ΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
α’
Στο μαγαζί κόσμος πολύς.
Όρθιος έξω
με τυρόπιτα στο χέρι μου
ζεστή
απολαμβάνω τις μπουκιές μου.
Τα κομματάκια που πέφτουν
δε χάνονται˙ έρχονται
τα περιστέρια και ραμφίζουν
ό,τι το στόμα μου αφήνει.
Ύστερα διψάνε.
Τους δείχνω τις πιτσίλες
στη σέλα της μοτοσικλέτας
όμως εκείνα δε θέλουν να πιουν
σταγόνες που το στόμα μου
δεν έσταξε.
β’
Μια βροχοσταλίδα βρίσκει
στο ρόφημά μου στόχο.
Δεν την κατάλαβα απ’ τη γεύση
ούτε την είδα στο ποτήρι μου
να πέφτει. Όμως γνωρίζω
πότε πρόκειται να πιω
τον ουρανό. Το στόμα μου
στεγνώνει
και διψώ.
ΣΒΗΣΤΕ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ
Εσύ, γυναίκα που γυμνώθηκες
μπροστά μου
για να φρίξει η μοναξιά μου
απ’ τη γύμνια σου…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Εσύ, λουλούδι που μαράθηκες
στο χώμα μου
για να πενθήσει η πεταλούδα
το φορτίο της ψυχής μου…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Εσύ, θάλασσα που ήπιες
το νερό μου
για να σκάει αλμυρή
η γλώσσα μου στο κύμα…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Εσύ, πέτρα που ντύθηκες
τον ήλιο μου
για να τυφλώνει ισχυρή
η ουσία μου τον πόνο…
σβήσε τ’ όνομά μου.
Σβήστε τ’ όνομά μου
για να γράψετε ένα στίχο.
Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση
αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω.
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΙΗΤΗΣ Escape download
Με μολύβι και χαρτί γεννώ ποίημα
ό,τι άλλοι δείχνουν εξάμβλωμα.
Μικρό το κακό.
Εδώ με μολύβι και χαρτί
δείχνω ζωή
ό,τι οι περισσότεροι
θα ντρέπονταν να γεννήσουν
(γιατ’ είναι, βέβαια, ντροπή
να ζεις αμισθί
αναπαράγοντας γραπτώς
την ορφανή σου ανάγκη).











Μακρινά μεταξύ τους τα γούστα μας, κύριε Μουζάκη. Αλλά μου φαίνεται πως είναι τα πιο στέρεα ποιήματα που διάβασα εδώ και καιρό στο Ποιείν – μα και παραέξω νομίζω.
Έχετε την απόλυτη συμπάθεια και τον σεβασμό μου.
Το τρίτο ποίημα, και καλύτερο, επιτρέψτε μου να το αφιερώσω…
Καλό ξημέρωμα.
Μου αρέσουν τα ποιήματα
που κρύβουν αισθήματα νάρκες
και λέξεις κραυγές
και βέβαια συμφωνώ με τον κ.Λειβαδά
ως πρός το τρίτο ποίημα σας κ.Μουζάκη
Καλό Πρωινό
Εγώ θα έλεγα το β’ του πρώτου και το “Σβήστε το όνομά μου” που θα τα συγκατέλεγα στα εξαιρετικά ποιήματα που τον τελευταίο καιρό μας τροφοδοτεί ο Δ. Μουζάκης.
Όσο για το “εξάμβλωμα” που αναφέρει στο “Επάγγελμα Ποιητής” το αποκλείω. Την λέξη φυσικά κι όχι το ποίημα, το ποίημα είναι πολύ σοφό στον ορισμό του, εάν όμως ήταν “αμισθί” ο ποιητής…μα το κυνήγι της φήμης είναι το δέλεαρ, στις μέρες μας έχει καταντήσει το ισχυρότερο κίνητρο αυτή η ετικέτα, οι ποιητές πληρώνουν (δηλ. χάνουν χρήματα, δεν κερδίζουν) εκδιδόμενοι και “δημοσιοσχετιζόμενοι” για να τους αναγορεύσουν σε τέτοιους, η φήμη λοιπόν είναι το καρότο που κινεί το χαρωπό αλογάκι να προχωρήσει εμπρός… (και γιατί όχι, ως ύπατο αξίωμα η βράβευση)
“Αμισθί” υπάρχει μόνον στον αφανή….
