Γράφουμε ποιήματα
Γράφουμε ποιήματα
όπως άλλοι χτίζουν εικονίσματα στο δρόμο τους.
Πάνω σε επικίνδυνες στροφές.
Δίπλα σε γκρεμούς.
Όσοι γλιτώσαμε γράφουμε ποιήματα.
Εθνική επέτειος
Ως βάτεμα εκφωνήθηκε
απʼ τα μεγάφωνα χωνιά
ο άκρατος ηρωισμός της παλιγγενεσίας.
Κοντάρια φαλλικά
έσκασαν μύτη απʼ την άβυσσο των χθαμαλών αιδοίων
λίμπιντο γαλανόλευκη κυματίζοντας
απαγγελίες λεπτεπίλεπτες
υπέροχα γιορταστικά ελληνικά
από μαθήτριες
ρουφήχτρες
πασιονάριες
αριστούχες στην ονείρωξη
απʼ τα κόκκαλα βγαλμένες
που ακούς τη σάρκα τους να σκάζει από χυμούς
απʼ τα υπονοούμενα στραγάλια της μαρίδας
τα υγρά τα λογοπαίγνια ανδρών επιφανών
ίσα για να ντοπάρουνε
την προαιώνια λαχτάρα του σφαχτού
για τη σφαγή
τον πρόεδρο που τρεμοπαίζει σαν πυρσός
κάτω απʼ την τέντα
αποθανατίζοντας
τη γάργαρη υποτέλεια της λαμπερής νεότητας.
Αυτά που μου πήραν καιρό Death Defying Acts rip
Θα φρίξεις αναγνώστη
αν σου μετρήσω, πόσες
άχρηστες λέξεις
πόσα αισθήματα σαθρά
έχω μπάσει στα ποιήματα
αναλώσιμη ποίηση γράφοντας
διαγράφοντας τροχιά ραψωδού.
Μελωδίες άναρχες, μύχια αισθήματα
κρύβω στην έκλυτη στιχοποιία μου.
Κι επιστρέφω σε σένα τα ακριβά κλεψιμαίικα
αυτά που μου πήραν καιρό.
Δουλειά των ποιητών
Δουλειά των ποιητών, να σε υμνούν
κάθε που ξεμυτίζει σάρκα απʼ το μπλουζάκι σου
κάθε που διατυμπανίζουν τα βυζιά σου
υπεροπλία
κάθε που ο αφαλός σου ανοιγοκλείνει
ο πολύφημος
κι εμείς σαν τις σφαγμένες κότες
με τον κομμένο το λαιμό
τσαλαβουτώντας μέσʼ το αίμα
γράφουμε
σπαρταριστά ποιήματα
μπροσούρες των μοναχικών μετά το μακελειό
εκστομίζοντας ωδές, εμβάζοντας
την πύρρεια λατρεία του κορμιού
σε ακροατήριο ποιητικής ανίας.
Περί ποιητικής Ι
Έχω τα μολύβια μου έτοιμα
τα λευκά χαρτιά να κοχλάζουν
την έμπνευση στη σούπερ ταχύτητα
τα κύτταρα να βουίζουν όπως μελίσσια
σε λιβάδι με παπαρούνες κι αεράκι χλωρό
φράσεις ξεπατικωμένες από οργασμό
φλεγόμενες, αντιεπιστημονικές
λιωμένο βούτυρο στο τομάρι του σκύλου
στεναγμούς και το γάλα της μάνας μου
έχω ανάψει τα φώτα και
περιμένω ναʼ ρθεις, σα νεκρός
που δεν τολμά να ξεμυτίσει απʼ το χώμα
έχω τους στίχους έτοιμους από καιρό
αγριόχοιρους σφαγμένους με το κιλό
κι ένα σπαρματσέτο
αν μου κόψουν το φως
Έρχοντʼ απʼ την πρωτεύουσα
Έρχοντʼ απʼ την πρωτεύουσα
να μας σενιάρουν τις ιδέες
καθηγητάδες που ομιλούνε για τον Πλάτωνα
σφαδάζοντας άχτιστο μέλλον, έχοντας
την υψηλή κυριότητα της σβάστικας.
Με γκομενάκια παρδαλά για δεύτερη φωνή
να κελαηδούνε μητρικούς ρυθμούς
φορμαλισμό ασύστολα, μπροστά
στις ξυλιασμένες στοίβες των νεκρών.
Μπροστά στα κρεματόρια της μνήμης.
Με τσίπουρο
με ορεκτικά
με αναστάσιμα τσιμπούσια
γλεντούν οι χαρισματικοί τον ορθολογισμό τους.
Περί ποιητικής ΙΙ
Θα κυκλοφορούμε σε ποιήματα
μέσα που γράψαν με κόπο
πωλήτριες μετά τη δουλειά.
