Αυτοσχέδια φεγγάρια

Θραύσματα οι λέξεις μιας πραγματικότητας, λίγες μα αιχμηρές
Κόβουν στα δυο απόψε ένα φεγγάρι νόμισμα χρυσό.
Το ένα μισό πάνω σε ράγες διασχίζει καμπύλη τροχιά
Τυλίγεται την υγρασία του καλοκαιριού αδιαμαρτύρητα
Για να βουτήξει ηδονικά να ξεπλυθεί στη θάλασσα
Πίσω από τους εξώστες τ΄ουρανού στο τέλος μιας διαδρομής.
Το άλλο μισό ενέχυρο για μια χούφτα δάκρια το δώσαμε
Για να ξεπλύνουμε ένα πρωινό τα προσωπεία του δαίμονα
Αθόρυβα παρέα με λέξεις που κρατούν την αναπνοή τους
Και με αγγέλους που κρατάνε το λόγο τους να τον εξορίσουμε
Μέσα από μυστικά περάσματα στις σκοτεινές συνοικίες
Εκεί όπου ξεψυχούν τ΄αστέρια, εκεί από πού γεννήθηκε
Με αντίδωρο ένα ποίημα καρφωμένο στην πλάτη
Αντί για το μισό φεγγάρι που βιαστικά το δώσαμε ενέχυρο.

Σκισμένο τριαντάφυλλο

Μυθικά σ’αγαπώ μυθικά κι αλλόκοτα
Αισθαντικός τρελός προσκυνητής μοναχικός
Τρόφιμος της αγάπης σου, μια πινελιά σκιά
Πόνου απόχρωση σκισμένο τριαντάφυλλο
Λουλούδι νοτισμένο σάρκινο μ’ αγγέλων δάκρια
Υγρός πυρετός ο έρωτας μέσα στις φλέβες σου.

Ένα αγρίμι αμαρτωλό που νανουρίζεται γυμνό
Αγκαλιασμένο απ’ τις συσπάσεις των βλεφάρων σου
Γρύλισμα συρτό λυγμός ρωγμή που αναβλύζει
Μέσα σε θύλακες φωτιάς φλόγα αναρριχόμενη
Εκμυστηρεύσεις στριμωγμένες σε μια αγκαλιά
Κρήνες αιμάτινες που ξεδιψούν τα νυχτολούλουδα.

Στη δίψα των κυττάρων μου οδός διαφυγής
Η υγρασία που εξαπλώνεται στα χείλη σου
Κάθε που σε φιλώ γοργόνα ζωηρή καραδοκεί
Αναπηδά περίτεχνα για να χαθεί μέσα σε κύματα
Αλκοολούχα αποστάγματα απομεινάρια
Των φιλιών σου εκείνων που δεν ξεχάστηκαν.

Εκρήξεις ενός καινοφανούς

Άστρο σκοτεινό, ονειροπόλος ήλιος που διαλύθηκε
Φλεγόμενος, τρελός σιωπηλός καινοφανής αστέρας
Ξεριζωμένος από τον αστερισμό αυτό του Οφιούχου
Παλλόμενος δημιουργείς μια δίνη, οδό στη Νέκυια.

Μέσα σ’ απανωτές εκρήξεις υστερίας καταρρέεις
Διψάς για φως μες στο σκοτάδι που εξαπλώνεις
Βάλθηκες να επιζήσεις καταβροχθίζοντας ψυχές
Και εκμυστηρεύσεις που σφαδάζουνε ναυαγισμένες.

Μέσα στο σύμπαν μια μελανή οπή, απομεινάρια
Σάρκινα νεκρά ουράνιων σωμάτων που λικνίζονται
Στις μνήμες των ανθρώπων, αυτών που γεύτηκαν
Τις μεταμορφώσεις σου αστέρι της καταστροφής.

Με μια κηλίδα ταξιδεύω μαύρη στην καρδιά, ηλιακή
Σημάδι καταραμένο θαρρείς, από τη γενιά του Κάιν.

Καταιγίδα μαινόμενη

Σύννεφα σπλάχνα τ’ ουρανού, που αναπαράγονται
Σκοτεινά σκυλιά προπομποί μιας οργισμένης καταιγίδας,
Σχηματίζουν φιγούρα ανθρώπινη κι ύστερα αποδημούν
Παραμένοντας σιωπηλά, θαρρείς πως δεν υπάρχουν.

