Χαράζω ένα κύμα στο χαρτί να λικνίσει τις λέξεις-λέμβους
αντί να υπογραμμίσω

Εκείνο το πρωινό στη Ρίζα
Φλεβάρη μήνα στην παραλία
η ερημιά αντηχούσε διηγήσεις
κι αδημονούσε ο ήλιος
να στέψει περιπάτους, μακροβούτια κι αγκαλιές
σύννεφα παρόντα
να μαρτυρούν χειμώνα μα ανήμπορα να
τιθασεύσουν τις ανταύγειες
και η θάλασσα βουβή και
πένθιμη σαν φθινοπωρινό απόγευμα
τη μοναξιά της τάραζε ένα καΐκι αληθινό

20-02-2007


***

Όταν περίσταση απαιτεί τη χρήση λέξεων όπως
γλαδιόλα, λίμνη, υδροπλάνο
χαίρομαι ως νά ʽταν τα
παραπάνω σημαινόμενα παρόντα
πραγματικές εικόνες
των ματιών μας καθρέφτισμα
είδωλα που λάξευσε η ψυχή

αποζητούν τα χείλη μου υγρό φιλί
εκστόμισα λάμδα και ρω πολλά
εκφέρω λέξεις θελκτικές
το τείχος της ντροπής να
σπάσουν
να ξεχυθεί στη στέρφα μέρα ποτάμι ερωτικό

Μάρτιος 2007
***

Αγκαλιασμένοι στύλοι από λέξεις
απειλητικές που αποστρέφονται
οι διαβάτες
οι τοίχοι παλίμψηστα
επανεγγράψιμοι για πάντα

***
Άνθρωποι της αγρόσυρτης προφοράς
και των θολών βλεμμάτων
επιχαίρουν στο αντίκρυσμα ερειπίων
μισούν το θάνατο μα υπονοούν τον χρονο

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΙΒΟ

Ο μικρός Ίβο, με δόντια αλά Μπαγκς Μπάνυ
κεκεδίζει ελαφρώς και είναι Βούλγαρος.
Όταν μεγαλώσει ευτυχώς θα γίνει αστυνομικός
να βάλει τους κακούς στη φυλακή
να δούν κακό κι αυτοί

Ετίναζα στης λεμονιάς τον κήπο
λεμόνια να μαζέψω για το φρικασέ.
Κι όπως πέφταν τα λεμόνια με βοηθούσε
στις σακούλες τ΄ απιθούσε.
Του ΄δωκα τη μια την λιγότερο γεμάτη.
Μην ξεχνιόμαστε σαφώς, είναι βούλγαρος.

Του πηγαίναν τόσο τα κόκκινά του παπουτσάκια.
Τέλεια παραλλαγή για την παραλία με τα φύκια στα Καμίνια
όπου κάνει βόλτες μόνος περιμένοντας
τα δώρα της μάνας μου, παιχνίδια.

Έχει κι έναν αδερφό ο Ίβο
τον Μήτσο
τραυματίστηκε με μηχανάκι ελαφρώς
του έφυγε το γκάζι
κι ο πατέρας του πολύ του έριξε ξύλο

Πηγαίνει πρώτη
δεν το βλέπω να πηγαίνει ως την τρίτη
η τάξη ανήκει σ΄ αυτόν και σ΄ άλλον έναν
Δεν κατάλαβα ακριβώς σε ποιόν

Ω μικρέ μου Ίβο ας μη μεγάλωνες ποτέ
για πάντα να τινάζαμε μια όμορφη λεμονιά
για το δικό μας φρικασέ.

φθινόπωρο 2004

Ωδή στη Σεγκολέν

Αντιλαλούν Καρτιέ Λατέν
Μονμάρτη, Βερσαλλίες
η Ρουαγιάλ η Σεγκολέν
είναι γιʼ ανωμαλίες

Κι αν είμαι φαλλοκράτης
κι αν είμαι μπον βιβέρ
την παραδέχομαι τη Σεγκολέν
κι ας είνʼ γραφειοκράτις

Είνʼ όμορφη κι αισθαντική
με ήθος και αβρότη
και ω του θαύματος θεοί
χωρίς μυτούλα γαλλική

