότι το ρολόι και ο καθρέφτης “καταπιάνονται” με το ίδιο αντικείμενο.αυτό είναι λάθος.
ΥΓ2.να ευχαριστήσω το ποιείν για τη δημοσίευση και των δικών μου λέξεων.
Το τι δείχνει ένα ρολόι εξαρτάται απ’ το ρολόι. Άλλα έχουν λεπτοδείκτη, άλλα δευτερολεπτοδείκτη, μερικά έχουν χρονόμετρο κι άλλα πάλι μήνα και έτος. Ένα παραδοσιακό ρολόι εν πάση περιπτώσει το καλύτερο που μπορεί να κάνει, είναι να δείχνει την τρέχουσα ώρα στη διάρκεια ενός δωδεκαώρου.
Ούτε ο καθρέφτης είναι αξιόπιστος. Εξαρτάται κατα πολύ απο την ποιότητα και ποσότητα του φωτός αλλά κι απ’ τη διάθεση που έχω όταν κοιτάζω μέσα. Άσε που μπορεί απλά να βλέπω το αποτέλεσμα μιας πρόσφατης πλαστικής επέμβασης ή ο καθρέφτης να είναι παραμορφωτικός.
Ο χρόνος απ’ την άλλη είναι αυτό που έχει τις ιδιότητες εκείνου που οι άνθρωποι αποκαλούν θεό.
Εμένα πάντως μ’ ενδιαφέρει περισσότερο – γιατί νομίζω είναι σημαντικότερο- ο χρόνος σαν υπαινιγμός στην ποίηση και την τέχνη γενικότερα.
“Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε απ’ τη γη!
Οταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή.”
κι ο αντίλογος/απάντηση
“Μια βάρκα θέλω ποταμέ να ρίξω από χαρτόνι
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; Ματώνει δε σκοτώνει.
Ποιός είπε φούντο; Ψέμματα. Δεν φτάσαμε ποτές.”
Περιηγητή, το σχόλιο μου ήταν τελείως αδιάφορο και με τον καθαυτό τρόπο λειτουργίας ενός ρολογιού αλλά και με την οπτική (και τη μελέτη του ποσοστού ανακλαστικότητας (albedo) του γυαλιού και των υλικών επικάλυψης του). Ανεξάρτητα του βαθμού συμφωνίας μου μαζί σας (αδιάφορο πάντως) τα σχόλια σας δείχνουν ένα ψαγμένο άτομο και διαβάζοντας το παραπάνω σχόλιο με απογοητεύσατε (στο μισό, διότι ο «διάλογος» Καρυωτάκη – Καββαδία ήταν πολύ πετυχημένος όπως παρουσιάστηκε). Ο «καθρέφτης», είτε ως αντικείμενο (από το κατάλληλα επικαλυμμένο γυαλί μέχρι την επιφάνεια μιας ήσυχης λίμνης) είτε ως έννοια είτε ως υπαινιγμός, έχει τεράστια επιρροή στην ποίηση. Μόνο για τον Ελύτη ας πούμε έχει γραφτεί και σχετικό βιβλίο.
κ.Πρίμπα
κατ’ αρχήν το σχόλιο μου δεν αναφέρεται μόνο σε σας αλλά και σ’ αυτά που γράφει ο κ.Καλογήρου.
Άν είχατε την καλοσύνη να μου εξηγήστε με ποιά έννοια χρησιμοποιείται τη λέξη “χρόνος” ίσως σας έδινα δίκιο λόγω παρανόησης.
Απ’ το σχόλιό σας πάντως, σαν “χρόνο” εγώ κατάλαβα το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο συμβάντων. Εν προκειμένω, τη χρονική απόσταση απο τη γέννηση ενός ατόμου έως μια δεδομένη οτπική επεφή του ατόμου αυτού μ’ ένα συμβατικό καθρέφτη.
Όσο για την ποίηση, ξέρετε κι εσείς πολύ καλά ότι άλλες διαστάσεις και υπόσταση έχουν/αποκτούν τα αντικέιμενα μέσα σ’ αυτήν.