Το έκτρωμα λοιπόν εννοιολογικά όπως έχει πλέον συνηθιστεί να χρησιμοποιείται (=τερατούργημα) και όχι σαν λογοπαίγνιο που είναι ευρηματικό: η διαφοροποίηση του εκτρώματος ως προϊόντος αποβολής και διακοπής κύησης με την γέννα (“γεννώ” λέει) δημιουργήματος.
Για τον απλό λόγο ότι έχουμε καταλήξει να θεωρούμε την λέξη έκτρωμα όχι το προϊόν αποβολής που ο οργανισμός αδυνατεί να διατηρήσει και αποβάλλει, μα το τερατώδες, το δύσμορφο (γι’ αυτό ακριβώς το αποβάλλει)
Κατ’εμέ δεν μιλά ένας ποιητής για εξαμβλώματα …το πολύ πολύ για όσα άλλοι θα προσπερνούσαν αδιάφορα, όσα άλλοι αντιπαρέρχονται
Πού άλλωστε θα μπορούσε να χωρέσει ο ουρανός του β’;;;
Εκεί που οι άλλοι βλέπουν την ρανίδα, το ελάχιστο, ο ποιητής τολμά να δει το απέραντο…
(γι’ αυτό μου αρέσει πάρα πολύ αυτό το ποίημα…και η δίψα του τέλους, μια και μια σταγόνα θεϊκού, ποτέ δεν είναι αρκετή…)
Ο ποιητής αναδεικνύει σε ομορφιά όσα οι άλλοι προσπερνούν, στοιχίζει σε στίχους εξαίσιων εικόνων όσα οι άλλοι καταδικάζουν σε αδιάφορες σκιές της μνήμης, ο ποιητής είναι ένας μάγος που είναι σε θέση ακόμα και για όσα άλλοι φυλάττουν για να τα ορίσουν αδιάφορες (ακόμα και χυδαίες) λέξεις, να τα αναδείξει σε πανδαισία ομορφιάς. Το στιγμιαίο και το εφήμερο να το μετατρέψει σε αιώνιο και διαρκές..
Αν δεν τα κάνει αυτά, αν δεν μπορεί να μετουσιώσει το απλό, το τετριμμένο ακόμα σε θεϊκό, δεν είναι ποιητής.
Στιχορροεί απλώς.
Ο Δημήτρης Μουζάκης κατ’ εμέ, έχει λαμπρό μέλλον στην ποίηση, έχει να δώσει πολλά σε αυτό το ύφος γραφής που βλέπω να ακολουθεί. Είμαι σίγουρη για αυτό, αρκεί να είναι υπομονετικός, και να “βλέπει”.
Κάτι ακόμα:
αυτό το περί κούτας, είναι χαρισματικό στο (πικρό) του χιούμορ. Κι εννοώ από πού ξεκίνησε, ποιος το συνέλαβε…
(οι κούτες είναι οι τάφοι των βιβλίων, συχνά βλέπω εφιάλτη ότι με αναγκάζουν λόγω έλλειψης χώρου να βάλω όσα εκ των βιβλίων μου κάνουν την (τις) βιβλιοθήκη (-ες) υπερχειλή, σε κούτες και μετά στο πατάρι….πόσο ανατριχιαστικό θα είναι λοιπόν για έναν δημιουργό να γνωρίζει ότι τα “παιδιά” του, τα γεννήματά του, εκεί σε τέτοιες σαρκοφάγους τοποθετούνται και αφήνονται…)
Έγκλημα…κι αν σκεφτούμε πόσοι και πόσοι θα τα διάβαζαν ευχαρίστως, πόσοι θα τα αναζητούσαν ευχαρίστως, και όμως αυτά αφήνονται σε χώρους τέτοιους σαν σε νεκροταφεία λέξεων, να ρημαχτούν…
Θα ήθελα να έβλεπα ένα βιβλίο- συλλογή με ποιήματα διαφόρων που αντλήθηκαν από κούτες τέτοιες…που αφήνονται να μουχλιάσουν καθώς τα υγράνει ο χρόνος με τα δάκρυά του, ανήμπορος να τα βοηθήσει.
Ανίσχυρος απέναντι στα διαπλεκόμενα συμφέροντα, ανίσχυρος στις διασυνδέσεις, ανίσχυρος στις συμπαιγνίες ή στις πληρωμές με κάθε είδος…
Και να ήσαν όλα αισθητικά καλά και άψογα στην κρίση των πολλών.