Εφρύαξε ο Σαρκοζί
επίγονοι ντεγκωλικοί
λεπέν, νεοναζί
κατάντησαν αλκοολικοί

Γυναίκα ερωτική
δυναμκή συνάμα
μα κάθε Κυριακή
μεταμορφώνεται σε ντάμα

Και πιάνει τον αντρούλη της σφιχτά αλά μπρατσέτα
οδεύουν προς τις μπρασερί
(κάτι αντίστοιχο του ουζερί)
διόλου δε σκέφτονται ρετσέτα

Αχ Σεγκολέν, αχ Σεγκολέν
όλοι σε αγαπάν μα δε στο λεν

Ρε και να ζούσε ο Ντεμπόρ
επανοικειοποίηση, ψυχογεωγραφία, μεταστροφή
θα τά ʽχε όλα απαρνηθεί
για τα ερωτικά της τα μποφόρ

Ως και στο Σεντ Ντενί στο βόρειο Παρίσι
που είναι ζόρικα πολύ κι όλοι καπνίζουνε χασίσι
σταμάτησαν τα μπάχαλα, τα νιάτα έχουν ηρεμήσει

Μολότωφ τώρα ρίχνουνε μόνο στο Σηκουάνα
βενζίνη κα στουπί δεν
απλώς εμποτισμένα με γράμματα εκρηκτικά
απευθυνόμενα στη Σεγκολέν

να τα διαβάσει εύχονται από διαβολική της τύχης εύνοια
περιδιαβάζοντας του ποταμιού την κοίτη
Κάποιο Σαββάτο ή μια Τρίτη

Ζηλεύ η Μητσοτάκαινα κι η κολλητή της Κοντολίζα
τα ονόματά τους δεύτερα έρχονται στη μαρκίζα
κάτι ξενέρωτα σκανδιναυά του τρίτου δρόμου τάχα
μισούνε τη γαλλίδα μας γιατί δεν είναι βλάχα

Μα και οι φεμινίστριες μη νομιστεί πως υστερούνε
με σπέκουλες-τεχνάσματα θα πτοηθεί θαρρούνε
στο βάθος την εχθρεύονται γιατί ʽναι γυναικάρα
στηθόδεσμο φορά διακριτικό, είναι και αλανιάρα

Κνίτισες αξύριστες και νοσταλγές της Θάτσερ
οι μέν ομνύουνε ση Λούξεμπουργκ οι δε στη Μαριέττα

Μα όμως έχουμε και δω ένα κορίτσι χάρμα
όχι δεν αναφέρομαι στην Άννα τη Μπενάκη
τη λεν Μιλένα, τη λεν κι Αποστολάκη

Αχ Σεγκολέν, αχ Σεγκολεν
μαζί σου έχω τρελλαθεί
και όλοι μου το λεν

Από Στρασβούργο, Αλμπερτβίλ κι απέκει στη Ρουέν
γύρο της Γαλατίας ξεκινώ να βγάλουμε τη Σεγκολεν

Αχ και να ζούσε ο Uderzo κι ο μέγας Goscini
που ο Οβελίξ τους ερωτεύεται περίοδο εαρινή
θα σχεδιάζανε τη Σεγκολέν και τον αγνό γαλάτη
να κάθονται σʼ ένα μενίρ άνετο σαν κρεββάτι

Θα της μιλούσε γιʼ αγριόχοιρους για Αλλαγή αυτή
θα του ξομολογιότανε ψιθυριστά στʼ αυτί
κι αν τύχει κι αντικρύζανε Ρωμαίους μιλιταριστές
ευθύς θα τους μετάλλαζε σε σοσιαλιστές

Δεκέμβριος 2006

***

Στην Αιγιάλια

Συμμορίες εφήβων ποδηλατών λυμαίνονται
Δυό-τρεις παραθαλάσσιες κωμοπόλεις
Όπου διάγουμε τις διακοπές μας φέτος
Ακράτα, Κιάτο, Διακοφτό τα ονόματά τους

Ξεκινήσαμε με τα μικρά, άλλος μπελάς κι αυτός
Η δωδεκαετής Ειρήνη έξω απʼ το παράθυρο
Κοίταγε μουτρωμένη
Στο αυτοκίνητο πίσω από μένα ακριβώς
Που ήμουνα συνοδηγός καθότι σύζυγος του ανδρός

