Πρόσκληση
Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009 20:00
IANOS Σταδίου 24
Παρουσίαση βιβλίου
Οι εκδόσεις ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΟΥΡΑ «ΔΙΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕΤ’ ΕΥΤΕΛΕΙΑΣ».
Για το έργο του Κ.Μπούρα θα μιλήσει η καθηγήτρια θεατρολογίας ΧΑΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΟΛΑ.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν η Δρ Φιλολογίας ΛΑΜΠΡΙΝΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ
και ο εκδότης του «ΦΑΡΦΟΥΛΑ» ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΡΑΒΟΛΑΣ.
Αποσπάσματα από τη διασκευή της «Περικειρομένης» του Μενάνδρου
θα διαβάσουν οι ηθοποιοί (αλφαβητικά):
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΑΔΙΚΟΥ, ΡΟΥΛΑ ΠΑΤΕΡΑΚΗ, ΜΙΝΑ ΧΕΙΜΩΝΑ.
Απόσπασμα:
ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΜΠΟΥΡΑ κωμωδία του Μενάνδρου «Περικειρομένη»: Friday the 13th movie download
ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
(Έρχεται ο Μοσχίωνας με το Δάο. Στο μπερντέ κινούνται παράλληλα οι φιγούρες τους. Στην αρχή κινούνται ανάλογα. Έπειτα διαφοροποιούνται).
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Καλά, αν μου είπες ψέματα θα μετρήσω την πλάτη σου με ξυλιές.
ΔΑΟΣ: Όχι αφεντικό. Προτιμώ το άλλο…. βασανιστήριο.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Τα χειρότερα εσένα σου αξίζουνε. Γιατί είσαι απατεώνας και δεν έχεις ούτε ιερό ούτε όσιο.
ΔΑΟΣ: Εγώ αφεντικό; Με αδικείς. Προσβάλλεις την τιμή μου.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Ποια τιμή σου παιδί μου; Που…
ΔΑΟΣ: Σσσσσσστ! Μην τα λες και όλα! Ακούει τόσος κόσμος. (Δείχνει τους θεατές).
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Δραχμοφονιά! Θα πουλούσες και τη μάνα σου ακόμα για μια πεντάρα. Αν είχες μάνα.
ΔΑΟΣ: (ψευτοκλαίει). Τώρα ξύνεις πληγές. Αν είχα μάνα δεν θα ήμουν τώρα εδώ να δέχομαι τις προσβολές σου. Αλλά να ξέρεις, είμαι από καλή γενιά εγώ και κάποια πλουσιοκυρία με άφησε έκθετο -μπορεί και η Ασπασία…
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Σταμάτα τις μπούρδες! Αυτό το παραμύθι το έχω ακούσει χίλιες φορές. Όλα τα δουλικά τα ίδια αναμασάνε. Μα εσύ είσαι κομμάτι πιο φλύαρος. Και με τα ψέματά σου θα μπορούσες να ζαλίσεις ακόμα και τον Ερμή. Αλλά τώρα, αν ειδικά σ’ αυτό το θέμα που με καίει με γελάς…
Δάος: (μιλάει η φιγούρα του Δάου ενώ ο ηθοποιός που υποδύεται το ρόλο του ΔΑΟΥ εκφράζεται παντομιμικώς). Κρέμασέ με αν σου λέω ψέματα.
Μοσχίωνας: (η φιγούρα με τη φωνή του Καραγκιοζοπαίχτη, ο ηθοποιός εκφράζεται με παντομίμα). Μικρή ποινή για το ατόπημά σου. Μπριζόλες θα σε κάνω και θα σε στείλω σε συσκευασία δώρου στους κανίβαλους τους Πέρσες.
Δάος: (η φιγούρα, ως άνω). Όχι, όχι αυτό, δεν θα το αντέξω. Να ήμουν αρτιμελής και υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσα…
Μοσχίωνας: (η φιγούρα ως άνω). Πάψε αθεόφοβε. Προδότη της πατρίδας. Στην Αφρική θα σε στείλω, στα βάθη της Ανατολής να υπηρετείς ένα τέρας με χίλια μάτια…
(Ο λόγος μεταφέρεται από τις φιγούρες στους ηθοποιούς).
ΔΑΟΣ: Φτάνει. Αν ψέματα σου λέω λογάριασέ με το χειρότερο εχθρό σου. Μα αν είναι αλήθεια όσα λέω και μέσ’ το σπίτι βρεις την κοπέλα και τη φιλήσεις, άνετα και με την ησυχία σου, όση ώρα θέλεις… Εμένα που τα κανόνισα όλα τούτα και μάλλιασε η γλώσσα μου και μεταχειρίστηκα όλα τα τετρίπια που κατέχει η τάξη των δούλων… Εμένα που στην έριξα σα σύκο ώριμο στην ποδιά σου… Και τη μάνα σου ακόμα έπεισα να τη δεχθεί στο σπίτι και να την περιποιηθεί όπως της αξίζει… Εμένα Μοσχίωνα πώς θα μ’ ανταμείψεις;
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Θα σου αλλάξω τη ζωή. Θα κάνεις την καλή σου. Δάε λέγε τώρα πώς θά ’θελες να ζεις.
ΔΑΟΣ: Να σκεφτώ και θα σου πω.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Σκέψου γρήγορα! Τώρα που κυλάει… Το βρήκα! Μυλωνάς! Το πιο χρήσιμο επάγγελμα του κόσμου.
