Αναλλοίωτα
Στις άλλες μνήμες
όσες θέλει ας δίνει η φαντασία παραλλαγές :
Στο άφρισμα της θάλασσας
που αγγίζουν τα δάχτυλα των ίσκιων
οδοιπορώντας πάνω στα πλήκτρα των ωρών
ή σε μια πιο σκούρα απόχρωση
που παίρνει ο ουρανός τη νύχτα
καθώς βαθαίνει στον ορίζοντα
Αλλά σʼεκείνη την εικόνα
που χάιδεψαν τα μάτια μου,
σʼεκείνη τη στιγμή
που μένει ακίνητη στα χείλη μου,
η φαντασία τίποτα δεν έχει να προσθέσει
Νύχτα
Η νύχτα σηκώνεται
μέσʼαπʼτους ολάνοιχτους πόρους των τοίχων
και τα κλειστά παράθυρα
Μέσʼαπʼτα κιτάπια των μυαλών
Την περιμένουν
Ανάβουν μάτια τα φώτα στους στύλους, τυφλά
Κι ανοίγουν μάτια τα μάτια
στα πρόσωπα για να τη δουν
Πίσω απʼτις Πόρτες
Το κτίριο μαύρες γραμμές
Ερμαφρόδιτες σκέψεις χορεύουν
μες στους θόλους του μυαλού, γυμνές
Κάτασπρες οι σκάλες
Ο διάδρομος μακρόλαιμος
Το κλειδί τρίζει
η πόρτα ζωντανεύει
Οι τοίχοι ακούν
Ένας μεγάλος φωτεινός λεκές στο χαλί,
σταματημένος ήλιος στο δωμάτιο
Και οι κουρτίνες διάφανη σάρκα
Γύρω απʼτο σώμα μου το σκοτάδι σφίγγει,
γλοιώδες, σαν ένα θαλάσσιο φίδι
Βαδίζω αργά ανάμεσα απʼτα κούφια έπιπλα
που αντηχούν περίγελους
Μικρά ανθρωπάκια ξεπετάγονται,
δείχνουν τη γλώσσα τους,
γελούν και απλώνουν μέχρι τʼακρότοιχα
Φτύνουν μες στο στόμα μου τʼανθρωπάκια
και χάνονται κάτω απʼτο χείλος του χαλιού
Το ψάρι άρχισε να φουσκώνει μες στο ενυδρείο,
να μεγαλώνει
Σπάει το γυαλί και ξεχύνεται, κατακόκκινο,
με μάτια ψόφια
Τα λέπια μεγαλώνουν, κόβουν το πετσί μου,
μαχαίρια λερά
Στο ταβάνι μια μαύρη γραμμή –
μακραίνει, προχωρά και χάνεται
στο ακρόσμιγμα των τοίχων
Η πόρτα είναι κλειστή
Εκείνος… ο Ένας
Οι σκάλες είναι παλιές,
αυτό δεν έχει σημασία
Οι σκάλες είναι στενές,
κι αυτό δεν έχει σημασία
Πάνω από τις σκάλες
μια αντίρροπη διαδρομή
Τα πόδια δεν ανεβαίνουν σκάλες,
οι σκάλες δεν τρίζουν από τα πόδια
Όλα δείχνουν :
τα πόδια κλοτσούν τον ουρανό,
οι σκάλες τρίζουν από το κεφάλι
που έγινε ρόδα και τρέχει
Μια κάθοδος ανισόρροπη
Μια κάθοδος που προσφέρει
εμετικές παραστάσεις του κόσμου
Ανάποδες ζωγραφιές,
απʼαυτές που κάνουν τα παιδιά
στην ασυνείδητη σύλληψη των φαινομένων
Κάθοδος ανθρώπων κρεμασμένων
με τα πόδια πάνω
και με το κεφάλι προς τη μητέρα γη
να τρώνε χώμα,
σαν να κουράστηκαν νʼαναζητούν
την ερμηνεία του κόσμου
στην αλχημεία των άστρων
Έτσι πρέπει ναʼναι όταν κατεβαίνεις
κατρακυλώντας σκάλες
Κατρακυλώντας κατεβαίνει κι Εκείνος
ο παράξενος άνθρωπος
Το τρέξιμό του φασαρία,
ταράζει την αποχαύνωση
Το κεφάλι ρόδα έχει κάνει
Να παρεξηγηθεί; Μπορεί
Όμως αυτός, ο Εκείνος,
συμβολισμό δεν έχει
Εκείνος ο παράξενος ταυτότητα δεν έχει
Εκείνος δεν κατάφερε όνομα νʼαποκτήσει
Κατρακυλούσε ανάποδα, ήταν ξεχωριστός
Εκείνος – ο ένας ο μικρός
Το Μύθευμα
Κατήφορος!