Αλλά ποιος (ποιοι) θα έκαναν αυτήν την δύσκολη δουλειά αμισθί; (πραγματικά αμισθί, δεν θα ήταν και best seller το παραγόμενο…)
Να αναδείξουν άλλους κι όχι τον εαυτούλη τους ή τους φίλα προσκείμενους;;
Αδιάφθοροι μέχρι τέλους;
Ουτοπία…
“Όμως γνωρίζω
πότε πρόκειται να πιω
τον ουρανό. Το στόμα μου
στεγνώνει
και διψώ.”
Βηματισμός εμπρός, κύριε Δ.Μουζάκη, για το ΠΟΙΕΙΝ τα ποιήματά σας!
Υ.Γ.
Και με τη δική σας σύμφωνη γνώμη
μια απόδειξη αγάπης προς όσους γιορτάζουν,
με καταβάσεις σε ωραίες θύμησες, το ακόλουθο ποίημα που αλύευσα:
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΓΚΑΘΙΩΤΗΣ
Ο Άγιος Γεώργιος ο Αγκαθιώτης
προστάτευε πάντα το χωριό
από τους εχθρούς
βάζοντας τεράστια αγκάθια στο διάβα τους.
Οι παλιοί άκουγαν τα βράδια
τα χλιμιντρίσματα του αλόγου του
καθώς πήγαινε στο χωράφι του
δυτικά της Συλίκου
Νίκη Μαραγκού, Προς αμυδράν ιδέαν, Λευκωσία 2008
Κύριε Μουζάκη καλημέρα σας,
Μεστά τα ποιήματά σας, ατάραχα, ριζωμένα όπως περήφανα κυπαρίσσια σε νεκροταφείο νησιού του Αιγαίου ή της Κύπρου. “Σβήστε τ’ όνομά μου”… ΑΝΔΡΕΙΩΜΕΝΟ ΚΙ ΥΠΕΡΟΧΟ ΠΟΙΗΜΑ. Τι άλλο να πεις σε μια γυναίκα και να μην αντιληφθεί πόσο την αγάπησε ένας άντρας. Μπράβο σας!
Με εκτίμηση
Κώστας Ρεούσης & Υπερπραγματική Φράξια Λευκωσίας
!*!
Προς κύριον Μυ-
“Dat dere is you must do now-ever boy!…
Dat dere be is road you takin’….
Lisn’ to yo pa, know he best, ain’t amon chillun no mo’…..
Dat dere boy….”
Ωραία γραφή και το «ΣΒΗΣΤΕ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ» ξεχωρίζει. Νομίζω πως με τέτοια σβησίματα αρχίζει να γράφεται ένα όνομα.
Καλή συνέχεια
Τρικυμιώδης
σα θαλάσσιος αίλουρος
Ο λόγος σου
Σαρκοβόρος κι αιμοδιψής
Ελίσσεται
στα μονοπάτια του ποιήματος
Στικτές των εφορμήσεων
ψυχορραγούν οι λέξεις.
Με την ποιητική του Δημήτρη Μουζάκη ανταλλάξαμε συναισθήματα
για πρώτη φορά στο Ποιείν.
Θυμάμαι ότι είχα γράψει ότι η ποίησή του αναφύεται ευώδης.
Ευωδία εκ της σποράς.
Ανασαίνοντας τον αέρα της ίδιας πόλης, γνώρισα εκτός από τον ποιητή
και τον άνθρωπο.
Γνωρίζω ότι δεν θα του αρέσουν οι κολακείες, θα πω μόνο ότι ο Δημήτρης
διαθέτει ήθος.
Τα τέσσερα Ποιήματα της Κούτας είναι ένα βαθύρριζο θεμέλιο που πάνω του
θα οικοδομηθεί ένα λαμπρό μέλλον.
Η κατακλείδα στο εξαίρετο ποίημα ΣΒΗΣΤΕ Τ ΌΝΟΜΑ ΜΟΥ «Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση / αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω.» είναι των ρητών η αίσθησις και των αρρήτων η διαίσθησις.
Για το ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΙΗΤΗΣ αναμένω την επιστροφή του από το Αθηναϊκό Κράτος να τον κεράσω τον ανακριτικό ερυθρό Γεροβασιλείου, και θα ομολογήσει
για το αριστούργημα.