Πρώτη εντύπωση αποκαρδιωτική
τρακτέρ στην παραλία παρατεταγμένα
που όπως μας εκμυστηρεύθηκαν
τα χρησιμοποιούσανε πρώην αγρότες για μπλόκα το χειμώνα
και μόνο τον χειμώνα, για να σπάνε τη μονοτονία τους
και των ταξιδιωτών τα νεύρα, προσέθετα εγώ

Στην παραλία βότσαλο, πιο εργονομικό από την άμμο
λυπήθηκε η εξαετής Αθηνά και χάρηκε ο εννεαετής Αργύρης
που της πετούσε πέτρες
οι δυό αυτοί μάς ζήτησαν θαλάσσιο ποδήλατο

δε λέω, θα γυμνάζονταν και θα επήρχετο τρόπον τινά
μια ανακωχή ανάμεσά τους
μα το σκαφίδιο χρώματος κόκκινου
δεν διέθετε μέσα σωστικά ούτε τα στοιχειώδη
σωσίβια π.χ, σφυρίχτρα και φωτοβολίδες

Ελλείψεις ανεπίτρεπτες όπως με πληροφόρησε ο τοπικός ανθυπολιμενάρχης
παρόλαυτά η θάλασσα έβριθε θαλάσσιων ποδηλάτων
ναι, αλλά εινʼ όλα χωρίς άδεια, είπε ο ανθυπολιμενάρχης
γιατί δεν επεμβαίνετε τον ρώτησα εγώ
κυρία μου, μα δεν υπάρχει κράτος, απάντησε αυτός

Η τρόικα

στον Χίος F.M.

