Άσκηση θάρρους
Οραματιζόταν το μέλλον μέσα από στίχους του Lorca
«Κάτω από την αψίδα της συνάντησής μας
το κώνειο τώρα μεγαλώνει.»
Κι ο Tarantino από δίπλα να τον μυεί
στην Πόλη της Αμαρτίας.
Στο ασπρόμαυρο πλάνο
το αίμα στο παντελόνι
δεν θύμιζε τίποτε από το πάθος της νύχτας.
-ρομαντικό και άγριο ταυτόχρονα-
Αποκαμωμένος στηρίχτηκε στο μπαστούνι του.
Χρόνια τώρα το ίδιο όνειρο συντροφεύει το βήμα του.
Η θύμισή της ολοζώντανη στέκει στην καρδιά του ακόμα,
ενώ ο Φεντερίκο του ψιθυρίζει
“Ένας τοίχος απʼ ονείρατα κακά
με χωρίζει από τους πεθαμένους.”
* Οι στίχοι του Φ. Γκ. Λόρκα είναι από το ποίημα “Γκασέλα της Ερωτικής θύμισης”, μτφρ. Τάκης Βαρβιτσιώτης (εκδ. Λιβάνη)
Έπονται αποκαλύψεις
Τρεμοπαίζει η φλόγα κι η μάσκα δακρυρρέει στο δισκοπότηρο.**
Ο χρόνος ματώνει στη θέα της αθωότητας.
(έπονται αποκαλύψεις)
Αδιέξοδοι έρωτες, σιωπές ιχνηλατημένες στο δισκοπότηρο σχηματίζουν τη λέξη ‘οδύνη’…
Η Φαίδρα ετοιμάζει τη χαριστική βολή, η Μήδεια κόβει τον ομφάλιο λώρο…
Ο Ιππόλυτος, περήφανος για την ασεξουαλικότητα του, αποτίει τα σέβη του στην αειπάρθενη Αρτέμιδα!
Ο Ιάσων κοιμάται όπως έστρωσε, παρέα με τις ενοχές του!
Τρεμοπαίζει η φλόγα κι η μάσκα δακρυρρέει στο δισκοπότηρο.
(έπονται αποκαλύψεις)
** Εμπνευσμένο από το video του Γιώργου Ποταμίτη “αυτό που δεν κατάλαβα” http://www.facebook.com/group.php?sid=e55da228df608cec6a52902437613f31&gid=27930792142.
Τα μήλα των Εσπερίδων
(Ευδαιμονία)
Η μελαγχολία των στίχων πάλλεται ξανά και ξανά στο ρυθμό της βροχής!
Ο Ερμής, το άτακτο παιδί του Δία, ευδαιμονίζεται
καθώς σμίγει η έλλογη σιωπή των άβαταρ.
Κρατά τα κλειδιά του κώδικα επικοινωνίας των.
Κι αν η λήθη στο σεντούκι της φυλάει στίχους και χρώματα,
Εκείνος ξέρει και τα ανασύρει.
Πόσο πίσω νʼ ανατρέξει η μνήμη;
Ποια αλήθεια να δει;
Ποιο ψέμα να πιστέψει;
Όλα ταξιδεύουν στη σιωπή.
Όλα, πνιγηρά και ομιχλώδη!
Μα σήμερα ο Ερμής ξεκλείδωσε τη σιωπή!
Άκρως αποκαλυπτική η κραυγή της!
Απʼ την αριστοτελική μεσότητα
προτίμησε την έλλειψη,
γιʼ αυτό και κρύφτηκε
στο πιθάρι της λήθης.
Μα τώρα τροχίζει τους φόβους
και παζαρεύει το χρόνο
για να αγγίξει τα μήλα των Εσπερίδων!
Έρωτας Άχραντος
Διαβάζοντας το «Αι Συνέπειαι της Παλαιάς Ιστορίας» του Γ. Βιζυηνού
Tον κατέτρεχε μια παλιά ιστορία.
Εκείνη τον αποκαλούσε «Πετώντα Ολλανδό».
Του εξομολογήθηκε τον έρωτα της.
Εκείνος σώπαινε…
Εκείνη η παλιά ιστορία τον οδήγησε στη φυγή,
μα λίγο πριν της άγγιξε το χέρι.