Τι είναι ο χρόνος; Ένα μυστήριο – ανυπόστατος και παντοδύναμος. Προϋπόθεση του κόσμου των φαινομένων, κίνηση, συνδεδεμένη και αναμεμειγμένη με την ύπαρξη των σωμάτων στο χώρο και στην κίνησή τους. Αν όμως δεν υπήρχε κίνηση, θα υπήρχε χρόνος; Θα υπήρχε κίνηση, αν δεν υπήρχε χρόνος; Ρώτα λοιπόν! Είναι ο χρόνος συνάρτηση του χώρου; Ή το αντίθετο; Ή μήπως είναι ταυτόσημα; Ρώτα, ρώτα! Ο χρόνος είναι δραστήριος, έχει υφή λόγου, φέρνει κάτι. Και τι φέρνει; Αλλαγή! Τώρα δεν είναι τότε, εδώ δεν είναι εκεί, γιατί ανάμεσά τους υπάρχει κίνηση. Επειδή όμως η κίνηση με την οποία μετράμε τον χρόνο είναι κυκλική, κλειστή αφ΄ εαυτής, πρόκειται για αλλαγή και κίνηση που θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει ως γαλήνη και ακινησία, γιατί το τότε επαναλαμβάνεται διαρκώς στο τώρα, το εκεί στο εδώ . Ακόμα, επειδή και με τη μεγαλύτερη προσπάθεια δεν μπορούμε να φανταστούμε πεπερασμένο χρόνο και περιορισμένο χώρο, αποφασίστηκε να «σκεφτόμαστε» το χρόνο αιώνιο και το χώρο ατελείωτο – προφανώς πιστεύοντας ότι αυτό θα πετύχαινε, αν όχι πολύ καλά, τουλάχιστον κάπως καλύτερα. Ο ορισμός όμως του αιώνιου και ατελείωτου δεν σημαίνει τη λογική – υπολογιστική καταστροφή κάθε περιορισμένου και πεπερασμένου, τη σχετική μείωση του στο μηδέν; Στο αιώνιο είναι δυνατή η διαδοχή, η παράθεση είναι δυνατή στο ατελείωτο; Πως συμβιβάζονται έννοιες όπως απόσταση, κίνηση, αλλαγή, ακόμα και η ύπαρξη περιορισμένων σωμάτων στο σύμπαν, με τις βοηθητικές υποθέσεις του αιώνιου και του ατέλειωτου; Συνέχισε λοιπόν να ρωτάς!
Από το «Μαγικό βουνό» του Thomas Mann.
_________________________________________
Η εικόνα του χρόνου ως κάτι θεϊκό, ως κάτι πέρα και έξω από το γίγνεσθαι, θεμελιωμένου έτσι – δηλαδή η εικόνα ενός κόσμου εμβαπτισμένου εντός του χρόνου με αυστηρά καθορισμένα το τώρα, το πριν, το μετά και τη γραμμική πορεία κατεύθυνση του- από τον Αριστοτέλη, έχει πια ξεπεραστεί από τη σύγχρονη φυσική και από την ψυχολογία (η προσωπική αίσθηση της ροής του χρόνου είναι πολύ σημαντική). Αν και για να ήμαστε ειλικρινείς ξεπεράστηκε μόλις τα τελευταία 80 χρόνια! Ο λόγος βέβαια που σας πέρασα το ανωτέρω εκπληκτικό (αν λάβουμε υπόψη μας ότι γράφτηκε μια εποχή που η σχετικότητα όχι μόνο δεν ήταν παραδεκτή θεωρία, αλλά ελάχιστοι σε όλο τον κόσμο την καταλάβαιναν) απόσπασμα είναι γιατί θεωρώ ότι σε ένα πολύ ψηλό επίπεδο κατανόησης (ή σύλληψης για να μην περιοριζόμαστε, με τη λέξη κατανόηση, μόνο στα πλαίσια του ορθολογισμού) του γίγνεσθαι τότε, διαπιστώνεται ότι, αγγίζονται οι ίδιες ιδέες από τελείως, φαινομενικά, αντίθετες προσεγγίσεις (όπως ενός λογοτέχνη κι ενός σύγχρονου φυσικού).
Ο χρόνος για μένα έχει αξία να τον συζητάω μόνο όταν τον θεωρώ ως κίνηση και εξέλιξη.
κ.Πρίμπα
Ο Ηράκλειτος στο ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ, λέει πολλά σημαντικά πράγματα για τον χρόνο, την κίνηση και τη σχετικότητα, χιλιάδες χρόνια πριν τον Einstein και τον Mann και αρκετά χρόνια πριν τον Αριστοτέλη. Δεν ξέρω αν πρέπει να τον θεωρήσουμε επιστήμονα ή λογοτέχνη αφου, λόγω της έλλειψης επιστημονικής επιχειρηματολογίας της εποχής του, καταφεύγει σε λογοτεχνικά εκφραστικά μέσα. Δεν έχει και τόση σημασία μάλλον.