Η Χίος είναι νησί του Αιγαίου. Δεν έχω πάει ούτε μόνος ούτε με παρέα όπως οι Χιώτες. Δεν γνωρίζω τον τόπο, μπορώ μόνο να τον φανταστώ και νομίζω ότι τελικά δεν πρόκειται περί νησιού. Την ίδια άποψη έχω και για τη Σάμο. Η Σάμος στην πραγματικότητα δεν είναι νησί. Είναι ένα ακρωτήρι που αποκόπηκε από τα ιωνικά παράλια. Στην αργκό των φαντάρων αποκαλείται «Ζούγκλα» λόγω της πάλαι ποτέ πυκνής δασοκάλυψης. Και επειδή οι φαντάροι είναι σοφοί όπως κάθε καταπιεσμένος άνθρωπος που υπομένει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, η σοφία τους εκδηλώνεται με μια λεκτική επιθετικότητα. Ζούγκλα λοιπόν σαν αυτή του Βόρνεο νόμιζα αλλά κάθε άλλο. Σαν πατρινός ήμουνα στα νερά μου. Η Πάτρα είναι όντως νησί όπως η Σάμος είναι όντως ξηρά, ακρωτήρι. Η Πάτρα μάλιστα είναι ένα κινούμενο νησί γιʼ αυτό οι κάτοικοί της δεν κοιτάζονται ποτέ στα μάτια. Υποφέρουν από ναυτία και το βλέμμα τους δεν μπορεί να εστιάσει. Οι καπετάνιοι που κυβέρνησαν την πλωτή αυτή πολιτεία υπέφεραν κι αυτοί αν και υπήρξε μία εξαίρεση. Τον έλεγαν Θεόδωρο αλλά πήρε σύνταξη νωρίς γιατί το πλήρωμα στασίασε.
Βρέθηκα λοιπόν στη Σάμο και κατάλαβα τι θα πει στεριά. Να πατάς και να ξέρεις που βρίσκεσαι. Στην αρχή έκανα το λάθος να πιστέψω ότι ήταν νησί όπως φαίνεται στο χάρτη αλλά η παρεξήγηση λύθηκε γρήγορα. Στην ενδοχώρα ζούσαν κανονικοί στεριανοί άνθρωποι, ορεσίβιοι όπως λέμε συνήθως. Στα βουνά βόσκουν αίγες και κανείς δεν ψαρεύει. Στη Σάμο δεν μπορείς να πεις «τράβα στο λιμάνι να δεις αν κουνιούνται οι βάρκες». Λιμάνι βέβαια τυπικά υπάρχει αλλά δεν υπάρχουν βάρκες. Οι Σαμιώτες κάνουν ότι μπορούν για να φαίνεται ότι ο τόπος τους είναι νησί αλλά δεν μας κοροϊδεύουν. Εξάλλου στο πασίγνωστο τραγούδι με το στίχο «Σαμιώτισα, σαμιώτισα πότε θα πας στη Σάμο», δεν είναι παράξενο που ο συνθέτης δεν καλεί την κοπέλα στο νησί αλλά διερωτάται πότε θα πάει. Όχι πότε θα επιστρέψει αλλά πότε θα πάει. Που σημαίνει ότι η Σαμιώτισα δεν έχει πάει ποτέ στη Σάμο. Αλλά είναι δυνατόν να είσαι Σαμιώτισα και να μην έχεις πάει ποτέ στη Σάμο; Εκτός αν ο στιχουργός έχει μόλις αποβιβαστεί στον Πειραιά και καθώς βαδίζει να πάρει το μετρό συναντά τη Σαμιωτισα στον πολυσύχναστο σταθμό και σαν παλιοί γνώριμοι ανταλλάσσουν τα τυπικά μα τόσο ερωτικά λόγια. Γιατί όμως την αποκαλεί Σαμιώτισα και όχι με ένα γνωστό σαμιώτικο όνομα είναι κάτι που διατηρεί την απορία μου γύρω από αυτό το τραγούδι. Τώρα που το θυμήθηκα, στη Σάμο δεν υπάρχουν, αν δεν κάνω λάθος, ονόματα ενδημικά όπως το «Τσαμπίκα» στη Ρόδο ή το «Μανούσος» στην Κρήτη η το … στην Μυτιλήνη. Λέω βλακείες, σίγουρα θα υπάρχουν. Απλά ο στιχουργός ξέρει το όνομά της αλλά δεν την αποκαλεί με αυτό για να μην την εκθέσει μέσα σε τόσο κόσμο. Μην ξεχνάμε ότι παλιότερα ο κόσμος ήταν περίεργος, ακόμα και στο μετρό δεν μπορούσες να εκφραστείς ελεύθερα. Ίσως όμως να συμβαίνει και το εξής απλό: η Σαμιώτισα είναι μια πολύ όμορφη κοπέλα την οποία συναντά μια συντροφιά από ξενιτεμένες κυρίες καθώς η άγνωστη περιώνυμη αλλά ανώνυμη πρωταγωνίστριά μας βαδίζει αμέριμνη να επισκεφτεί την Ακρόπολη. Εκεί ως γνωστόν μια πανσπερμία από φυλές φωλιάζει. Δεν με πείθει όμως ιδιαίτερα αυτό το σενάριο γιατί η ερώτηση είναι κάπως αδιάκριτη έως επικριτική και σε μια όμορφη κοπέλα δεν κάνεις κριτική όταν προσέρχεται θαμπωμένη να αντικρύσει ένα μνημείο. Το βρήκα όμως και τώρα είμαι σίγουρος. Πάμε πίσω στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Στη Σύρο διεξάγονται τα καλλιστεία για την ανάδειξη της Μις Κυκλάδες 1904. Ταιριάζει απόλυτα: η κοπέλα κατεβαίνει τα σκαλιά του δημαρχείου. Οι κλασικές ερωτήσεις χολής από την επιτροπή. Υπάρχει όμως και ανάμεσά τους και ένας γνωστός της, όχι μέσο, απλά έτυχε και για να σπάσει λίγο τον πάγο από ενδιαφέρον τη ρωτάει. Πάντως είτε βγήκε είτε δεν βγήκε , το μυστήριο λύθηκε και είμαι έτοιμος για ύπνο. Πάντως ο στιχουργός σε καμία περίπτωση δεν είναι Σαμιώτης. Αλλά απʼ όσο ξέρω το τραγούδι είναι παραδοσιακό της Σάμου. Ανέθεσαν όμως οι Σαμιώτες τα λόγια σε έναν ξένο;
Τώρα όμως που το σκέφτομαι καλύτερα εμείς οι Έλληνες πάντα είμαστε από κάπου αλλού. Όλοι έχουν ένα χωριό κι ας μην έχουν πάει ποτέ. Έχεις δικαίωμα ακόμα και να εφεύρεις ένα χωριό η να επιλέξεις εσύ τον τόπο καταγωγής σου. Συνήθως αυτοί που είναι όντως από εκεί όπου βρίσκονται, όταν κάποιος τους ρωτάει από πού είναι και απαντάνε από δω, ντρέπονται και σηκώνονται και φεύγουν. Πάνε στο εξωτερικό και κανείς δεν τους ρωτάει από πού είναι. Θα πούνε βέβαια από την Ελλάδα και τότε έχει έρθει η ώρα της επιστροφής. Όταν γυρίσουν και τους ρωτήσουν που ήσουνα θα πούνε στο εξωτερικό. Υπάρχει μια διπλή σκοπούμενη παρεξήγηση που καταλήγει σε συνεννόηση. Αυτός που ρωτάει ξέρει ότι ο άλλος έλειπε και πιθανόν να ξέρει ότι δεν είναι από δω αν τον γνωρίζει καλά. Με την ερώτηση «που ήσουνα» στην πραγματικότητα τον ρωτάει από πού είναι γιατί δεν είναι δυνατόν να ξενιτεύεσαι για δεύτερη φορά αφού κανείς δεν είναι από δω. Για να φύγεις λοιπόν πάει να πει ότι επιστρέφεις στον τόπο καταγωγής σου. Και ο ερωτώμενος πέφτει στην παγίδα και απαντάει με κάποια νοσταλγία «ήμουνα έξω».