Μονόπρακτο δράμα αμαρτωλού θεού
που εκλιπαρεί εραστές ειδωλολάτρες
να λατρέψουν τους πύρινους βωμούς του,
να δώσουν τη γνώση τους θυσία στου φόβου την πυρά
ξορκίζοντας την απειλεί, εκείνη τη σοφία – που έγινε αιτία
έκπτωτοι να γίνουν οι κυρίαρχοι
Κόλαση!
Χίλιες και μία τραγωδίες σε μονόπρακτα αφορισμού
Σοφίτες μυαλά στο αίμα υποταγμένα
Ποιος, του λόγου άριστος, έγραψε το μύθευμα
σκορπώντας φλόγες στο χάος
δημιουργώντας παραισθήσεις φωτός
κλείνοντας τον στοχασμό στον πύργο της Βαβέλ;
Ιδού!
Μασκαρεμένες φιλοσοφίες που έγραψαν ιστορία,
για να είναι η σκέψη εξαρτημένη από το μηδέν, κι ύστερα
το πτώμα της αλήθειας, στην άκρη πεταμένο,
στο περιθώριο των αιώνων που μοιάζουν με ανάσα, δύσοσμη
Δεν υπάρχουν ήρωες να μας χλευάσουν,
μόνο ηρώα με λέξεις χαραγμένα, που διχάζουν –
που αφορίζουν και τρομάζουν
σβήνοντας το φως απʼτα μάτια του κόσμου
Φθορές και ρωγμές σε παρακμάζουσες αναληθείς εικόνες
μα, τα βλέφαρα του νου κλειστά
Κι αν ο ήλιος στο διάβα του δεικνύει την αλήθεια
ξεγυμνώνοντάς την χωρίς ντροπή,
η λάμψη του πονάει, πληγώνει και μισιέται
Μονομάχος ο άνθρωπος, κάποτε σοφός
αγκομαχώντας – ματωμένος
ανεβαίνει τον Γολγοθά του σαν άλλος Χριστός
Ιδού ο αφορισμός του : Εγώ ειμί ο υιός του Θεού!
Τόσο Τέλειος!
Σε κοιτώ – σε ακούω
και,
πρέπει να είσαι τέλειος
Σε ακούω να τραγουδάς εν ώρα οδύνης
ζητώντας τον ερωτικό κραδασμό
για να ξαστερώσει ο ορίζοντάς σου
και να γίνεις εξουσία στην ομορφιά
Να κυνηγάς μια ιδέα
για να την κάνεις σκαλωσιά
οξυγόνο στην ανάσα σου
Σε κοιτώ κομπάρσος να γίνεσαι
σε κολοβές ιστορίες
με τις ατέλειωτες φράσεις,
με τις κομμένες λαχτάρες,
με την αναιμία του λόγου,
με τη μελαγχολία των δεήσεων
Σε κοιτώ και βλέπω ένα μωσαϊκό
από ραγισμένες επιθυμίες
απʼαυτές που λάμπουν στις προθήκες,
στα ογκώδη βιβλία,
στις μεγάλες πόρτες,
στα ψηλά κτίρια,
στα χαμηλά καμπαρέ,
επιθυμίες
επιθυμίες
και τον εαυτό σου διέθεσες γιʼαυτές
Σε κοίταξα – σε άκουσα, τώρα θα σου πω
Πέρα στα σημεία
στα τέσσερα της γης
θάνατος
υπέρ βωμών και εστιών
Καμένα πρόσωπα,
φαγωμένες καρδιές,
κοράκια πάνω στα κορμιά,
μες στις ψυχές ο θρήνος –
και διαφημίσεις λαμπερές
“Καλύτερος όλων ο στρατός μας
καθημερινά στο σπίτι σας”
Βλέπεις;
Προϊόν ποιότητας κι ο θάνατος ακόμα
Απόʼκεί θα φτιάξουν “ήρωες”
θα φτιάξουν ιστορία
κι εργαστήρια για μελέτες
κατασκευής ιδανικών,
αυτά που καθορίζουν την κοινή
του κόσμου ειμαρμένη
Σε κοιτώ – σε ακούω
και,
πρέπει να είσαι τέλειος
Τόσο τέλειος!