Θα συμφωνήσω με πολλά απ’ αυτά που λέτε για το χρόνο. Όντως εκτός απ’ τον πραγματικό χρόνο υπάρχουν ο ψυχολογικός, ο φανταστικός κι ο ποιητικός επιτρέψτε μου να πω. Αφήστε που ο χρόνος, σαν ανυσματικό μέγεθος, μπορεί υπο συνθήκες -θεωρητικά τουλάχιστον- ν’ αλλάξει διεύθυνση ή/και φορά.
Ότι αντανακλά ένας καθρέφτης λοιπόν ελάχιστη σχέση μπορεί να έχει με τον χρόνο όπως τον συζητάμε. Εκτός αν πρέπει να (ξανα)ορίσουμε και τον καθρέφτη… 🙂
και οι Ελεάτες λέγανε σημαντικά πράγματα για το χρόνο και την κίνηση, άκρως αντίθετα με τη θεωρία του Ηρακλείτου και το γνωστό “τα πάντα ρει”. και λοιπόν;
ο καθρέφτης χρειάζεται και την ικανότητα του καθρεφτιζόμενου. μιλάμε για το καθρέφτη σύμβολο.μπορεί να το κάνει και κάποιος τυφλός.
Χρόνος-Κρόνος-Ροή, Κυκλικός ή ατελεύτητος, διάσταση ή εσωτερική διαίσθηση…
Καθρέφτης-αντανάκλαση εντός του-Mirror-Reflection, σκέψη-στοχασμός ή ποιητική εκφορά-παραφορά…
Το ζητούμενο εδώ είναι η ανταπόκριση ή μη στις ποιτικές δοκιμές.
Ως απόπειρες ποιητικής δράσης κρινόμενες, είναι δεδομένο πως το μόνο σίγουρο για τα ποιήματα και τους ποιητές είναι η αναμονή για το πιο κρίσιμο βήμα: της απώλειας κάθε παραίσθησης των γλωσσικών ακροβασιών και της επακόλουθης διακινδύνευσης σε ‘πραγματικό’ αυτή τη φορά ποιητικό χρόνο…
Καλή τύχη σε όλους όσοι ευδόκιμα ξεκινούν το ταξίδι τους…
ΥΓ
Αποφεύγω να ‘απαντήσω’ στα σχόλια περί χρόνου και φιλοσοφίας γιατί πάλι κάποιοι θα με μεμφθούν για ‘κακούς τρόπους’…
Απλά -σαν επαγγελματίας του είδους (ακαδημαικός Φάλφσταφ γαρ…)- να προτείνω πιο πολύ ανάγνωση και λιγότερα σχόλια…
(ο καθρέφτης είναι καλά ορισμένος, και ως αντικείμενο και ως έννοια)
όσο για τον Ηράκλειτο, και την ΑΞΙΑ ΤΟΥ, ας αρκεστώ μόνο στο κάτωθι απόσπασμα από το βιβλίο «ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ» του W. Heisenberg.
“μπορούμε εδώ να παρατηρήσουμε ότι η σύγχρονη φυσική είναι, από μια ορισμένη άποψη, πολύ κοντά στις θεωρίες του Ηράκλειτου. Αν αντικαταστήσουμε την λέξη «πυρ» με την λέξη «ενέργεια», μπορούμε σχεδόν να επαναλάβουμε τους λόγους του, λέξη προς λέξη, από σύγχρονη άποψη. Πραγματικά η ενέργεια είναι η ουσία απ την οποία έχουν γίνει όλα τα στοιχειώδη σωματίδια, όλα τα άτομα και επομένως όλα τα πράγματα, και η ενέργεια είναι αυτό που κάνει να κινούνται. Η ενέργεια είναι μια ουσία, αφού η ολική της ποσότητα δεν αλλάζει και τα στοιχειώδη σωμάτια μπορούν πραγματικά να παράγονται απ αυτή την ουσία, όπως το δείχνουν τα πολυάριθμα πειράματα πάνω στη δημιουργία των στοιχειωδών σωματιδίων. Η ενέργεια μπορεί να μεταβάλλεται σε κίνηση, σε θερμότητα, σε φως και σε ηλεκτρισμό. Η ενέργεια μπορεί να ονομασθεί η βασική αιτία όλων των αλλαγών μέσα στον κόσμο”
Ο “καθρέφτης”, όπως τον εννοώ, αντανακλά το “τώρα μου” που όταν αντιπαρατίθεται με τη μνήμη του “πριν μου”, νομίζω ότι συνδέεται με το χρόνο (μου). Ένα ρολόι από την άλλη όταν χθες, πριν 24 ώρες, οι δείχτες του ήταν στο 9.04 και σήμερα είναι πάλι στο 9.04, δε μου δείχνουν κάτι το ουσιαστικό με το χρόνο.