Ημιαργία

Η μέρα ξεκίνησε γύρω στις δέκα το πρωί. Στις έντεκα δέχτηκα την επίσκεψη του μικρανηψιού μου. Τον συνόδευσα ως τον σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων και στο κενό μισάωρο που μεσολαβούσε ως την αναχώρησή του ήπιαμε έναν καφέ σε παρακείμενη καφετέρια Η τοποθεσία της αποδεικνυόταν κομβική. Μπροστά μας η οδός Αράτου, πέρασμα των λεωφορείων και δεξιά μας το σιδηρόφρακτο λιμάνι. Πιο πέρα ο σιδηροδρομικός σταθμός. Λόγω της κίνησης τα λεωφορεία κινούνταν αργά, τόσο που οι οδηγοί τους προλάβαιναν να ανταλλάσσουν δυό-τρεις κουβέντες με τους θαμώνες και ους ιθύνοντες της καφετέριας. Με θαρρετή οικειότητα απευθύνονταν ο ένας στον άλλον και χαμογελούσαν. Εξυπνάδες, σχόλια της στιγμής, συμπυκνωμένα νοήματα που απαιτούσαν τριβή με την πιάτσα, τον δρόμο. Διαγωνίως αριστερά βρισκόταν το ξενοδοχείο ASTIR. Από κάτω συγκεντρωμένοι καμιά δεκαριά Αφγανοί που καιροφυλακτούσαν. Ενίοτε εμφανιζόταν ένας αστυνομικός που προσπαθούσε να τους διώξει με τις απαιτούμενες χειρονομίες. Τότε αυτοί απομακρύνονταν ομαδόν. Συντεταγμένη υποχώρηση με αξιοσημείωτη συμμετρία. Κανείς δεν έπρεπε να απομονωθεί κατά το δόγμα «ισχύς εν τη ενώσει» ή «το πρόβατο που βγαίνει από το μαντρί το τρώει ο λύκος». Κάποια στιγμή κατέφτασε και ένα περιπολικό άσπρο της ασφάλειας χωρίς διακριτικά. Σταμάτησε απότομα κοντά τους και η σειρήνα του έβγαλε μια ξέπνοη κραυγή. Πάλι απομακρύνθηκαν οι Αφγανοί και πάλι επέστρεψαν.
Αφού χαιρέτησα τον συγγενή μου κατευθύνθηκα προς το ταχυδρομείο. Πήρα τηλέφωνο τον φίλο μου το Νίκο και μετά από μια σύντομη περιφορά μας στους κεντρικούς δρόμους της πόλης καταλήξαμε στα Ψηλαλώνια. Καθήσαμε σε ένα τραπεζάκι πλησίον του πεζοδρομίου. Μπορούσαμε σχεδόν να αγγίζουμε τους περαστικούς. Φύσαγε λίγο και ο αέρας έπαιρνε τα κιτρινισμένα φύλλα των δέντρων. Όμορφο θέαμα. Η μέρα θύμιζε αργία. Κλειστά όλα τα περίπτερα και τα περισσότερα εμπορικά. Μια υποψία θλίψης με τριγύριζε. Συχνά το παθαίνω αυτό τις αργίες. Κι έτσι όπως καθόμασταν μακριά από το αστικό επίκεντρο ξεσπάθωσα λάβρος εναντίον αυτής της πόλης. Καταφέρθηκα εναντίον των κυκλωμάτων, επαγγελματικών και μη. Εναντίον της μιζέριας της καθημερινής μας ζωής και του μικρόκοσμου του καθενός. Αναθεώρησα την άποψή μου για τους φοιτητές που με τόση αντιπάθεια περιέβαλλα ως τότε. Το μίσος μου ήταν φθόνος για κάτι που μου έλειπε. Όχι τόσο η ανεμελιά όσο η αίσθηση μιας χρονικής υπερεπάρκειας. Το πτυχίο είναι για όλους πολύ μακριά. Ως τότε έχεις άφθονο χρόνο να διαθέσεις σε ό,τι προτιμάς. Να βγείς, να ερωτευτείς, να αντιγράψεις, να αλητέψεις. Όσο κι αν είναι κι αυτό μια διαδικασία τετριμμένη, του συρμού και προδιαγεγραμμένη, είναι προτιμότερο απʼ το δικό μας το χάλι. Εμείς δεν έχουμε κανένα πτυχίο να περιμένουμε. Εγκλωβισμένοι στην πόλη και στο παρόν κυκλοφορούμε σαν τα φαντάσματα, υπνωτισμένοι από τις ίδιες εικόνες που αντικρύζουμε κάθε μέρα.
Η ώρα είχε περάσει και αποφασίσαμε να φύγουμε. Ο φίλος μου θα έφευγε για ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη. Εγώ θα έμενα. Τον ζήλευα. Ανέμελα θλιμμένος κατηφόρισα την Αθανασίου Διάκου. Σε ένα παντοπωλείο κάποιος βαρούσε μύγες Θυμήθηκα. Ήταν το παντοπωλείο στη γωνία που πάντα μύριζε απαίσια. Είχε πάει δύο η ώρα και ο κόσμος αραίωνε. Είδα όλους τους γνωστούς μου πάλι. Ο νομάρχης, δημοσιογράφοι, δικηγόροι, υπάλληλοι δικαστικοί, μαθητές και μαθήτριες. Ω πόσο λίγοι είμαστε ή πόσο ίδιοι όλοι!


