ΕΙΔΑ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ
και μες τη νύχτα πήγα να το πιάσω.
«Είσαι ο ποιητής;», τον ερωτώ καθώς πλησίαζα.
Σα να μην άκουγε, στεκότανε διαβόλω.
«Μπλάνα Γιώργιε, πρέπει να προσθέσεις κάτι ακόμη», επέμεινα.
Καμιά απόκριση ενώ ψαχούλευα τη στόφα του.
Κι ήταν τρομαχτικό.
Το φάντασμα δεν είχε στόμα.
Όχι πως του έλειπε, μα λες και είχε μουτζουρώσει.
Σκέφτηκα πως αφού έτσι είναι τα φαντάσματα θα πιάσω το μολύβι.
«Γράψε μου», του είπα, βάζοντάς το στη παλάμη του.
-Ακούμπησες ποτέ σου ράγα;-
Το μολύβι έπεσε παράλυτα στο πάτωμα
αυτοστιγμεί.
Κι η πτώση θύμισε κοινό καρύδι
πώς βαρύ πέφτει στο χώμα
ύστερα από πετάγματα στις φυλλωσιές,
πουλιών πειράγματα,
ένα καρύδι.
Ήμουν βέβαιος πως αυτός είναι.
Ως έσκυψα να πιάσω το μολύβι
-ή μήπως ήταν κάρβουνο;-
διέκρινα στη κνήμη του
ένα βαγόνι αίμα.
Ξέρω πως ήτανε ταγμένος.
«Γονάτισε», διέταξα, «ή φύγε ον».
Γόνατο προσκυνητή,
-και γόνατο- του ναυαγού το στόμα.
Και κούμπωσα στο πάτωμα τις τρεις παλάμες μου.
—————————————————————–
Αυτός παρέμενε ακίνητος.
Μουντζούρωσε ο ουρανός
στη Πατησίων.
Μπροστά μου μάνα νέγρα
έσερνε το μωρό της θηλυκά
κι ας ήταν δανεικό καρότσι.
Ποιος σου το δάνεισε.
Είδα το φάντασμα του Γιώργου Μπλάνα
Ο Μαρξ μιλιέται από στόμα
σε στόμα.
Ατέλευτο προσκύνημα
τα γόνατα γδαρμένα
πατάω τραπουλόχαρτα
και ας κοιμόμουν λάθρα,
τρομαχτικό μου ήταν.
Και τα φαντάσματα γράφουν ποίηση.
Λάθρα κοιμόμουν.
Στον ουρανό μουτζούρα.










Ας γίνει η ποίηση του πρόωρα σωπασμένου Μπλάνα του συστήματος ο γδάρτης.
“εξόριστε Μπλάνα , στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
– Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.
– Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.
– Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.
– Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.”
O Γιώργος Μπλάνας δεν είναι μόνο καλός ποιητής. Είναι ένας μοναδικός μάστορας του σύγχρονου μεγάλου πιήματος με σαρκασμό και κοινωνική διάσταση. Ο Μπλάνας διατυπώνει με φειδώ έυστοχα σχόλια για ποιητές όπως τον Κωσταβάρα , τον οποίο με τις διατυπώσεις του τοποθετεί σωστά στο σύγχρονο μουντό τοπίο μτης Ελληνικής ποιήσης.
φάντασμα που εμφανίζεται,
πρέπει και να χιονίζεται…
Δείτε πώς:
http://www.milwntasgiatoxioni.wordpress.com
Φίλοι, γιατί θέτετε σε δοκιμασία την αγωνία μας; Εννοώ με τίτλους φονικούς στις αναρτήσεις του ιστολογιου;
Ο Μπλάνας΄κατέκτησε σαφώς κορυφαία θέση στη γενιά του 80 και βάλε.
Η ποίησή του μεταλλείο συναισθημάτων και ευαισθησίας ποιητικής και φιλοσοφικής.