Η Μελωδία των Δαχτύλων
Ω, εσείς φρουροί της αιώνιας σιωπής,
μελωδοί του Μηδενός,
πετάξτε επιτέλους
το ψεύτικο δάκρυ
που τη ματιά μου κοροϊδεύει
Άτονες οι νότες σας,
κρατήστε τες –
κρατώ τη μελωδία,
αυτή που ξαγρυπνά
σε χαμηλά τοπία
Σπάστε τα δοξάρια σας,
στράβωσαν
και φάλτσα παίζουν
Παίξτε τις χορδές
στα δάχτυλα,
σʼαυτά ανήκει η μελωδία
κι αν είναι ματωμένα
η μελωδία θρήνος θαʼναι –
της νότας σας ο θάνατος
Η Κωμωδία του Ποιητή
Ηρεμήστε!
Έχετέ μου εμπιστοσύνη
Σήμερα θα γράψω κωμωδία
κι εσύ, καλέ μου αναγνώστη,
κτύπα το ταμπούρλο!
«Να γράψεις κωμωδία;
Μα, είσαι υποχείριο του πόνου!
Δεν ξέρεις πια τι λες
ούτε τι κάνεις!
Είσαι ποιητής εσύ;
Εσύ δεν είσαι παρά ένας παλιάτσος,
βάλε λοιπόν το κοστούμι σου
κι αλεύρωσε το πρόσωπό σου»
Κι όμως, καλέ μου τυμπανιστή,
ας βάλω τα δυνατά μου·
τους σπασμούς και τους λυγμούς
θα κάνω μια αστεία γκριμάτσα
τον στεναγμό και τον πόνο,
χαμόγελο
τις θλιβερές κραυγές,
γέλιο σαρκαστικό
κι όλοι θα χειροκροτήσουν!
«Γέλα – Γέλα παλιάτσε,
γέλα για την πίκρα
που σου μαχαιρώνει την καρδιά…»
Ηρεμήστε!
Σκιά ήταν, ξεθωριασμένη,
κωμωδίας γέννημα
Έχετέ μου εμπιστοσύνη
Ο παλιάτσος δεν θα ξαναφανεί!
______________________________________________
© Μανώλης Μεσσήνης











Όλα τα ποιήματα του Μεσσήνη πρόσεξα πως έχουν δυνατό τέλος. Καθ’ όλη τη διάρκεια του ποιήματος υπάρχει τρικυμία συναισθημάτων, ενώ στο΄τέλος επέρχεται η κάθαρση. Αυτό είναι που τον κάνει και ένα δυνατό ποιητή.
Κάθε τέλος από κάθε ποίημά του, καρφώνεται σαν μαχαιριά στα σπλάχνα μας!
Ο ίδιος ο Μ.Μ. μου είχε αναφέρει στο παρελθόν, πως αγαπά τον Δάντη και τον Μπωντλαίρ. Σε άλλους στίχους υπάρχει η κατακραυγή όσων ο ποιητής θεωρεί φαύλα κι ανάρμοστα, σε άλλους απλά εκτενείς περιγραφές ενός -όχι και τόσο ενάρετου- «είναι» . Εγώ με τη σειρά μου έρχομαι να προσθέσω πως όντως διακρίνω κάποια επιρροή από κλασσικά ονόματα της λογοτεχνίας, η οποία προσδίδει στη γραφή ίχνη μιας φαντασίας που κυμαίνεται στο «υπερκόσμιο», καθώς και μιας «ρομαντικής» ίσως υπερβολής όπως για παράδειγμα την επίκληση στο ήθος (βάσιν του ότι ο δημιουργός απευθύνεται συχνά σε β’ ενικό και πληθυντικό πρόσωπο), την εικονοπλασία και το συναίσθημα. Είναι κατά τη γνώμη μου ποίηση του Υπερβατού. Είθε λοιπόν, να έχει τη ποθητή εξέλιξη..