Υ.Γ .Ένσταση για την κούτα της φωτογραφίας. Έχει μικρό βάθος και οπή διαφυγής
των ποιημάτων, αντιθέτως με τις κούτες των κΡΙΤΙΚΩΝ που είναι αβυθομέτρητες και ερμητικά κλεισμένες.
Συγχαρητήρια κ. Τόλια, όλοι μπορεί να το είδαμε, μα είστε ο μόνος που διέγνωσε το ακατάλληλο της κούτας.
Είναι απλώς ένα … scatole per vassoi
(μάλλον κάνει αν όχι πλέον για την χρήση όπως την διαθέτουν στο http://www.logismarket.it παρά για υποδοχή του …βραβείου στην περίπτωση βέβαια που αυτό θα είναι από κρύσταλλο! ) (άλλα είδη βραβείων που δεν προσομοιάζουν με Όσκαρ, αποκλείονται)
Εδώ χρειάζονται χαώδεις, απύθμενες κούτες.
Ακόμα και αυτή πάλι μικρή θα έπεφτε, αν και θα ήταν πιο κατάλληλη εάν είχε το σύμβολο της ραδιενέργειας επάνω για να μην τα πλησιάζει κανείς.
ΥΓ.
σε τέτοια μορφή, δωράκι στους κριτικούς. Μπορεί να δελεαστούν και να την ανοίξουν…
Το να τα διαβάσουν βέβαια, είναι ένα άλλο, μεγάλο θέμα…
Και στην εικόνα αυτήεδώ, βλέπουμε έναν κριτικό που δεν ξέρει από ποια κούτα να ξεκινήσει…
🙂
H κούτα είχε το freddaki του ποιητή.
Το ήπιε σε γουλίτσες.
vriskeste sto dromo kai psachnete na vrite ti tha pei poiima. Den echo elliniki grammatosira. Kalo dromo.
“Σβήστε τ’ όνομά μου
για να γράψετε ένα στίχο.
Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση
αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω.”
Μήτσο φίλε μου καμαρώνω (και) για σένα…Μπράβο!
ΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Ο ποιητής είναι έξω από τον κόσμο τον πολύ. Είναι μια αλήθεια αυτή. Μόνος του τρώει και πίνει, ταΐζοντας και ποτίζοντας τα περιστέρια. Κι εδώ η αλήθεια χάνεται – ή, μάλλον, γίνεται αλήθεια του ποιητή – καθώς τα περιστέρια προτιμούν να διψάσουν, παρά να πιουν σταγόνες που δεν έσταξαν από το στόμα του ποιητή. Από την άλλη, ο ποιητής δεν νιώθει μέσα στο ποτήρι του τη μοναχική βροχοσταλίδα που πέφτει από τον ουρανό. Όταν όμως διψά, ξέρει ότι θα πιει τον ουρανό. Κι εδώ, η αλήθεια του ποιητή γίνεται δώρο, που ο ποιητής χαρίζει στον εαυτό του.
ΣΒΗΣΤΕ Τʼ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ
Αφού στράγγιξε την ομορφιά από τη γυναίκα, το λουλούδι, τη θάλασσα και την πέτρα, για να γράψει τους στίχους του, ο ποιητής προβάλλει νέες αξιώσεις: να σβήσουν το όνομά του για να γράψουν ένα στίχο. Έτσι κι αλλιώς, ό,τι αγάπησε ήταν ποίηση, η ποίησή του – δεν ήταν γυναίκα, λουλούδι, θάλασσα και πέτρα. Τα πάντα υπάρχουν από αυτόν και γι’ αυτόν – και για την ποίησή του. Τα πάντα υπάρχουν στο όνομά του, που ίσως ούτε ο ίδιος πια δεν μπορεί να αντέξει, καθώς τα πάντα έχουν την υπογραφή του.