ΔΑΟΣ: Δηλαδή αλευρωμένος όλη την ημέρα. Όχι αφεντικό. Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες…
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Ε, τότε, να φροντίσω να πάρεις προμήθειες από τους Ολυμπιακούς αγώνες, να γίνεις κάτι σαν…. αποθηκάριος στρατού, καταμετρητής του χρυσού στο χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς, εργολάβος…
ΔΑΟΣ: Όχι, όχι αφεντικό. Θα μπω στον πειρασμό να κλέψω –γιατί η ευκαιρία κάνει τους κλέφτες– και θα με κρεμάσουν.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Είδες πολλούς κρεμασμένους;
ΔΑΟΣ: Όχι αφεντικό. Προτιμώ να πουλάω αγγουράκια στη λαϊκή, όμορφα και δροσερά. Όχι, πλούσιος δε θέλω να γίνω. Μικροαπατεώνας είμαι. Τι σχέση έχω εγώ με τα μεγάλα κόλπα;
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Ε, τότε να σου αγοράσω δύο ρωσίδες, ή καλύτερα πολωνέζες –είναι πιο ξανθιές! – να τις εκμεταλλεύεσαι.
ΔΑΟΣ: Παλιοδουλειές! Εξάλλου…
(Η δράση μεταφέρεται στις φιγούρες του μπερντέ).
Δάος: Εξάλλου αφεντικό: It’s not my cup of tea.
Μοσχίωνας: Τα θέλεις όλα. Και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο.
Δάος: Την κοιλιά μου θέλω μόνο να γεμίζω. Να τρώω φασόλια και να αερίζω ελεύθερα. Άνοιξέ μου ένα τυροπωλείο στην Αθηνάς.
(Η δράση μεταφέρεται πάλι στους ηθοποιούς).
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Κρίμα! Σε είχα για ανώτερες δουλειές. Τελοσπάντων. Θα σου ανοίξω αλλαντοπωλείο. Το κατώι γεμάτο είναι μυζήθρες και λουκάνικα -από τα πικάντικα, με φλούδα πορτοκάλι….
ΔΑΟΣ: Σώπα αφεντικό! Για το θεό. Μπες γρήγορα στο σπίτι να πάρεις εκείνη που ποθείς, να κάνεις γρήγορα το γλέντι, να φάμε κι εμείς κά’ να κοψίδι.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Σωστά μιλάς. Καθυστερούμε. Στήσαμε ολόκληρη κουβέντα ενώ η γλυκειά μου η Γλυκέρα περιμένει γλυκά να την αγκαλιάσω. Γλυκέρα: τ’ όνομά σου καρύδι με μέλι. Όχι, μέλι με καρύδια, θέλω να πω. Παλάβωσα. Το μυαλό μου πέταξε και πάει…Δεν ξέρω τι λέω…
ΔΑΟΣ: Τώρα μιλάς σωστά. Κι εκμεταλλεύσου την ευκαιρία πριν ο χιλίαρχος με το γελοίο το φτερό στο κράνος επιστρέψει. Τότε… χαιρέτα μου τον πλάτανο!
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Ναι, εντάξει, αλλά μπες εσύ πρώτος. Τρέμω απ’ το φόβο μου. Μη φάω χυλόπιτα. Κάνε μου τον κατάσκοπο. Είναι μια δουλειά στην οποία κανείς δε σου παραβγαίνει.
ΔΑΟΣ: Σωστά μιλάς.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Εγώ θα λιώσω τις σόλες μου κόβοντας βόλτες έξω από το σπίτι, σαν άλογο πεισματικό.
ΔΑΟΣ: (κατ’ ιδίαν, μπαίνοντας στο σπίτι της Μυρρίνης). Μουλάρι, θα έλεγα. Μα τι να κάνω; Αυτό το αφεντικό μου έτυχε, θα το λουστώ.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Έπρεπε να το καταλάβω. Μου έφεξε. Κάποιος κομήτης ζύγιασε πάνω στη μοίρα μου την πλάστιγγα προς το μέρος τη ευτυχίας. Δεν τραβήχτηκε όταν καταπάνω της έτρεξα. Κι όταν το μάγουλό μου ζύγωσα στο χνουδάτο μάγουλο το δικό της –σαν ώριμο βερίκοκο– εκείνη δεν έκανε πίσω. Μα τη θεά Αθηνά, δεν είμαι κι εγώ κά ’νας αξύριστος. Και οι κοπέλες κάνουν χάζι τα λόγια τα ερωτικά που ξεστομίζω. Μα τούτο παραήτανε εύκολο και βιαστικό! Τέλος πάντων, μην τα πολυσκαλίζω. Την Αδράστεια ακόμα και οι θεοί προσκυνούν. Κι εγώ, ο ταπεινός, μπροστά της γονατίζω. (Γονατίζει).
ΔΑΟΣ: (βγαίνοντας). Καλέ, τι κάνεις εκεί; Το έριξες στις μετάνοιες και προσευχές; Δεν είναι η ώρα γι’ αυτά. Αμάρτησε πρώτα και μετά θ’ αυτομαστιγωθείς.
(Η δράση μεταφέρεται στις φιγούρες).
Μοσχίωνας: (ενόσω αυτομαστιγώνεται). Mea culpa! Mea culpa! Mea culpa!
Δάος: Καλέ! Περίεργη τάξη οι αφέντες. Κυνηγιούνται από μόνοι τους όταν δεν τους κυνηγάει κανείς. Ενώ εμείς αν κλέψουμε κά ’να κουλούρι και δε μας πιάσουν το ξεχνάμε. Να δεις που κάποτε, μετά από αιώνες ένας ρώσος συγγραφέας θα γράψει το «Έγκλημα και Τιμωρία».
(Η δράση μεταφέρεται πάλι στους ηθοποιούς).
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Μα πες μου γρήγορα τι έγινε.
ΔΑΟΣ: Το λουτρό της μόλις τέλειωσε, αφεντικό, ροδόνερο με άνθη λεμονιάς και τώρα φοράει ένα χιτώνα αραχνοΰφαντο που αφήνει πίσω της κύματα λεβάντας και σμήνη μελισσών αποπλανιούνται…
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: (λιώνει). Αγάπη μου.