Ένα άγγιγμα μονάχα
και το πήρε μαζί του, εκεί στα έγκατα της γης όπου
έψαχνε «δαχτυλίδια για τους αρραβώνες»
Έτσι έλεγε η μικρή Κλάρα στους επισκέπτες της
«ο καλός της ψάχνει δαχτυλίδια για τους αρραβώνες τους»
Ναι, η παλιά ιστορία υψωνόταν ανάμεσά τους σαν τοίχος.
Πώς ένας μιαρός να σπιλώσει έναν άγγελο; Κι εκείνο το γράμμα!!!
Βυθισμένος σε αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα,
έσκαβε τη γη όλο και πιο βαθιά.
Εκείνη, κλεισμένη στο γαλάζιο δωμάτιο, έπλεκε τα μικρά της δάχτυλα και τραγουδούσε τον έρωτα.
Νύχτα και μέρα τον συνόδευε. Ακόμα κι εκείνη τη νύχτα με την καταιγίδα ήταν κοντά του∙ ντυμένη στα λευκά και με τα δάχτυλα μπλεγμένα στην άρπα, του χαμογελούσε.
Την άλλη μέρα ταξίδεψαν μαζί χαμογελώντας μακάρια.
Μήδεια
Θα πω πως ήταν όνειρο
διδακτικό
όχι προς αποφυγή
ούτε προς μίμηση.
Ναι Μήδεια
Θα πω πως ήταν όνειρο
-ούτε καλό ούτε κακό –
και θα το φυλάξω σε μια ονειροπαγίδα.
Σε είπαν Μάγισσα
Γιατί πίστεψες στα ιερά δεσμά του Έρωτα.
Ψυχή και σώμα δώρισες
σε κείνον τον ημίθεο ήρωα
– δεν θα πω το όνομά του,
ξέρω πως σε πληγώνει
ακόμα –
Ο ημίθεος και η ομήγυρή του!
Ανίκανοι όλοι τους να νιώσουν
το μεγαλείο της καρδιάς σου.
Το δηλητήριο, που έρρεε άφθονο
από τα χείλη τους,
γίνηκε μαχαίρι στα χέρια σου.
Θυσίασες το όμαιμον
ή πιο σωστά
Έκοψες τον ομφάλιο λώρο του
Έρωτα!
Μήδεια
Του Ευριπίδη τραγική ηρωΐδα
Θα πω πως ήταν όνειρο
και θα το φυλάξω σε μια ονειροπαγίδα.
Ξέπλεκα τα δακτυλίδια της κώμης σου
ανεμίζουν αιώνες τώρα
και το δάκρυ σου φωλιάζει στις καρδιές μας.
Μήδεια
Άραγε στο όνομα σου να συνυφαίνεται
χαμόγελο, τόλμη ή πάθος;
για ό,τι μεγάλο διαλέχτηκες
για ό,τι ύψιστο γεύτηκες
Εσύ η
Αιώνια Γυναίκα!
Διαχρονικό ή Διαχρονικότητα του Μαγιακόφσκι
Ασκήσεις επί χάρτου για ένα «σύννεφο με παντελόνια»
Που ρέει σιωπηλά στα καλντερίμια.
Θυμίζει κυνήγι μαγισσών ετούτη η ροή!
Αλήθεια! Ποιος είναι ο θύτης και ποιο το θύμα;
Ήρωας του Ευριπίδη δεν είναι
Ούτε ο ταξιδιάρης Οδυσσέας.
Ωστόσο ματώνει το χρόνο διά της απουσίας του!
Ασκήσεις επί χάρτου για ένα «σύννεφο με παντελόνια»
Που έμεινε έκθαμβο στο καθρέφτισμά του,
Ενώ οι νύμφες του δάσους κοσμούν ακόμα
Νάρκισσους στα μαλλιά τους!
Εθεάθη
Εθεάθη εις Παρισίους
νʼ αναλιγά το κορμί
στα βήματα των καταραμένων ποιητών.
Άνθη του κακού οι νύκτες του
κι μέρες του μια κόλαση του Ρεμπώ –
Εθεάθη εις Παρισίους
να ερμηνεύει στίχους του Βερλαίν
Quʼ as-tu fait, ô toi que voilà
Pleurant sans cesse,
Dis, quʼas-tu fait, toi que voilà,
De ta jeunesse?
Εθεάθη εις Παρισίους
με τη συνήθεια του καφέ και του τσιγάρου
όχι να κυνηγά το όνειρο
μα να κρύβεται από την αλήθεια
Εθεάθη εις Παρισίους
να συνδιαλέγεται με τον ίσκιο του Μπουκόφσκι
“Donʼt try” του λέει ο ποιητής
“Donʼt try
Just do”
Dogville
Μεγάλη απόφαση να τινάξεις
απʼ την πλάτη σου την αιματοβαμμένη πόλη
κι η άκρη του βουνού να γίνει καταφυγή σου.