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΙΗΤΗΣ
Ο ποιητής δεν είναι σαν τους άλλους. Γεννά ο ίδιος την ομορφιά, ακόμη κι αν αυτό που τον εμπνέει κάνει τους άλλους να στρέφουν το βλέμμα με αηδία ή ντροπή. Αλλά οι στίχοι του δεν μπορούν να θρέψουν κανέναν, παρά μόνο την ορφανή του ανάγκη, που την τρέφουν και τρέφονται από αυτή. Για ποιο πράγμα λοιπόν μπορεί κανείς να ζητήσει μισθό; Και από ποιον;
Η ποίηση του Δημήτρη Μουζάκη δεν έχει τίποτε από το κλαψούρισμα και τη μεμψιμοιρία με την οποία τείνει πλέον να ταυτιστεί η ποίηση. Ο λόγος του είναι απλός, ξεκάθαρος, χωρίς περιττά στολίδια: για την ακρίβεια, χωρίς καθόλου στολίδια, αφού στολίδι αποτελεί από μόνο του κάθε του ποίημα – στολίδι και παράσημο στο πέτο του ποιητή.
Πάντως αν ήταν τόσο κακή η τυρόπιτα που υπήρξε αφορμή για ένα ποίημα [ασχέτου αξίας δεν είναι το θέμα] να συστήσω το Σάββα στη Νίκαια.
Δοκιμάστε και θα ξεχάσετε κυριολεκτικά τ΄ όνομα σας.
[Σβήστε τʼ όνομά μου
για να γράψετε ένα στίχο.]
Μόνο αν το ξεχάσετε εσείς, θα το σβήσουν κι οι άλλοι.
Τυρόπιτα Σάββας…θα με θυμηθείτε !
Εις άπταιστον αργκώ φαναριωτικήν
[αφού κάποιοι υιοθετούν μόνο αργκώ αμερικανικήν]:
Στοχάσου ότι ο τροχός
γυρίζει πάντα συνεχώς∙
και φέρει τ’ άνω κάτω
και την κορφήν στον πάτο.
Κι εκείνα, όπου η φορά
δείχνει λαμπρά και φοβερά,
αυτός ευθύς γυρίζει
και τα καταβυθίζει.
Και όστις και αν καυχηθεί
εις ό,τι εχ’ ας θυμηθεί
πως είν’ της τύχης δώρα,
και χάνονται σ’ μιαν ώρα.
[Φαναριώτικο στιχούργημα, κατά τη Μιγμαγιά του Ζήση Δαούτη, 1818, επιμέλεια Άντεια Φραντζή, εκδ. «Εστίας», Αθήνα 1993, 138-139 ]
Monterna
As eimaste ligo pio austiroi me toys eaytous mas ki as mhn eulogoume ta genia mas h ta genia twn filwn kai gnwstwn. ki eptelous ligi metriofrosynh…..epaggelma poihths?! afhste thn istoria na krinei poios einai kai pois den einai , me to na to lete, gineste kiolas? as epishmanw gia to telos pws to na grafei kaneis opws mila kathe mera me opoiondhpote einai eukolo polu ki etsi mporei na “paragei” “poihmata” me to kilo alla fobamai ws parallasontas ton aristoteli tha sas elega pws ta gounounia “gennoun” polla, oi poihtes liga ki eklekta.
΄”Ο ποιητής είναι έξω από τον κόσμο τον πολύ”, σχολιάζει ένας φίλος παραπάνω.
Ο “ποιητής” ίσως και να είναι. Ο ποιητής όμως δεν γράφει, δεν τραγουδάει για να ξεχωρίσει απ’ τον κόσμο όπως λέει κι ο μέγας Ρίτσος.
Ο ίδιος φίλος, στο ίδιο σχόλιο, επισημαίνει: “Ο ποιητής δεν είναι σαν τους άλλους. Γεννά ο ίδιος την ομορφιά…”
Καίριο σχόλιο! Το “Γεννά ο ίδιος την ομορφιά…” είναι η συνισταμένη της πρόθεσης μιας γενιάς ποιητών (με ελάχιστες εξαιρέσες) που δυστυχώς έχει (ακόμη) μιμητές. Αντί λοιπόν ο ποιητής να προσπαθήσει να μας δείξει την ομορφιά, πασχίζει να κατασκευάσει δική του. Το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι ένα “εξάμβλωμα” βέβαια.
Τι μας αποκαλύπτει αλήθεια η ποίηση του Δημητρίου Μουζάκη εκτός απ’ το υπέρμετρο ΕΓΩ του; Όποιος γράφει “ΣΒΗΣΤΕ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ” είναι το ίδιο επηρμένος με αυτόν που θα έγραφε “ΓΡΑΨΤΕ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΜΕ ΧΡΥΣΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ”!