ΔΑΟΣ: Μην πλησιάζεις αφεντικό! Άνθρωποι είμαστε κι εμείς. Και η μεν σαρξ πρόθυμη, το δε πνεύμα ασθενές…
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Μα πες μου παρακάτω.
ΔΑΟΣ: Τι να σου πω; Ένας χαμός μέσα στο σπίτι. Η μάνα σου πάει κι έρχεται και δίνει εντολές. Όσο για το φαΐ γουργουρίζει ερωτικά μέσ’ την τσουκάλα. Τρέχα γρήγορα στο σπίτι. Οι γυναίκες σε περιμένουνε κι ανησυχούν…
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Καλά, δεν τους είπες ότι είμαι στο κατώφλι;
ΔΑΟΣ: Όχι. Μαρτυριάρης εγώ δεν είμαι.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Ε, πήγαινε να τους το πεις. Σε διατάζω. Να δούμε πώς θα αντιδράσουνε.
ΔΑΟΣ: Καλά, πάω. Να δούμε πότε θα φάω.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Αχ, τι έχει να γίνει! Μόλις με δει να μπαίνω θα κατεβάσει τα μάτια και θα κοκκινίσει σαν παντζάρι από την κορυφή ώς τα νύχια. Εγώ θα κάνω ότι δεν καταλαβαίνω και θα τρέξω στη μάνα μου και θα τη γεμίσω με φιλιά για να την καλοπιάσω. Όχι πολλές τσιριμόνιες βέβαια, γιατί δεν της αρέσουν. Αλλά πρέπει να την καλοπιάσω γιατί η υπόθεσή μου πήρε τόσο καλή τροπή, που μόνο κάποιος, ένας θεός των, ίσως ο Ερμής, θα έχει βάλει το χέρι του. Όμως κάποιος βγαίνει. Προσοχή! Η πόρτα τρίζει δαιμονισμένα. Θέλει λάδωμα. Ρουφάει περισσότερο λάδι κι από εκγυμναστή σε παλαίστρα! Μα τι τρέχει Δάε; Γιατί αυτά τα μούτρα τα κατεβασμένα; Τι τρέχει; Τι συμβαίνει; Πες μου γρήγορα, αλλιώτικα θα σου σπάσω τα μούτρα αφιλότιμε.
(Στο μπερντέ βλέπουμε τη σκηνή που περιγράφει ο Δάος για
την συνομιλία του με τη Μυρρίνη).
ΔΑΟΣ: Ε, να, περίεργα πράγματα, μα το Δία και όλους τους θεούς του Ολύμπου μαζί. Μόλις άκουσε η μάνα σου πως ήρθες «Τσιμουδιά!» μου λέει. «Κράτα το στόμα σου κλειστό κακομοίρη μου, αλλιώτικα δεν ξανατρώς απ’ το τσουκάλι μου. Μην τύχει και μάθει πως το κορίτσι είναι εδώ αλίμονό σου. Θα το κρύψω στο γυναικωνίτη το Γλυκεράκι». «Τώρα μάλιστα» της λέω. «Του τα πρόφτασα κιόλας κι απ’ τη χαρά του κοντεύει να κατουρηθεί». «Άντε χάσου από ’δω ανεπρόκοπε» μού είπε «και μην ξαναπατήσεις το κατώφλι μου». Τι να κάνουμε; Έτσι είναι η ζωή. Μία τυρέμπορος στην αγορά, μία στην κλωτσοπατινάδα. Αλλά εσύ αφεντικό κρύψου. Γιατί θα ξεσπάσει επάνω σου όταν σε δει.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Μ’ έπιασες κορόιδο ανόητε.
ΔΑΟΣ: Ανόητος εγώ; Η μάνα σου φταίει.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Μα τις λες ηλίθιε; Εσύ δεν μου είπες πως μάλλιασε η γλώσσα σου να πείσεις τη μάνα μου να τη δεχτεί κι έκανες τ’ αδύνατα δυνατά για να πείσεις τη Γλυκέρα να ζητήσει φιλοξενία στο σπίτι μου;
ΔΑΟΣ: Είπα τέτοιο πράγμα εγώ; Τι να σου πω αφεντικό…Δεν το θυμάμαι. Και να το είπα, αέρας ήτανε και πάει.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Θ’ αερίζεις πιο εύκολα όταν σου κάνω μαύρο τον πισινό….
ΔΑΟΣ: Μη αφεντικό, μη! Λυπήσου με. Το ψωμάκι μου ήθελα να βγάλω κι εγώ. Τίποτ’ άλλο.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Κοροϊδεύοντάς με; Δεν βρήκες τίποτα καλύτερο να κάνεις για να κερδίσεις το ψωμάκι σου; Κουνήσου τώρα. Πάρε τα πόδια σου. Φεύγουμε από ’δω. Θα σε τιμωρήσω αυστηρά, αργότερα.
ΔΑΟΣ: Για πού το βάλαμε αφεντικό; Δεν πάω πουθενά. Δε με σηκώνουν τα πόδια μου. Να, εδώ θα πέσω κάτω και θα πεθάνω από ασιτία. Αλλά, για στάσου! Σκέφτηκα! Μήπως η μάνα σου δεν ήθελε να μάθεις για τον ερχομό της Γλυκέρας πριν σε ψαρέψει για τα αισθήματά σου κι αν έχεις καλό σκοπό για την κοπέλα;
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Βρε, βρε! Δεν το σκέφτηκα. Τώρα κάτι αρχίζεις να λες. Προχώρησε το συλλογισμό σου! Πρέπει να σε δέρνω αλιτήριε για να παίρνει μπροστά το μυαλό σου;
ΔΑΟΣ: (έχοντας πάρει θάρρος). Μα βέβαια, αυτό είναι. Το ότι έφυγε από το σπίτι της και ζήτησε καταφύγιο στο δικό σου σημαίνει κάτι. Αν δείξεις εσύ ότι δεν πολυνοιάζεσαι και λείψεις δυο-τρεις-τέσσερις μέρες από ’δω, θα δεις πώς θα σου παραδοθεί και θα σου φανερώσει τα αισθήματά της και θα σε παρακαλάει μάλιστα να τη δεχτείς στην αγκάλη σου.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Ααααααααααααχ!