Η ισοπεδωτική απλότητά της ανέδυε
άρωμα γιασεμιού, ενώ οι λόγιες λέξεις
του φεγγαριού ενέπνεαν ασφάλεια.
Μα να που φεγγάρι και βουνό δεν άντεξαν
το φως των ματιών σου και
τʼ αλαβάστρινα σου χέρια.
Ξέβρασαν αλυσίδες και πάθη ανομολόγητα
επάνω στο κορμί σου.
Άχρονη και άφυλη η σαπίλα τους.
Πνιγηρό το άγγιγμά τους.
Μεγάλη απόφαση να αποτινάξεις
την αιματοβαμμένη πόλη.
Μα εκείνη δε σε ξεχνά.
Φορά το σμόκιν της και κορνάρει
στην άκρη του βουνού.
Το γιασεμί ευωδιάζει πάλι και οι αλυσίδες
κρύβονται στα βράχια.
Οι πτυχές του εγκλήματος οφείλουν
να παραμείνουν εσώκλειστες.
Βαρύ το φορτίο της γνώσης και των αντοχών σου.
Άλλωστε, η λεηλασία της ψυχής
εξαργυρώνεται με βία και η σαπίλα με την πυρά.
Εκεί στην άκρη του βουνού, πικρή αποδοχή
της αληθινής σου φύσης.











Συμπαθής είναι πάντα ο λόγος που αρθρώνεται – έστω και ασυνείδητα- στα πλαίσια ενός “αναγεννησιακού” ρεύματος που (ελπίζω να) υποφώσκει, αλλά όπως είπε και ο Bod Dylan
“You can always go back but you can’t go back all the way”.
Έτσι η προσπάθεια αναβίωσης μυθικών ηρώων (αλλά και θεών, ημιθέων κλπ) χωρίς την τραγικότητα που τους αρμόζει αλλά με την οπερετίστικη “ελαφρότητα” των τηλεοπτικών σειρών, αποδυναμώνει το λόγο αυτό πλήρως. Ειδικά όταν αυτός είναι διανθισμένος με έτερόκλητες αναφορές, κοινοτοπίες και μεγαλοστομίες.
Η κ.Πισιώτη δεν αποτελεί εξαίρεση. Ίσα ίσα. Και δεν έχει να κάνει τόσο με την ικανότητα ή την πρόθεση αλλά με το ότι ο λόγος μας έχει καταστεί αδιέξοδος όπως κι η ζωή μας.
Η γνώμη μου πάντα βέβαια!
Να θυμηθούμε και τον ποιητή που έφυγε πέρυσι… Καλό φθινόπωρο.
Οι Άγγελοι, οι Εξάγγελοι κι ο επίλογος της Κλυταιμνήστρας Ατρείδη –Τυνδάρεω
Και «σουτ, εσύ» μου έλεγαν «σιγά».
«Εσύ» στη σκιά, στο φόντο κάθε χώρου.
«Σιγά. Αυτή είναι η τάξη των πραγμάτων».
Του κερατά, του κόσμου η τάξη
εκείνων που σκοτώναν και μαγείρευαν
του Θυέστη τα παιδιά.
«Σκύψε το κεφάλι, εσύ• σιγά».
Γιατί –του κερατά–
δεν έσκυψε κι η Ελένη το κεφάλι;
Εγώ γιατί να σκύψω το κεφάλι;
Κι εγώ ήμουνα της Λήδας και του Κύκνου κόρη.
Κι ίσαμε την Αυλίδα –σουτ– καλά.
Ας πούμε, πάει καλά. Καλάμια και παλούκια
–του κερατά–
Ίσαμε κει που οι άγγελοι κι εξάγγελοι
ερχόντουσαν και πήγαιναν
–άγγελοι ποιοι–
των Ατρειδών λαλίστατοι οι αλήτες
–μονάχα εγώ σιγά, του κερατά–
μʼ όλο που μια πύρινη περόνη
ρώταγε μέσα μου βαθιά,
τα πηγαινέλα του Αίγισθου ολοένα και πυκνότερα
προετοίμαζαν αργά
μα σίγουρα τον όλεθρο και τον αφανισμό.