Γαστούνη

Ανάμεσα στα φλογερά κηρύγματα του εισαγγελέα άρωμα βασιλικού κατευθύνθηκε στην αίθουσα του δικαστηρίου. Ήταν καθαρή και πρόσφατα ελαιοχρωματισμένη. Φωτιζόταν από τον μεσημεριάτικο ήλιο του Οκτώβρη. Είχε ψηλά παράθυρα που εμπόδιζαν τους παρευρισκόμενους να ρεμβάζουν. Έξω εκτελούνταν δημόσια έργα. Μικροί εκσκαφείς, φορτηγά και χωμάτινοι σωροί. Σιγά-σιγά το ρείθρο γέμιζε αποτσίγαρα. Σιγά-σιγά. Κανείς δεν θα μπορούσε να ο φανταστεί στην αρχή της ημέρας. Ούτε κανείς θα φανταζόταν την ερημιά που επικρατούσε πριν την εκδίκαση της τελευταίας υπόθεσης. Υπήρχε ακόμα η πρόεδρος, ο εισαγγελέας, ο δικηγόρος, ο κατηγορούμενος και οι συγγενείς του. Μια όμορφη ξανθιά αστυνομικός παρακολουθούσε στεκόμενη στην είσοδο. Φαινόταν κάπως αμήχανη έως ενοχλημένη γιατί η παρουσία της ήταν περιττή. Η πρόεδρος εκφώνησε την απόφαση και παρέμεινε στη θέση της. Για πόσο άραγε; Η αίθουσα παρέμενε φωτεινή.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεννήθηκα στην Πάτρα στις 29 Αυγούστου του 1978. Σπούδασα νομική στην Κομοτηνή και εργάζομαι ως δικηγόρος στην Πάτρα.