ΔΑΟΣ: Προχτές μάλιστα με ρώταγε «πώς να του δείξω Δάε, πες μου, την αγάπη μου;». «Άμα τον δεις στο δρόμο να έρχεται καταπάνω σου με σκοπό να σε φιλήσει, μην αντισταθείς!» τη συμβούλεψα, «γιατί έχει καλό σκοπό». Και εσένα σε συμβούλεψα αντίθετα να την πλησιάσεις με θάρρος και να τη φιλήσεις. Καλά, εσένα δε δυσκολεύτηκα και πολύ να σε πείσω. Αλλά με αυτήν…. μάλλιασε η γλώσσα μου. Αλλά έγιναν όλα όπως τα είχα σχεδιάσει. Τώρα, γιατί δε με πιστεύεις;
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Καλά, θ’ αναβάλλω την τιμωρία για λίγο καιρό μέχρι να δω πού θα βγάλει αυτή η ιστορία.
ΔΑΟΣ: Έτσι να κάνεις αφεντικό. Και τώρα μακριά από ‘δω. Και μη φανείς για τρεις-τέσσερις μέρες.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Αχ, τι θα κάνω εγώ με σένα! Μία στα ύψη μ’ ανεβάζεις και μία στην Κόλαση με πας. Άντε τώρα να πάρω πάλι τους δρόμους στα καλά-καθούμενα. Τέλος πάντων. Θα κάνω τα ξινά γλυκά. Τι να κάνω; Αγάλια-αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι.
ΔΑΟΣ: Έτσι να κάνεις αφεντικό. Έτσι είναι το σωστό, το πρέπον.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Μα μη νομίζεις πως θα γλιτώσεις την τιμωρία κακομοίρη μου! (Σκέφτεται).
(Η φιγούρα του Μοσχίωνα στο μπερντέ κάνει ότι σκέφτεται.
Τον σκουντάει η φιγούρα του Δάου).
ΔΑΟΣ: (Χτυπάει με το δάχτυλο την πλάτη του σκεπτόμενου Μοσχίωνα). Εεεεε, τι έγινε;
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Ε, λοιπόν, δεν πάω πουθενά. Δεν κρατιέμαι. Θα κόψω την άλυσσο. Θα μπω μέσα στο σπίτι κι ό,τι θέλει ας γίνει.
ΔΑΟΣ: Αυτό ετοιμαζόμουνα κι εγώ να σου πω. Να σε συμβουλέψω.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Τι λες; Εσύ τώρα δε μου έλεγες να φύγω, να λείψω δυο-τρεις μέρες, τέσσερις;
ΔΑΟΣ: Όμως μετά κάτι σκέφτηκα.
(Στο μπερντέ η φιγούρα του Μοσχίωνα κάνει να δείρει τη
φιγούρα του Δάου).
ΔΑΟΣ: Καλά, την ώρα που σκεφτόσουνα διάβασα τη σκέψη σου, έχω τηλεπάθεια ξέρεις και σκέφτηκα ότι αν μου έδινες ένα πουγκί χρυσά νομίσματα, με το Φίλιππο της Μακεδονίας πάνω, ξέρεις… Κάτι θα μπορούσα –ίσως– να καταφέρω.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Με το «κάτι» και το «ίσως» δε βγάζεις αμοιβή. Λέγε το σχέδιό σου.
ΔΑΟΣ: Ε, να, κύριε…Και μη με δείρεις! Όλες οι γυναίκες ίδιες είναι. Μόλις η Γλυκέρα σου ακούσει το θόρυβο το γλυκό που κάνουν τα νομίσματα στο σακούλι θα υποκύψει.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ; Η δική μου η Γλυκέρα δεν είναι τέτοια.
ΔΑΟΣ: Ναι, ξέρω. Πάντα των άλλων είναι, ποτέ η δικιά μας. Γι’ αυτό λένε πως ο έρωτας είναι τυφλός.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Τέλος πάντων! Κάνε ό,τι θες. Πάρε το πουγκί μου, πάρε την ψυχή μου. Κάνε με ό,τι θες. Φτάνει στον έρωτά μου αυτόν να υποκύψω.
ΔΑΟΣ: Δώσ’ μου το πουγκί σου και τ’ άλλα κράτα τα για την καλή σου.
(Ο Μοσχίωνας δίνει το πουγκί του στο Δάο με δισταγμό. Οι
φιγούρες στο μπερντέ του μιμούνται υπερβάλλοντας το
δισταγμό).
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Τέλος πάντων. Κι ας ελπίσουμε ότι θα έχει τέλος καλό αυτή η ιστορία.
ΔΑΟΣ: Ευχαριστώ. Και σε καλή μεριά. Άκουσέ με τώρα: μπες μέσα στο σπίτι και λούσου, αρωματίσου, άλειψε το κορμί σου με το πιο μεθυστικό λάδι της Αραβίας, όπως τότε που γυρόφερνες εκείνον τον ευπατρίδη κι όλη τη μέρα –πού σε χάνω πού σε βρίσκω– στην παλαίστρα πέρναγες τη μέρα σου. Και τη νύχτα ξημεροβραδιαζόσουνα στα συμπόσια, όπου ο καλός σου ήταν καλεσμένος.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Πάνε αυτά τώρα. Περασμένα-ξεχασμένα. Τη Γλυκέρα τώρα πεθυμώ κι ορέγομαι…
ΔΑΟΣ: Καλά, καλά, ξέρω… Μπες τώρα γρήγορα στο σπίτι γιατί κάποιον βλέπω να έρχεται προς τα εδώ και θέλω να κατασκοπεύσω τι θα πει και τι θα κάνει.
ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ: Καλά, πηγαίνω. Και πρόσεξε μην κάνεις καμιά γκάφα –από αυτές που συνηθίζεις εσύ– και πάνε στα σχέδιά μας στο βρόντο.
ΔΑΟΣ: Καλά, μπες εσύ στο σπίτι και θα κρυφτώ εγώ στη γωνία να παραφυλάω.
(Ο ΜΟΣΧΙΩΝΑΣ μπαίνει στο σπίτι, ο ΔΑΟΣ μόλις που
προλαβαίνει να κρυφτεί στη γωνία κι εμφανίζεται ο ΣΩΣΙΑΣ
ντυμένος με την πανοπλία του Πολέμωνα, με χλαμύδα, με
σπαθί και με το κράνος με το φτερό).
ΣΩΣΙΑΣ: Κοίτα κατάντια! Δείτε μασκαριλίκι.. Με το σπαθί και τη χλαμύδα και το κράνος με το φτερό του παγωνιού, λες και πηγαίνω στη μάχη. Με έστειλε ο παληκαράς να δω τι γίνεται στο σπίτι. Και μ’ έντυσε έτσι για να νομίσουν όλοι ότι γύρισε, ενώ αυτός πλαντάζει από το κλάμα στο κρεβάτι. Τι να κάνω τώρα εγώ; Να του πω ότι τη βρήκα μέσα στο σπίτι με το λεγάμενο να τινάζουν την αχλαδιά; Όχι, δεν θα του πω τίποτα. Τον λυπάμαι τον καημένο. Δεν έχω δει άνθρωπο τόσο ερωτοχτυπημένο. Ας μπούμε γρήγορα στο σπίτι, μη μας δει κανείς με τούτο το μασκάρεμα.
ΔΩΡΙΔΑ: (που βγαίνει ’κείνη την ώρα από το σπίτι της Μυρρίνης). Καλέ, τι ήτανε τούτο; Πουλάκια κάνουν τα μάτια μου; Γύρισε ο στρατιώτης από την εξοχή και τώρα ποιος τον πιάνει! Και είναι εξοπλισμένος σαν αστακός. Βάι-βάι, μεγάλη φασαρία θα γίνει σήμερα και πρέπει να κρυφτώ μην πέσει στο δικό μου το κεφάλι η φουρτούνα.
ΣΩΣΙΑΣ: (βγαίνει από το σπίτι μιλώντας κατ’ ιδίαν). Ας παίξω λίγο θέατρο. (Δυνατά). Αλίμονό του σε όποιον απήγαγε την κοπέλα από το σπίτι. (Κατ’ ιδίαν). Καλά τα πάω. Πρέπει να δικαιολογήσω τα χρυσά που μου έδωσε ο αφεντικός μου.
ΔΩΡΙΔΑ: (κατ’ ιδίαν). Νά ’τηνε η καταιγίδα. Ήρθε νωρίτερα απ’ ό,τι το φανταζόμουν. Ας κρυφτώ.
ΣΩΣΙΑΣ: (δυνατά). Ή μήπως η Γλυκέρα κλέφτηκε με το Μοσχίωνα και μας έγραψε στα παλιά της τα παπούτσια;
ΔΩΡΙΔΑ: (κρυμμένη). Καλέ, ούτε μάντης να ήτανε. Κι εγώ τον πέρναγα για κουτορνίθι! Μμμμ! νοστιμούλα είναι όπως βαδίζει έτσι με την πανοπλία προς την πόρτα της Μυρρίνης. Νομίζω πως θα ερωτευτώ κι εγώ. Κι όταν εγώ ερωτεύομαι δεν κάνω τσιριμόνιες. Δε θέλω παρακάλια εγώ!
(Παρακολουθούμε την επόμενη σκηνή παράλληλα και στο
μπερντέ: ο Σωσίας χτυπάει την πόρτα της Μυρρίνης, ο Δάος
βγάζει το κεφάλι του).
ΣΩΣΙΑΣ: Την πόρτα χτυπώ και ξαναχτυπώ. Ε, νοικοκυραίοι!
ΔΑΟΣ: Τις κρούει την θύραν; Ααααα! Καλέ, εσύ είσαι οπλισμένος! Τι έγινε; Ήρθαν οι Πέρσες στα στενά του Μαραθώνα και μας τελείωσαν οι τριακόσιοι;
ΣΩΣΙΑΣ: Πολλά λες! Απάντα μόνο σ’ ό,τι σε ρωτάω. Είσαι του σπιτιού; Εδώ δουλεύεις;
ΔΑΟΣ: Μπορεί. Ποιος ξέρεις; Ίσως. Κι εσένα το σε κόφτει;
ΣΩΣΙΑΣ: Με κόφτει και με παρακόφτει. Που απαγάγατε την κυρά μου, την φιμώσατε, τη………………… Όχι, γι’ αυτό δεν είμαι σίγουρος. Και την κρατάτε, ελεύθερη γυναίκα, με τη βία, σε ξένο σπίτι, δεμένη χειροπόδαρα και φιμωμένη!
ΔΩΡΙΔΑ: (κατ’ ιδίαν). Ε, όχι κι έτσι! Αλλά για να τού ’ρχονται τέτοιες ιδέες φαντάσου τι θύελλα είναι ο ίδιος στο κρεβάτι! Φτου! φτου! να φτύσω τον κόρφο μου. Μακριά από μας.
ΣΩΣΙΑΣ: Και τι νομίζετε; Πως εμείς δεν είμαστε άντρες; Πως έχετε να κάνετε με γυναικόπαιδα; Σας γελάσανε.
ΔΑΟΣ: Μμμμ. Μαγκιά, (μπιπ) εξάτμιση κι ο (μπιπ) φινιστρίνι. Κατά το δούλο κι ο αφεντικός.