Νοσοκόμες με βαθιά ντεκολτέ
άνθη χλωμά στην τελευταία τους πνοή
αφήνοντας γεύση στα χείλη στυφή.
Κακουχίες και λύπες αχαρτογράφητες
μουσικές που εμείναν μισές
καταπώς τριγυρίζει η νύχτα την πόλη.
Καταπώς φτυαρίζουν στιχάκια μισθωτοί
διανοούμενοι που τζογάρουν για χόμπι
ψιθυρίζοντας πλήξη στης μούσας τʼ αυτί.
Φαντάσου
Φαντάσου οι λέξεις να μας κάναν τα χατίρια.
Οι όμορφες νʼ άνοιγαν τα πόδια με μιας.
Φαντάσου τη μνήμη να είχε σβηστήρα.
Να μη χρειάζεται ο πόνος γραφιά
τις πληγές του να ξύνει με λύσσα
κι ο εκδότης να βγάζει λεφτά.
Τσίλιες
Ελίσσονται τα καθαρόαιμα, φυλάνε
τσίλιες οι παλιοί και γκομενίζουν.
Ένα ποίημα κρατώ σφιχτά στα δόντια.
Όπως η γάτα το ψόφιο καναρίνι.
Κάνω σονέτα, μαθαίνω τεχνικές.
Μπουμπούκιασε ο ουρανός
τόσο που απʼ τα βάθη του
αγριόχορτα πετάχτηκαν λεπίδες.
Κι είνʼ η λαγνεία στο κατώφλι σου
μπλεγμένη στα μαλλιά σου
αγριομηλιά χορευταρού
όπιο φεγγαρίσιο.
Και πως νʼ ανοίξω εφημερίδα
εγώ ο δογματικός
γρανάζια που σκουριάσανε.
Πόσοι διαβάζουν μνήμες αγωνιστών στο Ριζοσπάστη
και πόσοι λύνουνε σταυρόλεξα με μπίκ!
Λιμενεργάτη που έσκυψες, πρωί
φιλώντας τα παιδιά σου
μην πας στις αλυσίδες σου για σήμερα.
Οδηγίες
Το ποίημα πρέπει να σε πηγαίνει στο γκρεμό
να σε σέρνει απʼ τη μύτη πρέπει
να σε χτυπάει στα νεύρα να σε χορεύει στο ταψί
να σου ψήνει το ψάρι στα χείλη
να σε κόβει με το μπαμπάκι στο γόνατο
να σε φιλά να σε χαϊδεύει να σε ματώνει
ναʼ χει τριαντάφυλλα σπέρμα πένθος
σπασμούς φωτιά σφυροδρέπανα
σαρακοστές και θειάδες και δαγκωματιές
ναʼ χει αναφιλητά το ποίημα πρέπει να σου
σκάβει τη σάρκα να βγαίνει έξω απʼ το χαρτί
να σε ερεθίζει να σε καυλώνει να σου καίει τα πατζάκια
το ποίημα πρέπει να κάνει θόρυβο να κυματίζει
πρέπει να σε κατακρεουργεί
να σε κατεδαφίζει να σε ξεγεννά να σε τρέφει
να σουʼ ρχεται στο μυαλό μέχρι τον τάφο.
Μη!
μη φοβάστε το θάνατο, τα δηλητήρια, τα χαρτιά της εφορίας
τη μόλυνση, το άπειρο, τον ύπνο, το χώμα, τις καμπάνες
να γράφετε ποιήματα αγγελτήρια θανάτου, να γράφετε
του σκοταδιού ποιήματα, νʼ αποστηθίζετε την άβυσσο
και το ζεστό βυζί της ειμαρμένης, να παίζετε πεντόβολα
του Άδη το σκοτάδι, να σκάβετε τη γη με το κουτάλι
να δίνετε γλυκό φιλί στα ζούδια, να έχετε στύση αδιάκοπα
να μη στερέψουν οι πηγές της τρέλας, να ανταλλάσετε πυρά
με τους απελπισμένους, να ρίχνετε στις κότες καλαμπόκι,
μυδράλια να χαρίζετε στους φίλους, να ακούτε Ρέκβιεμ
να ακούτε τον άνεμο
να γράφετε σε μπόλικο χαρτί











έχω την αίσθηση ότι οι λέξεις του Αντωνάκου βρίσκονται σ’ ένα καζάνι σκεπασμένο ,βράζουν
κι επειδή κάποιος ξέχασε να χαμηλώσει τη φωτιά, ξεχύνονται λίγο λίγο , λίγες λίγες απ τα πλαϊνά..
εκρηκτικός.
ξεχώρισα τις “οδηγίες”,
αν και με δυσκολία.
σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία.
Φαίνεται πως η έννοια του ιμέρου
στην αργκό δοσμένη , exit-άρει.
Μετά την Μαίρη Αλεξοπούλου
Να και ο φίλτατος κύριος Αντωνάκος.
Προς θεού μην μου αποδώσετε πουριτανισμό
Τα πρώτα δύο ποιήματα και η ”Δουλειά των Ποιητών” λιγότερο νομίζω πως έπρεπε να αναρτηθούν.
Τ’ άλλα είναι φλυαρίες.
Άνισος μα στα καλά του είναι καλός!
Κε Παστακα και Σια
σας γράφω από την ΕΞΟΡΙΑ……
για το καλό σας αυτή τη φορά
και για το καλό των αναγνωστών…
‘Θα φρίξεις αναγνώστη
αν σου μετρήσω, πόσες
άχρηστες λέξεις
πόσα αισθήματα σαθρά
έχω μπάσει στα ποιήματα’
Ειρωνικό δεν είναι…;
κάτω απʼ την τέντα
αποθανατίζοντας
απΑθανατίζοντας Κύριοι…
ΑΠΑΘΑΝΑΤΙΖΟΝΤΑΣ
ποιητική αδεια
εντός μέτρου πάντα….
ΣΑΣ ΦΙΛΩ ΣΤΑΥΡΩΤΑ
ΞΕΡΕΤΕ ΠΩΣ ΣΑΣ ΑΓΑΠΩ
ΔΕΝ ΑΜΦΙΒΑΛΛΩ!
Ι.Συντελής
”…πόσα αισθήματα σαθρά
έχω μπάσει στα ποιήματα
……………………………………
Μελωδίες άναρχες, μύχια αισθήματα
κρύβω στην έκλυτη στιχοποιία μου.
Κι επιστρέφω σε σένα τα ακριβά κλεψιμαίικα
αυτά που μου πήραν καιρό.”
Κλεπταποδόχε αναγνώστη, άντε τώρα να ξεχωρίσεις τα μύχια από τα σαθρά…πάρε δουλειά για το σπίτι…θα σου πάρει καιρό.
Αφοπλιστικά ειλικρινής, εμπνευσμένος…συγχαρητήρια, καλή συνέχεια.
Πολλή ποίηση για την ποίηση – να είναι αυτό που λένε ‘μετα-ποίηση’;
Πολύς ο θόρυβος… ένας μπόμπιρας καθισμένος στις χεσμένες πάνες του βαράει κατσαρόλια, κουτάλια, ροκάνες, παίζοντας με τον έλεγχο των σφιγκτήρων του, προφέροντας λεξούλες για τις γενετήσιες πράξεις, με τη λαχτάρα να (ξανα)μπει στο χαμένο παράδεισο.
Στα συν το απλό, καθημερινό λεξιλόγιο, που δεν ανέχεται κοσμιότητες και σεμνοτυφίες.
Όποτε ταξιδεύω για τη Λευκάδα σε δύο τόπους θυμάμαι δύο ανθρώπους. Στο Αγρίνιο τον κ. Αντωνάκο για την “Μυθολογία των ανώνυμων κοριτσιών”. Στην Αμφιλοχία τον κ. Ανδρέα Μήτσου για τις “Ίστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού”.
Προχθές που έκανα το ίδιο ταξίδι ξανά, πήγα από τον καινούριο δρόμο, ο οποίος παρακάμπτει το Αγρίνιο και την Κλεισούρα, δύο σημεία αναφοράς στην διαδρομή (για εμάς που πάμε δυτικότερα). Η παλιά διαδρομή θα πάρει μυθικές διαστάσεις και για πολλούς θα γίνει cult.
Έχει ένα όμορφο ποίημα (“Η Γέφυρα”) ο κ. Χρήστος Τσιάμης, το οποίο μιλά για τη ζεύξη Ρίου-Αντιρίου και το πέρασμα με τα φερρυμπώτ, το οποίο μοιάζει πια “όλο και περισσότερο/ σαν ταξίδι μυθικό σε μια λίμνη/ όχι και τόσο μακριά από εδώ”. Όντως σα να ανήκει στην εποχή των δεινοσαύρων κείνο το ταξίδι.
Τούτα τα ποιήματα δεν ξέρω αν είναι άκτιν άουτ αλλά ο κ. Αντωνάκος έχει τη μαστοριά να τα κάνει καλύτερα.
Μιας και το βρηκα εντελως τυχαια, το ξεθαψα στην κυριολεξια ,θα το επικαιροποιησω ,χωρις ενοχες, και θα πω πως ειναι η καλυτερη αναρτηση της κατηγοριας νεοι ποιητες. Μου αρεσει.Ναι, μου αρεσει πολυ.
:))