ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ‘80

Βρεθήκαμε ανάμεσα,

λίγο μετά την επανάσταση των ψυχών,

λίγο πριν τη κυριαρχία των υπολογιστών,

ακούσιοι γευσιγνώστες της δράσης.

Αμήχανοι, ακούγαμε ροκ

ακολουθούσαμε τη δίνη των αλλαγών,

μέσα στο στρόβιλο ,

αλλά ποτέ στο κινητήριο πνεύμα.

Κάτω από σημαίες άλλων

βολευτήκαμε,

χαθήκαμε με ξένο όνομα

στο «περνάω καλά»

μιας δανεικής ευημερίας,

κανένα τίτλο δεν αναρτήσαμε στην ιστορία.

Απαίδευτοι στη μοιρασιά,

χέρια δεν απλώσαμε να ενώσουμε κόσμους,

επαναστάτες μαϊμού

καταδυθήκαμε εντός

σε αμφισβήτηση του ίδιου μας του προσώπου,

μεσήλικες πια

κατεβαίνουμε ακόμα,

πάτο δε πιάσαμε

ακόμα ρωτάμε;


ΣΕ ΕΞΕΛΙΞΗ

Περίμενε η σιωπή καιρό,

μάζευε… μάζευε…

γινότανε πυκνό ακίνητο σκοτάδι,

το φόραγες, δε το ‘βλεπες

έσφιγγε βρόγχος αόρατος,

θολές σκιές

λεηλατούσαν στην αδιαφορία,

κι έφτασε

μια κόκκινη πηχτή σπονδή αίμα ζεστό

ν’ ανάψει την οργή

των ζωντανών του Άδη.

Κραυγή!

Φωτιά!

Μένος, κατά γνωστών-αγνώστων αρουραίων.

Καίγονται

τα παλιά δυσκοίλια όνειρα ,

κάποιοι θ’ ανοίξουν με τα νύχια τους

δρόμους μέσα απ’ τους τοίχους


Ο ΒΙΟΤΟΠΟΣ ΜΟΥ

Οι φίλοι μου δένδρα,

διάφορα το ένα απ’ το άλλο, μοναδικά,

όλα μαζί βιότοπος,

στη χλωρίδα του μαθητεύω, μεστώνω,

εξασκούμαι απ’ τις ρίζες ως τον ίσκιο μου

στη προσφορά

ΑΞΟΔΕΥΤΗ ΑΓΑΠΗ

Μαζεύουν βροχή τα μάτια σου από χρόνια,

τόσο νερό αξόδευτο

κι η γη γύρω σου χέρσα απ’ την ανομβρία
στη Μ. Βαμβουνάκη


ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ

Τρόπαια μας σέρνει ο Έρωτας

στα καραβάνια της ερήμου,

κάθε που πέφτουμε στο μηδέν

μια όαση μας ανασταίνει

κι αφηνόμαστε απ’ την αρχή

στο γνωστό-άγνωστο ταξίδι,

έως ότου η ψευδαίσθηση μας αφανίσει

Ποιητής ΙΙ

Κανένα στίχο μη βγάλεις στον πάγκο αν δεν τον γράψεις με το αίμα σου,

να κοκκινίζει ο τόπος, ζέστη ρέουσα νʼ αρπάζει τα κορμιά,

να σταματάνε στο στασίδι σου, να καίγονται,

μαζί φλόγες νʼ απλώνετε στους ορίζοντες.

Τι κι αν δε δούνε ποτέ το πρόσωπό σου, αν δεν ακούσουν τη χροιά της φωνής σου;

Μαζί, σκεφτήκατε επιτέλους δυνατά

Είμαι κι εσύ

Επάνω μου κολλημένα κομμάτια σου,

τα κουβαλάω όπου είμαι,

είμαι κι εσύ, αναπόφευκτα…

Χρόνια μαζί στα χαρακώματα

χνώτο με χνώτο διαλυθήκαμε,

η λήθη που επικράτησε

δεν είναι αναπαμός

Θα

Όταν… θα, όταν… θα, όριζα ημερομηνίες,

που θα διαλύω σύννεφα, θα πιάνω αστραπές,

τότε θα… μια άλλη ζωή…,

κάτι Ερινύες με προγκίζανε: δεύτερη ζωή δεν έχει!

Τις φίμωνα…, τώρα έχω γίνει βροχή

«Είμαι η Μαρία Ψωμά. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα Δημόσιες Σχέσεις και Αγγλική Φιλολογία. Έπειτα από πολλών χρόνων απουσία σε άλλες πόλεις του κόσμου, σήμερα ζω πάλι εδώ. Εργάζομαι και γράφω. Η συλλογή ποιημάτων μου «ʼάλλη Ζωή», θα είναι η δεύτερη που θα εκδοθεί μετά την «Ισόβια Θητεία» από τις εκδόσεις Ερωδιός».