Κι ίσαμε κει, σιγά•
ας έκανα κι αλλιώτικα•
ίσαμε κει
περίμενα τους Άγγελους τουλάχιστον
που δίνουνε και παίρνουνε
σʼ όλες τις τραγωδίες
και μονάχα στο τέλος της δικής μου
ούτε σαν επίλογοι δε φάνηκαν.
Πού ξέμειναν λοιπόν
του κερατά οι εξάγγελοι
που τρέχουνε γοργοί στους τραγικούς
για τα παντρολογήματα –τάχα μου– του Αχιλλέα;
Δεν είχε καν ιδέα ο Πηλείδης•
πλάγιαζε με τον Πάτροκλο
κι ήταν ο γάμος κι ο γαμπρός της Ιφιγένειας
του Κάλχαντα ο βωμός.
Ώστε,
δεν υπάρχουν Άγγελοι κι Εξάγγελοι.
Μονάχα στον Αισχύλο –που αίσχος του–
στον Σοφοκλή –του κερατά–
γιατί στον Ευρυπίδη
κατέβηκε από μηχανής ολόκληρος θεός
να σώσει απʼ τον Ιάσονα τη Μήδεια.
Δεν είχε πέραση εκεί, η μέγαιρα η Ηλέκτρα
να κόβει και να ράβει εν ονόματι
της τάξης των πραγμάτων
αυτής της «τάξεως» του κόσμου σας
που μου ʼλεγαν
του χρόνου, του δικού σας του ρυθμού.
Άστε τις στρεψοδικίες•
ο κόσμος; Τράπουλα δική σας,
μʼ όποιο παιγνίδι θέλατε την παίζατε.
Δεν υπάρχουν Άγγελοι
Τσεκούρι, δίχτυ και μαχαίρι μοναχά,
Το ένα σας και το ένα μου
Το «παίσον» το «διπλή» του Σοφοκλή.
Άλλωστε κι αν υπήρχανε
για μένα τίποτʼ άλλο δεν απόμενε.
Χρόνια στη σκάρα της Μομφής
και της Από-δοκιμασίας,
χάραζε πια η Ώρα μου
κι έμπαινα εκπυρωμένη
μέσα στο λουτρό του φονικού.
Σα μια πυράγρα μʼ άρπαξαν οι ατμοί του.
Και μια, μες στο καμίνι
στις φλόγες μέσα τις ανήμερες της Άρνησης
και μια, πάνω στο αμόνι
χάλκευαν μπρούντζινα τα χέρια μου
το πρόσωπό μου μπρούτζινο
ενστερνιζόμουν μπρούτζινη
την Τάξη των Πραγμάτων.
Άκουσα – έκουσα ίσαμε κει:
Ολόκληρη μια κίνηση από μπρούτζο:
και σουτ, μια, με το δίχτυ
κι άλλη μια – του κερατά
σιγά με το τσεκούρι
και σσουτ, πνιγμένη στο αίμα,
θύτης κι εγώ, στην πρώτη επιταγή τους
χωμένη ως το λαιμό
στην τάξη των φονιάδων του Θυέστη
και θύμα, φυσικά, στη δεύτερη
και δείπνο της Ηλέκτρας και του Ορέστη.
Σιγά. Και σσουτ, και σσουτ, σιγά
με χωνεμένο το μικρό του ξίφος
βαθιά μες στην καρδιά.
Σταύρος Βαβούρης,
από τη συλλογή του “Οι Ατρείδες της φωτιάς και της σιωπής”.
Τα νοήματά της είναι πολύ καλά και η χρήση των προσώπων της αρχαιότητας σωστή.
Ενίσταμαι, όσο δυνατή μπορεί να είναι μια τέτοια ένσταση, στο θέμα του εσωτερικού ρυθμού αλλά και σε κάποιες εκφραστικές επιφάνειες.
Κρατώ μεταξύ άλλων:
“Μεγάλη απόφαση να τινάξεις
απʼ την πλάτη σου την αιματοβαμμένη πόλη”
“Η Φαίδρα ετοιμάζει τη χαριστική βολή, η Μήδεια κόβει τον ομφάλιο λώρο…”
“Μα σήμερα ο Ερμής ξεκλείδωσε τη σιωπή!”
Τι απολαύσατε κ. Μίχο;
Εγώ θυμήθηκα την ποιήτρια που έπαιζε στους ”Αυθαίρετους” διαβάζοντας αυτά τα ποιήματα.
Ω! Μπράιαν Ντε Πάλμα!
Ω! και πάλι Ω!