Ο ίδιος λέει κάπου: “Με μολύβι και χαρτί γεννώ ποίημα”.
Νάτο λοιπόν! Γιατί δεν εκπλήσσομαι άραγε;
Αλλά ας όψεται ο ελεύθερος στίχος και ο λεγόμενος μεταμοντερνισμός.
Για να μην παρεξηγηθώ, και τα δύο παραπάνω μας έδωσαν αριστουργήματα κατα καιρούς! Επέτρεψαν όμως σε κάποιους να αποκτήσουν θεωρητικό υπόβαθρο (με τις απαραίτητες διαστρεβλώσεις βέβαια) ώστε να μοστράρουν για ποίηση τα αποσπάσματα του εφηβικού τους ημερολογίου (στην καλύτερη περίπτωση), συνταγές μαγειρικής και οδηγίες χρήσης δοχείων νυκτός!
Δημήτρη Μουζάκη
Κάποτε είπανε στον Γεωρ. Παπανδρέου
” κύριε πρόεδρε ο περιηγητής είπε αυτό
για το άτομο σας” και εκείνος απάντησε
” δεν έχει καμία απολύτως σημασία “
Το ότι είστε επηρμένος κ.Μουζάκη φαίνεται κι απ’ το ύφος του πρόσφατου σχολίου σας που εμμέσως πλην σαφώς απευθύνεται σ’ εμένα.
Η φαινομενική σεμνότητα και ταπεινότητα του άλλου σχολίου σας που ευχαριστεί όσους σας εγκωμιάζουν, πάει περίπατο όταν δέχεστε αρνητική κριτική. Έστω κι αν αυτή είναι αιχμηρή και ίσως σκληρή και που μπορεί να είναι τέτοια για να επιβεβαιώσει αυτή την έπαρσή σας.
Κι αυτό όχι απο ψυχαναλυτική διάθεση αλλά επειδή πιστεύω πως ένας μέτριος ποιητής, αν είναι πραγματικός εραστής της τέχνης, μπορεί να βελτιωθεί και να γράψει καλά πράγματα. Ένας επηρμένος, όχι!
Δεν χρειάζετε κ.Μουζάκη να είμαι ειδικός για να καταλάβω πέντε πράγματα. Στα 4 ποιήματά σας που έχουν αναρτηθεί εδώ (πέρα απ’ το ανούσιο του λόγου [προσωπική άποψη που επιτρέψτε μου να έχω]), δεν υπάρχει ένα που να μην μιλάτε για τον εαυτό σας.
Απ’ την άλλη, ποιός νομίζετε ότι είστε που μπορείτε να προστάζετε τη γυναίκα (όχι συγκεκριμμένη γυναίκα -έτσι όπως τίθεται- αλλά το ΘΗΛΥ), τη θάλασσα, το λουλούδι ή την πέτρα, μ’ αυτό το ύφος ΓΕΝΕΣΗΣ, να κάνουν οτιδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο; Μεγαλύτεροι (και σε ηλικία) απο σας ποιητές απευθύνονται στα στοιχεία της φύσης με σεβασμό, δέος, οργή, φόβο, παρακαλώντας τα κάποτε ή και με ερωτική διάθεση πολλές φορές. Εσείς απο που αντλείτε αυτή την έπαρση αλήθεια;
Πιο κάτω,στο ποιήμα σας ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΙΗΤΗΣ γράφετε: “Εδώ με μολύβι και χαρτί
δείχνω ζωή”(!!!). Τι ακριβώς δείχνετε δηλαδή; Εκτός αν δεν καταλαβαίνετε τι γράφετε…
Εγώ πάντως θα σταθώ σ’ ένα στίχο λίγο πιο πάνω που λέει, “Με μολύβι και χαρτί γεννώ ποίημα”, για να σας πώ ότι δεν φτάνουν το μολύβι και το χαρτί. Και η έπαρση είναι μέγα εμπόδιο κ.Μουζάκη.
Έπαρσις : Οίδημα (που βλάπτει μόνο τον επηρμένο ) σημείωση δική μου.