ΣΩΣΙΑΣ: Ακούς Ηρακλή μου; Μας προσβάλλουν. (Σε άλλο τόνο). Τελικά, εδώ την κρατάτε;
ΔΑΟΣ: Άσε με ήσυχο σου λέω. Δεν είναι κανείς εδώ.
ΣΩΣΙΑΣ: Μού φαίνεται πας γυρεύοντας και για άλλες ξυλιές στο κορμί σου το αργασμένο. Αυτό το κάστρο θα γίνει με τη μια δικό μας. Πες του Μοσχίωνα ν’ αρματωθεί. Ο πόλεμος στην Τροία δε θα γίνει. Μα τι λέω;
ΔΑΟΣ: Καλέ, τι λόγια είν’ αυτά; Πώς σας μπήκαν τέτοιες ζουρλές ιδέες στο κεφάλι; Είναι δυνατόν να τό ’χουμε εμείς το θηλυκό σπιτωμένο;
(Η φιγούρα του Δάου απαντά στον ηθοποιό Δάο).
Δάος: Αν είναι λέει!
ΣΩΣΙΑΣ: Καλά, τους χούλιγκαν όλους θα μαζέψουμε…
(Η φιγούρα του Σωσία συμπληρώνει από το μπερντέ).
Σωσίας: Τους βουτυρομπεμπέδες, τους φίλους του Πολέμωνα.
ΣΩΣΙΑΣ: …και το σπίτι θα σας το κάνουμε γυαλιά-καρφιά. Να μάθεις να μας λες ρεμπεσκέδες και χαμένα κορμιά.
ΔΑΟΣ: Καλέ, εγώ αστεία το έλεγα, χαριτολογώντας σε μια συντροφιά. Εσάς όμως ποιος σας το πρόφτασε;
ΣΩΣΙΑΣ: Τι περιμένεις παιδί μου; Άνθρωποι της πόλης που ξημεροβραδιάζονται στα συμπόσια και στις παλαίστρες. Όλο με το «σεις» και με το «σας» κι από πόλεμο τίποτα. Α, ρε να ξανάρχονταν οι Πέρσες! Ένα «φου» να σας κάνουνε θα πέσετε κάτω.
ΔΑΟΣ: Αφού δεν είναι εδώ σου λέω. Δεν την έχουμε εμείς.
ΣΩΣΙΑΣ: Κοίτα καημένε μου μη βγάλω το σπαθί.
ΔΑΟΣ: Βρε δε μας παρατάς. Κουράστηκα. Όλο λόγια, λόγια κι από πράξη τίποτα. Εγώ φεύγω.
(Ο ΔΑΟΣ κλείνει την πόρτα κατάμουτρα του ΣΩΣΙΑ. Οι
αντίστοιχες φιγούρες στο μπερντέ τους μιμούνται).
ΔΩΡΙΔΑ: (βγαίνοντας απ’ την κρυψώνα της). Σωσίαααα……παληκάρι της φακής….για κάμ του δώθε να σου πω!
ΣΩΣΙΑΣ: Κρατήσου μακριά μωρή Μαινάδα, μη σου….
ΔΩΡΙΔΑ: Τι; Για πέσ’ το αν τολμάς. Αν έχεις ψυχή. Τρομάρα σου! Πού να τη βρεις; Έτσι είστε όλοι οι άντρες: τρέχετε πίσω απ’ τα φουστάνια μιας γυναίκας, μην τύχει και σας απατήσει. Κι αν απ’ το μυαλό σας περάσει κάποια τέτοια υποψία λιώνετε απ’ το κλάμα σα μωρά παιδιά.
ΣΩΣΙΑΣ: Δωρίδα παραφέρεσαι. Μην το παρατραβάς το σκοινί γιατί θά ’σαι η πρώτη που θα βρει το μπελά της. Γιατί οσμίζομαι βέβαια
–είμαι λαγωνικό εγώ! – πως δικό σου έργο είν’ όλα τούτα.
ΔΩΡΙΔΑ: Τις λες καλέ; Εγώ; Να με κάψει ο θεός αν λέω ψέματα. Μόνη της ήρθε η κοπέλα και ζήτησε καταφύγιο στο σπίτι.
ΣΩΣΙΑΣ: Στη φωλιά του λύκου; Ας γελάσω. Ούτε η Κοκκινοσκουφίτσα νά ’τανε. Καλέ, σε ποιον τα πουλάς αυτά;
(Παίρνει το λόγο η φιγούρα του Σωσία στο μπερντέ).
Σωσίας: Μωρ’ εγώ παρασύρθηκα απ’ το θέατρο που παίζω και κοντεύω να ξεχάσω την αλήθεια που την άκουσα με τα ίδια μου τα μάτια!
ΔΩΡΙΔΑ: Ναι, σου λέω. Η Γλυκέρα ζήτησε κλαίγοντας καταφύγιο από το ζηλιάρη τον αφεντικό της και η Μυρρίνη τη λυπήθηκε.
ΣΩΣΙΑΣ: Γυναίκες, παιδί μου! Τι περιμένεις; Κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει. Κι εσύ μέσα σε όλα. Πρωθιέρεια. Όπως την άλλη φορά….
ΔΩΡΙΔΑ: Για άκου να δεις, δε θα μείνω εδώ να με προσβάλλεις….
ΣΩΣΙΑΣ: Σου πάτησα τον κάλο;
ΔΩΡΙΔΑ: (μιξοκλαίγοντας). Εγώ δεν είμαι ρουφιάνα. Την αλήθεια λέω!
ΣΩΣΙΑΣ: Καλά, καλά…….. Θα τα πούμε όταν γυρίσει το αφεντικό μου.
ΔΩΡΙΔΑ: Σκοτιστήκαμε! Και άκου στρατιωτάκι, όταν έχεις καμιά μέρα ρεπό πέρνα απ’ το σπίτι μας να σε κεράσω γλυκό…. του κουταλιού.