Με βάση το σχόλιο του ξέφωτου, ξεμονάχιασα τον τελευταίο στίχου από κάθε ποίημα και τους έβαλα σε μια σειρά:
«H φαντασία τίποτα δεν έχει να προσθέσει
Στα πρόσωπα για να τη δουν
Η πόρτα είναι κλειστή
Εκείνος – ο ένας ο μικρός
Ιδού ο αφορισμός του : Εγώ ειμί ο υιός του Θεού!
Τόσο τέλειος!
Της νότας σας ο θάνατος
Ο παλιάτσος δεν θα ξαναφανεί!»
Χρειάζεστε άλλη απόδειξη για το ότι ο ελεύθερος στίχος ενός σωστού ποιητή καθόλου δεν υπολείπεται σε δομή νοημάτων; (Την απλή σύμπτωση δεν τη δέχομαι)
Αξιόλογε περιηγητά .
Αφού συμφωνήσω με κάποιες από τις
απόψεις σου , υπενθυμίζω πως , χρειάζεται
μεγάλο σθένος , τόλμη , αυθάδεια , να
παραμείνεις ζηλωτής της ουτοπίας .
Φίλτατε κύριε Πρίμπα
Έρχομαι να διαγράψω την τελευταία σας πρόταση
εντός παρένθεσης . Αφού πρώτα ζητήσω συγνώμη
για το γεγονός ότι αντέγραψα το υπέροχο
παιχνίδισμά σας . Άναρχα αυτή την φορά.
” Στις άλλες μνήμες .
Η νύκτα σηκώνεται .
Ερμαφρόδιτες σκέψεις χορεύουν .
Όλα δείχνουν:
Κατήφορος
με τις ατέλειωτες φράσεις .
Ηρεμήστε . ”
Στις ποιητικές δομές συμπτώσεις δεν υπάρχουν.
Τυρταίε, το παιχνίδισμα- με την καλή έννοια- ήταν δικό σας.
Εγώ απλώς βρέθηκα στο ξέφωτο και μάζεψα τα μαχαίρια.
Ελπίζω ο κ. Μεσσήνης να μην θεώρησε ως ασέλγεια την πράξη μας.
(τη Δευτέρα το βράδυ ελπίζω να δω όσους περισσότερους)
Το θέμα είναι ανεξάντλητο. Ειπώθηκαν πολλά. Πολύ περισσότερα απ’ όσα ίσως αντέχει ένας διάλογος με γραπτά μηνύματα σ’ ένα διαδικτυακό χώρο. Δεν διεκδικώ την τελευταία λέξη.
Ήταν μια μάχη πέρ’ απ’ τη μάχη,
που οι μαχητές ακόνιζαν
το πυρωμένο ατσάλι στις φλέβες,
κι οι σπίθες έκαιαν το πριν,
το παρόν και το μέλλον.
Βρέθηκα στο ξέφωτο
και μάζεψα τα μαχαίρια.
Κ. Πρίμπα, πολύ δυνατός ο μοναδικός σας στίχος.
Ελπίζω να μη θεωρήσετε ως λογοκλοπή το γεγονός πως τον χρησιμοποίησα σ’ αυτό το μικρό ποίημα που μου εμπνεύσατε εσείς, αλλά προ πάντων η θεσπέσια ποίηση του Μεσσήνη.
(σε ό,τι εδώ προφανώς και δεν έχω κανένα απολύτως λόγο)
Το μόνο που θα μου ανήκει θα είναι το αντίτυπο από τις “Ιχνηλασίες” το οποίο θα προμηθευτώ όταν με το καλό κυκλοφορήσει…
Μου άρεσε πολύ το ” εκείνος …ο Ένας”.
Στην τέχνη σαφέστατα δεν υπάρχει παρθενογέννεση, όμως η γραφή του Μεσσήνη θυμίζει πολύ μεγάλους, καταξιωμένους ποιητές, τους οποίους επιμελώς αντιγράφει. Επίσης η διάχυτη αγωνία του λόγου του είναι ατελέσφορη, ανερμάτιστη κατά τη γνώμη μου. Έχω τις ενστάσεις μου για την απόλυτη μανιέρα του λόγου του.