Εμπάθεια : Μίσος – οργή (που βλάπτει και τον εμπαθή και τους γύρω του )
Επάγγελμα ποιητής..Γιατί όχι; Απαγορεύεται;Δεν άκουσα κανέναν υδραυλικό να λέει “να με αξιώσει ο λαός(ή ο θεός)” να γίνω υδραυλικός. Τώρα θα μου πεις, άλλοι τυγχάνει να πεθαίνουν μάστορες και άλλοι καλφάδες. Αυτό δεν αποτελεί απόδειξη εγωισμού. Και βεβαίως ο ποιητής κάτι δείχνει, όποιος δεν το βλέπει κοιτά το δάκτυλο. Τώρα τα περι μετριοφροσύνης, σεβασμού και όλα αυτά παραθέτω ένα στιχάκι δημοτικό
“τα αδέρφια σχίζουν τα βουνα και δέντρα ξεριζώνουν/
και αν τσακωθούν καμιά φορά μετά το μετανιώνουν”.
Το οτι μιλάς με τον εαυτό σου δεν είναι αρνητικό από μόνο του,ούτε απαγορευτικό.Γούστα είναι αυτά αλλότε αποδεκτά και άλλοτε όχι.
Βεβαίως οφείλω να συμφωνήσω με τον περιηγητή στο σχόλιο πάνω στη γέννηση της προσωπικής ομορφιάς του Ποιητή. Στην προσπάθεια του να πυκνώσει στο χαρτί την “ορφανή του ανάγκη ” πέφτει όχι ανεπιστρεπτί βέβαια στο βασανιστήριο της λεκτικής βελτιστοποίησης το οποίο κατα τη γνώμη μου είναι προτιμότερο να είναι αντανάκλαση του ίδιου του περιεχομένου. Αλλά είπαμε γούστα είναι αυτά.
Συνειδητά έβαλα λάθος τόνο στο όνομα μου.Μήπως πρέπει να σβηστεί; Το αφήνω στους υπόλοιπους και αν αποφασίσουν θετικά, ας ακολουθήσουν τους τελευταίους τεσσερεις στίχους του ποιητή από το υπονοούμενο ποίημα.
κ. Μουζάκη έκανα ότι μπορούσα αλλά εσείς συνεχίζετε να κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε.
Και δεν είναι βέβαια μόνο τα ποιήματά σας. Είναι κι εκείνο το σχόλιό σας στην ανάρτηση για το Νάνο Βαλαωρίτη (http://www.poiein.gr/archives/4227/index.html#more-4227 # 1) όπου όχι μόνο δεν γράφετε λέξη για την ποίησή του, όχι μόνο απομονώνετε κάποιες φράσεις του απο μια ολόκληρη συλλογιστική (που για κάποιο λόγο θεωρήσατε ότι σας θίγει προσωπικα) για να αντιπαρατεθείτε, αλλά (παρά τα “σεβασμό”, “καλοπροαίρετα” κλπ) τον εντάσσετε -εμμέσως πλην σαφώς- σε κάποιο ιερατείο.
Ποιό είναι αλήθεια αυτό το ιερατείο κ. Μουζάκη και ποιοί συνιστούν αυτό το εθνικό ποιητικό τάλαντο που μ’ αύτό τον τρόπο ειρωνεύεστε;
“Το οτι μιλάς με τον εαυτό σου δεν είναι αρνητικό από μόνο του,ούτε απαγορευτικό.Γούστα είναι αυτά αλλότε αποδεκτά και άλλοτε όχι.”
κ. ΛΑΜΠΡΟ Α. (βάλτε εσείς τον τόνο όπου νομίζετε), είναι άλλο να μιλάς ΜΕ τον εαυτό σου κι άλλο να μιλάς ΓΙΑ τον εαυτό σου. Τα λέει καλύτερα όμως ο Νάνος Βαλαωρίτης στη συνεύντευξη του (http://www.poiein.gr/archives/4227/index.html#more-4227) που τόσο ενόχλησε τον κ. Μουζάκη.
Ο ποιητής επαγγέλει; Άν τυχαίνει να συνεπαγγέλεται με βικογιατρούς ακροβατούντες στα γκρεμνά , φαρμακοτρίφτες και κατά φήμη ανοίξει κατάστημα συνεχίζοντας πεντζίκια να τεχνάζει ,δε θα μας ξεγελάσει ή όστια του ,θα δεχτούμε τη Φαρμακεία του σαν να ήταν ο Πλάτωνας φαρμακός ο ίδιος και όχι μεσολαβημένος απο αποδομιστές. Πιές το Σωκράτη πιές το. Δημήτρη καλώσεπέστρεψες!