ΣΩΣΙΑΣ: On va voir…. Θα δούμε. Φεύγω τώρα, γιατί έχω και καθήκον να επιτελέσω. Τι τραβάμε κι εμείς τα δουλικά;!
ΔΩΡΙΔΑ: Πες το ψέματα! Άντε τώρα. Στο καλό! Και με τη Νίκη!
(Η Δωρίδα μπαίνει στο σπίτι κι ο Σωσίας απομακρύνεται προς
την εξοχή).
ΜΟΥΣΙΚΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΜΕ ΤΗ ΜΠΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ
Κωνσταντίνος Μπούρας
ΔΙΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕΤ’ ΕΥΤΕΛΕΙΑΣ
(για θέατρο σκιών μέσα στο θέατρο)
Ο Κωνσταντίνος Μπούρας (www.konstantinosbouras.gr, www.critique.gr) είναι θεατρολόγος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Mέχρι σήμερα έχουν «ανεβεί» στο θέατρο τα εξής έργα του: Ο Θάνατος του Ευριπίδη (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βορείου Αιγαίου), Θέσπις (θίασος Ελεός, θέατρο «Άλεκτον») και τα μονόπρακτα που περιλαμβάνονται στον τόμο Στον Αστερισμό της Εκάτης από τη Δημοτική Σκηνή Ηγουμενίτσας. Στο Παρίσι κυκλοφορεί η θεατρική του τριλογία Palmiers et Mandragores (εκδ. L’Harmattan).
Στον τόμο αυτό παρουσιάζει μία πρωτότυπη θεατρική δουλειά του, η διαδικασία συγγραφής της οποίας ξεκίνησε το 1994, με την αποφοίτησή του από το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συμπληρώνει και διασκευάζει την «Περικειρομένη», την κωμωδία του Μένανδρου η οποία σώζεται αποσπασματικά. Η «ιδέα» και πρωτοτυπία έγκειται στο ότι η δράση εκτυλίσσεται στη σκηνή από τους ηθοποιούς, ενώ στο βάθος της σκηνής (ή στο πλάι) τοποθετείται ένας μπερντές Καραγκιοζοπαίχτη, όπου κάθε πρόσωπο του έργου έχει ένα είδωλο πίσω από τον φωτισμένο μπερντέ. Έτσι, κάποιες σκηνές –ή «εικόνες»– του έργου τις «παίζουν» οι φιγούρες του θεάτρου σκιών, δημιουργώντας δύο παράλληλους «χώρους» και κόσμους. «Θέατρο εν θεάτρω» λοιπόν.
Με την ίδια λογική, αποδομήθηκε, ανασυντέθηκε και αναδημιουργήθηκε ο γνωστός «Κύκλος με την Κιμωλία» του Μπέρτολτ Μπρεχτ για παιδικό θέατρο και Καραγκιοζοπαίχτη. Εδώ προστίθεται ακόμα ένα στοιχείο θεατρικότητας: πολλές σκηνές τις αυτοσχεδιάζουν παιδιά με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη δασκάλου τους, τέσσερις ηθοποιοί υποδύονται τους περισσότερους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ενώ ένας αφηγητής-Καραγκιοζοπαίχτης «κρατάει» με τη φωνή και τις φιγούρες του όλα τα δευτερεύοντα πρόσωπα, και ενημερώνει το κοινό για την εξέλιξη της πλοκής.
Πιστεύοντας ότι «όλος ο κόσμος είναι ένα θέατρο» κι ότι το θέατρο σκιών είναι η απόληξη ενός θεατρικού είδους το οποίο υπηρέτησε από τη γένεσή του ψυχ-αγωγικούς, θεολογικούς, παιδαγωγικούς σκοπούς, ο συγγραφέας τολμάει να «δει» αυτά τα δύο κλασικά κείμενα με αιρετικό τρόπο, παίρνοντας μόνο κάποια στοιχεία από το μύθο πάνω στον οποίο βασίζονται. Εξάλλου, η μαθηματική ενασχόληση του Κωνσταντίνου Μπούρα με τις σύγχρονες θεωρίες για τα παράλληλα σύμπαντα, βρίσκουν στο πόνημα αυτό τη θεατρική εφαρμογή τους. Τα δύο αυτά έργα προορίζονται τόσο για την απόλαυση της ανάγνωσης όσο και για τους ανθρώπους του θεάτρου που αναζητούν κάτι προκλητικά νέο.











Ενδιαφέρουσα θεατρική πρόταση κειμένου.
Το ουσιαστικό θέμα, όμως, είναι η σκηνή.
Συμφωνώ απολύτως αγαπητέ φίλε. Τα έργα αυτά γράφτηκαν δεκαπέντε χρόνια πριν. Το δεύτερο έχει παιχτεί το 1997. Η “Περικειρομένη” αναμένει ακόμα τη σκηνική της παρουσίαση. Ίδωμεν!
Κύριε Μπούρα,
είμαι μέλος μιας ερασιτεχνικής θεατρικής ομάδας, της οποίας ο “σκηνοθέτης” έχει μια έντονη τάση προς το μελόδραμα. Είχα προτείνει ν’ ανεβάσουμε τους “Μιμίαμβους” του Ηρώνδα, αλλα δεν… Μακάρι να τον πείσουμε ν’ ανεβάσουμε τη θεατρική διασκευή σας…
Θα χαιρόμουνα πολύ να το έβλεπα στο θέατρο. Μακάρι.