Σύννεφα σπλάχνα τ’ ουρανού, που αιμορραγούν
Μαστίγια του νου, συσπάσεις μιας καταιγίδας επιληπτικής
Που εγκυμονεί την αυτοκαταστροφή της σ’ ένα πλακούντα
Όξινης βροχής μελανόμορφο εκκολαπτήρα της οδύνης της.

Οργισμένο θηρίο, βρυχάται μια βροντή σιωπής
Εκκωφαντική ωδή του τράγου, ενός διχασμένου μυαλού,
Ξεριζώνει σταγόνες, ριπές επερχόμενου κατακλυσμού.
Υποτελής στις επιθυμίες της καταπίνει αγγελικές φωνές.

Ελευθερώνει υγρούς δαίμονες, μικρούς κυκλώνες
Μανιακούς, που πολιορκούν και κυκλώνουν μια ζωή.
Θέλησα να ‘μερέψω εκείνα τα τρομαγμένα σύννεφα,
Γέννημα μου, που αρνούμαι ν’ αποδεχτώ.

Άγνωστη χώρα

Χώρα χλωμή εσύ στάχυα μεστά απείθαρχα
Στολίδια σου τα μαύρα σύννεφα πάνω από
Ηφαίστεια ενεργά που κρύβουν δαίμονες.
Λευκά λιθάρια ζεύγος αιμάτινο παραδομένο
Στους καλπασμούς εικονικών κενταύρων.

Χώρα τραχιά εσύ αφηνιασμένο άγριο άλογο
Αναζητάς τροφή μες στα λιβάδια του μυαλού.
Η λάμψη της σελήνης σου βουβές εκκλήσεις
Φωσφορούχες ανάσες πλανημένων αγγέλων.
Σε χάρτες ανύπαρκτη περιοχή ανεξερεύνητη.

Κάστρα περήφανα και ερειπωμένα ρώτησα
Ν’ αποκαλύψουν με μιας την ιστορία τους
Μα εκείνα πρόφεραν μονάχα τη σιωπή.
Κάθε αυγή ταξίδι πάνω στους λόφους σου
Μες στις κοιλάδες σου ένα αγρίμι να ξεδιψά.

Η γη σου όλη διάσπαρτη επιθυμίες ενοχικές
Σαν οργωμένα γόνιμα εδάφη που διψούν
Ποθούν αγγελική βροχή υγρά ποτάμια.
Ποτάμια που κυλούν υπόγεια και χάνονται
Σαν να ‘τανε πύρινες φλέβες, πόθοι της γης.

Του ανέμου την αχνή πνοή αφουγκράστηκα
Το κλάμα του λύκου, σε ένα δάκρυ φυλάκισα
Το φτερούγισμα του αετού, μες την καρδιά
Στο όνειρο μιας μικρής νυχτερίδας βρέθηκα
Αιχμάλωτος μέσα στο δάσος μιας ψυχής.

Στάχτες βροχής πλημύρα σε άνυδρα όνειρα,
Βαθιά στο Λυκόφως λυσσομανάει η σιωπή.
Πυκνά κλαδιά χρυσά φυλλώματα επιθυμίες
Στέκουν φλεγόμενα γίνονται κήρυκες θερμοί
Ιδανικοί ψαλμοί της πτώσης των αγγέλων.

Χώρα στη γη σου ταξίδεψα για να βρεθώ μέσα μου.

Βιογραφικό

Ονομάζομαι Τζιβελέκης Άγγελος. Γεννήθηκα το 1967 στην Αθήνα.

Έχω παρακολουθήσει μαθήματα καλλιτεχνικής φωτογραφίας

στη σχολή φωτογραφίας του Δήμου Ζωγράφου και συνεργάσθηκα

για ορισμένο διάστημα με την εβδομαδιαία εφημερίδα ” Πόλις ” ως φωτογράφος.

Άρχισα να γράφω ποιήματα περιστασιακά από 1985 αλλά ασχολούμαι

εντατικά με την ποίηση από το 2007. Ποιήματα μου έχουν δημοσιευτεί

στο anemologio.gr και στο lykofos.net με το ψευδώνυμο GoldenAngel.

Ορισμένες ποιητικές μου προσπάθειες δημοσιεύονται

στο ιστολόγιο μου “ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΑ IΧΝΗ ΤΩΝ ΣΚEΨΕΩΝ”.
http://goldenangel67.blogspot.com