Μουζάκη, κάτσε φρόνιμα,
να γίνεις νοικοκύρης :
τέσσερα έκτα Βλαβιανός,
εν τρίτον Κολοκύρης…
Μην είσαι ταπεινόφρονας,
μη σβήνεις τ’ όνομά σου !
Πώς θα σε βρίσκει η βάβω σου,
η μάνα κι η νουνά σου ?
Και τι σας κανει να πιστεύετε ότι χρειάζεται να μας υπενθυμίζετε ότι είναι άλλο το με και άλλο το για;Και αν τα λέει καλύτερα(που φυσικά τα λέει) εσείς τότε γιατι χειροτερεύετε τη θέση σας;Δώστε απλά ένα λινκ και θα είχατε τελιώσει.
Εσείς κύριε περιηγητά το κάνετε με μας;Για μας ή για σας;
Ξεσηκώσατε κιόλας άλλες τοποθετήσεις του ποιητη για να δυναμώσετε;Δεν το έπιασα αυτό..Οσον αφορά τον “τόνο” είναι πασιφανές ότι δεν θα έπρεπε να απασχολήσει εσάς εφόσον έχετε μια άλλη άποψη για το ποιήμα.(ότι δεν είναι δλδ) αλλά δεν σας σας άφησε και εσάς αυτό που καταλογίζετε στους άλλους ησύχους.
Επίσης ξέρω ότι οι κωλοφωτιές θέλουν σκοτάδι γύρω τους για να λαμψουν.Διαφορετικά είναι απλά έντομα. Δεκτή η αποψη, η κριτική σας και επαρκής. Μην ξοδεύετε άλλο χρόνο σε αυτό.Ασχολειθείτε με κάτι που σας αρέσει. Καλημέρα και καλη συνέχεια.
Αφήστε τα κ. Μουζάκη!
Μπορεί εντός έδρας να αποσπάτε μερικές λευκές ισοπαλίες αλλά εκτός έδρας φοβάμαι ότι θα συντριβείτε…
κ.Λαμπρο Α, μπορεί να έχετε δίκιο ότι θα έπρεπε να ασχολούμαι με εκείνα που μου αρέσουν.
Πέφτετε όμως και σεις στην ίδια παγίδα να ασχολείστε με τα σχόλιά μου για τον κ.Μουζάκη. Εκτός αν όντως σας αρέσουν…
Προσέξατε ότι συμφωνώ με κάποιο σχόλιο σας σε προηγούμενη τοποθετησή.Απλά δεν είμαι αφοριστικός. Βρίσκω αξία στα ποιήματα του κ.Μουζάκη. Αυτό είναι όλο.Οπότε απλά υπερασπίζομαι το γούστο μου Περιηγήτη.Για αυτό και η φιλική συμβουλή να μην ασχοληθείτε περαιτέρω αφού γίνατε αρκετά σαφής.Την καλησπέρα μου.
Αγαπητοί κύριοι, μιας και βλέπω ότι τα κυριλίκια περισσεύουν, δηλαδή γίνεται πλάκα, να πω και δυο σοβαρά λόγια για τα στιχουργήματα του κ.κ.κ Μουζάκη. Θα πώ ένα,
Όχι
Δεν παίζει , που λένε και οι νεανίες.
Σας χαίρομαι ρε παιδιά πάντως…ε συγγνώμη κύριοι, η επιμονή δεν έβλαψε ποτέ κανέναν, τουλάχιστον τον ίδιο.
Σύλλογος Μαραθωνομάχων Πραγματιστών “John Dewey”
O Αγγέλου λέει:
Μουζάκη, κάτσε φρόνιμα,
να γίνεις νοικοκύρης :
τέσσερα έκτα Βλαβιανός,
εν τρίτον Κολοκύρης…
Μην είσαι ταπεινόφρονας,
μη σβήνεις τʼ όνομά σου !
Πώς θα σε βρίσκει η βάβω σου,
η μάνα κι η νουνά σου ?
και η Μάτα που περνάει αποκρίνεται:
Αγγέλου γέμισες την πίπα σου
καπνό απ’ τον καλόνε
και χύθηκες μες στο Ποιείν
να κάνεις τον Καπόνε
πολλή μαγκιά μας φύσηξες
αίολη, μιαν αιθάλη
κι απ’ το πάτα το και ρούφα το
θα χάσεις το κεφάλι