Aπάντηση στον Μύ-ς:
http://blanas.blogspot.com/
“…οι αυθαίρετες απόψεις του [Μπλάνα] άρχισαν νʼ αποκτούν χαρακτήρα ψύχωσης, ώσπου στις 4 Νοεμβρίου του 2008 κινδύνευσε να χάσει τη ζωή του από υπερβολική παραφορά. Μετά από μερικές ημέρες, στις 11 Νοεμβρίου, το ποιητικό όραμα νεκρώθηκε μέσα του και έκτοτε είναι ιδιωτικός υπάλληλος.”
το ποίημα αυτό δε μου ανήκει. φαντάσματα το γράψαν. επιτρέψτε μου.
στη διαχωριστική γραμμή είναι το τέλος του. οι ύστερες λέξεις αποτελούν σημειώσεις και φράσεις που άφησα απ’ έξω καθώς το ποίημα δουλευόταν. προφανώς το λάθος είναι δικό μου. της αφέλειας μου, της πίστης μου σε φαντάσματα.
δεν επιθυμώ διορθώσεις, ας αφεθεί στη τύχη του. πάει πια.
άλλωστε ο μπλάνας δε γυρνά. μοιάζει οριστικό. κι αυτό με κάνει να μισώ βαθύτερα το κράτος με έναν τρόπο περίεργο και κάπως φαντασμα/γορικό.
Φιλέ Παπαπντωνόπουλε
Γράψε και συ κάτι για τον καλό αυτό ποιητή που τον γνωρίζεις από βάθους καρδίας.
Στέκομαι στον στίχο “Και τα φαντάσματα γράφουν ποίηση” από το ποίημα που δημοσιεύεται εδώ. Και είναι όμορφο. Μοιάζει να τον ξέρει ο ποιητής τον Γιώργο, ή τουλάχιστον τον έχει “σκανάρει” και ιδεολογικά.
Και τα φαντάσματα λοιπόν γράφουν ποίηση. Αλλά και η παραφορά είναι μέρος της ποίησης. Χωρίς αυτήν δεν γίνεται δουλειά. Και ο Γιώργος πάντα “παραφέρεται”. Όπως κάθε καλός μάστορας που δεν υπολογίζει τα κόστη.
Το μεγάλο βέβαια πρόβλημα είναι όταν ο ποιητής, ο κάθε άνθρωπος που γράφει για εμάς και για τον εαυτό του αναγκάζεται να εξαντλήσει τις σκέψεις του για όχι ταπεινά αλλά για άλλων πράγματα. Για άλλων σκέψεις, για άλλων ζωές, για άλλων προβλήματα. Τότε ακριβώς “παραφέρεται”. Ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε πως ο συγγραφέας πρέπει μόνο να γράφει γιατι διαφορετικά δεν θα δώσει αυτό που θέλει;
Ωστόσο έχω σχεδόν τη βεβαιότητα ότι μετά από κάθε “παραφορά” ακολουθεί ένα ποτάμι λόγου. Κι αν έχει γίνει εκτροπή ακόμη καλύτερα. Τα “έκτροπα” σπανίως είχαν άσχημα αποτελέσματα.
Προσωπικά περιμένω, μέρα τη μέρα, μήνα το μήνα, αυτό το ποτάμι. Το εύχομαι και το ελπίζω.