@2
Ίδωμεν ή οψόμεθα είναι το σωστό; Κάπου διάβασα ότι το δεύτερο πρέπει να χρησιμοποιούμε. Κάποιος φιλόλογος μπορεί να μας διαφωτίσει;
‘Οψόμεθα’ σημαίνει σίγουρα ‘θα δούμε’. ‘Ίδωμεν’ πρέπει να είναι αόριστος β΄του ‘οίδα’ που σημαίνει ‘γνωρίζω’ αν και φοβάμαι πως οι ‘φιλολογικές’ μου γνώσεις έχουν μαζέψει αρκετή σκόνη…
Ευχαριστώ Γιώργο 🙂
Μετά από πολλές αντικρουόμενες απόψεις που διάβασα ψάχνοντας στο google, βρήκα και κάποια που νομίζω ότι συμπληρώνει αυτό που έγραψες.
”Το οψόμεθα είναι οριστική μέλλοντα του ορω και χρησιμοποιείται αντί της πλήρους φράσης: οψόμεθα εις Φιλίππους. Είναι το αντίστοιχο της φράσης: θα λογαριαστούμε.
Το “ίδωμεν” είναι υποτακτική αορίστου β΄ του ορω. Μόνο η οριστική αποκτά το χρονικό ποιόν του χρόνου στον οποίο ανήκει. Οι υπόλοιπες εγκλίσεις δεν έχουν το χρονικό ποιόν του χρόνου στον οποίο ανήκουν, αλλά δηλώνουν περίσσοτερο χρονική σχέση.
Ολοκληρώνοντας, το “ίδωμεν” ως υποτακτική αναφέρεται στο μέλλον και δηλώνει ήπια προτροπή αντίθετα με την οριστική μέλλοντα (οψόμεθα) που δηλώνει απόλυτη βεβαιότητα.”
[http://www.4tforum.gr/phpBB3/viewtopic.php?f=15&t=25976&start=90]
Σας ευχαριστώ όλους για τα σχόλιά σας. Μάτα Χάρι είσαι καταπληκτική! Πόσες φορές χρησιμοποιούμε ρηματικούς τύπους χωρίς να γέρουμε γιατί. Τελικά, αυτό που μας διασώζει είναι το γλωσσικό ένστικτο. Καλό μήνα σε όλους σας.
Αυτό που θα με ενδιέφερε θα ήταν να δω την παράσταση αυτή στο «σανίδι» μόνο και μόνο για τη σκηνοθετική πρόταση που φαίνεται ενδιαφέρουσα ή πάντως καινοτόμος.
Ο Μένανδρος επηρέασε πολύ το θέατρο τους αιώνες που τον ακολούθησαν αλλά δυστυχώς γι’ αυτόν έζησε σε μια εποχή στην Αθήνα που δε μπορούσε να «παραγάγει».
Το τεράστιο ταλέντο του ήταν αλυσοδεμένο από την περιρέουσα καταθλιπτική ατμόσφαιρα της Αθήνας της εποχής του.
Η Αθήνα πολιτεία των Αισχύλου και Σοφοκλή που έδειχναν στους Αθηναίους την πηγή των νόμων (φύση κατ’ αρχή και πολίτες ύστερα), τους τρόπους να θεσμοθετούν και τις συνέπειες από τη μη τήρηση αυτών, δεν υπήρχε.
Στο μεσοδιάστημα, και μέχρι την ένταξη της Αθήνας ως μιας πόλης τμήμα κάποιου βασιλείου υπό την αυθαίρετη βούληση κάποιου Επιγόνου,
ο μεν Ευριπίδης εισήγαγε τον «από μηχανής θεό» για να «πουλήσει» ελπίδα (ουρανοκατέβατη) στους απογοητευμένους Αθηναίους από τον πελοποννησιακό πόλεμο, που έδειχνε να μην έχει τέλος και που τελικά έχασαν από τραγικά λάθη,
ο δε Πλάτωνας σκόρπισε τη σκιά στον κόσμο και επί 24 αιώνες το ερώτημα είναι (ευτυχώς όχι για όλους…) πόσο γκρι είναι.
Ο Μένανδρος υπήρξε μαθητής της μόνης άξιας φωνής της εποχής του, του Επίκουρου, και αυτό δε μπορεί παρά να τον βοήθησε. Από Μένανδρο έχω διαβάσει τη Σάμια και αυτό που θυμάμαι είναι μια ρεαλιστική καταγραφή πράξεων ανθρώπων καθημερινών. Η εντύπωση που μου άφησε ήταν ότι το έργο του σήμερα αφορά περισσότερο μελετητές της ιστορίας και του θεάτρου.
Θα ήθελα να συμπληρώσω ότι ο κωμωδιογράφος Αριστοφάνης ελάχιστη σχέση έχει με τον Μένανδρο. Πέρα από το βιασμό που υφίσταται, σήμερα μπορούμε, ανατρέχοντας στο «αυθεντικό κείμενο», να βρούμε πράγματα διαχρονικά που μας αγγίζουν. Στην εποχή του Αριστοφάνη η ελπίδα δεν είχε πεθάνει
Μπράβο κ. Μπούρα, ωραία η ιδέα σας, πολύ καλοδουλεμένο το κείμενο της διασκευής σας, φαντάζομαι και επί σκηνής το αποτέλεσμα με τους ανάλογους συντελεστές, θα μπορούσε να είναι άριστο. Εύχομαι να τα ανεβάσετε και να μας καλέσετε μέσω του ποιείν.
Οπωσδήποτε θα σας καλέσω όλους μόλις ανεβεί. Το ποιείν είναι μια τόσο ζεστή συντροφιά που μας ενώνει όλους με το αίσθημα της οικειότητας. Καλό μήνα.
Αγαπητέ Κύριε Μίχο, είναι ακριβώς όπως τα λέτε. Ο χώρος του θεάτρου είναι πιο δύσκολος από το χώρο της ποίησης. Τα απραγματοποίητα όνειρα είναι περισσότερα από τα υλοποιηθέντα. Να είμαστε καλά να γράφουμε και ίσως κάποιοι κάποτε να τα βρούνε και να τα εκτιμήσουνε.