Υ.Γ. Το ξέρω ότι παραφέρομαι κι εγώ σχολιάζοντας εδώ. Είναι η πρώτη φορά που τολμώ κάτι τέτοιο. Και σίγουρα δεν θα βρει τον Γιώργο σύμφωνο. Ας είναι λοιπόν να ακούσω τη γκρίνια του. Έμμετρη θάναι. Κατά συνέπεια κάτι καλό θα “εισπράξω”…
Αγαπητέ Βάκη, υπάρχουν άτυπες ”συμφωνίες” που επιβάλλουν μόνο τη δημιουργική -αν είναι, και για όσους είναι- συνύπαρξη ορισμένων ανθρώπων. Τουλάχιστον, πιο δημιουργική από το να μιλάει ή να γράφει ο ένας για τον άλλον (όχι πως αποκλείεται κι αυτό το κομμάτι να είναι δημιουργικό, αλλά… πρόκειται περί επιλογών). Αλλιώς, σε κείμενο για τον Γκρύνμπαϊν που είχα αναρτήσει και στο Ποιείν προ καιρού, θα έπρεπε ν’ αναλογιστώ -και να μεταφέρω- το πόσο διαφορετική θα ήταν η άποψή μας για τη σύνθεση ”Νύχτα”, αν ο συγγραφέας της είχε την τύχη να τον έλεγαν Georg Blein. Αν ”Το χιόνι ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία” είναι αντικείμενο ευρωπαϊκής και παγκόσμιας -δλδ αμερικάνικης- λογοτεχνικής κριτικής και θεωρίας, τότε η ”Νύχτα” (15 περίπου χρόνια πριν το έργο του Ανατολικογερμανού) ή η ”Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη”, τι είναι;
Όμως, η μόνη ουσιαστική διαμεσολάβηση της ποίησης του Γιώργου στη συνείδηση του τωρινού και μελλοντικού αναγνώστη είναι η ίδια η ποίησή του:
”[…] Αποφασίστε. Καλύτερα ξεχάστε με –
ίσως έτσι συνδιαλλαγεί μαζί μου καθένας για λογαριασμό του.
Πάντα υπάρχει καιρός, όταν πρόκειται να λείψουμε.”
Αίφνης ξαναβλέπω το κείμενο του Γ. Μπλάνα για τον Μάρκο Μέσκο και σκέφτομαι ότι οφείλουμε νηφάλια να αναμετρηθούμε και με το δοκιμιακό -κριτικό έργο του καλού δημιουργού.
Είναι σύνθετος, πυκνός και διαφωτιστικός ο λόγος του – αποκαλυπτικός, θα ταίριαζε μάλλον- και με φιλοσοφική προοπτική.
Μιχάλη μου
Συγνώμη που σε προκάλεσα . Είμαστε διαφορετικοί και όταν δυο άνθρωποι διαφορετικοί συναναστρεφονται στη ζωή με τρόπο δημιουργικό, η ζωή βρίσκει το μεγαλείο της . Εγώ είμαι και λίγο υπερβολικός. Είμαι 43 χρονών ανήλικος. Ίσως να μην έπρεπε να σε καλέσω να βάλεις το λιθαράκι σου . Kι σιωπή είν ένα μαγάλο λιθαράκι. αν μου απαντήσεις, απάντησε μου τρόπο απλό.Να είμαστε καλά και να βρισκόμαστε στυην Αθήνα και όχι μόνον.
Μίχο, αδυνατώ να συλλάβω το λόγο της εμπάθειας σου προς το πρόσωπο μου. Όπως επίσης και την επιθυμία σου να ερμηνεύσεις το κείμενό μου ως μία πολεμική διαμάχη ανάμεσα σε μένα και τον Μπλάνα. Η ηλεκτρονική σου δύναμη δε με τρομάζει.
Μίλησες για εχθρους, συμμάχους και εφαλτήρια ζήλιας. Σε βεβαιώ πως ο μόνος λόγος που γράτηκε το ποίημα είναι η παρουσία δέους. Άλλωστε η ανισότητα μεταξύ εμένα και του Μπλάνα καθιστά αδύνατη αυτή τη διαμάχη. Τώρα αν αυτό με κάνει ένα φθονερό ανθρωπάκι χωρίς ιδιότητες, όπως λες, θα το δεχτώ. Δέξου όμως κι εσύ την παράκληση μου να χαθείς μέσα στις ιδιότητες της χαιρεκακίας σου και του καλού σου χιούμορ. (έχεις δει άνθρωπο να πνίγεται από το ίδιο του το γέλιο;)
Και είναι πολύ κρίμα να μη γνωρίζεις το τραγούδι του Άσημου που ξεκινάει με τους παρακάτω στίχους, αν και στο αφιερώνω:
‘όλοι δηλώνετε ιδιότητα / κι εγώ δεν έχω καν ταυτότητα’
Κα Αλέκα Μπλάνα, να με συγχωρείτε που πήρε τούτη τη τροπή το θέμα. Παραφέρθηκα με αιτία. Να ξέρετε πως τα λόγια σας αποτέλεσαν, χωρίς να το ξέρετε, την μόνη αιτία που δε μετάνιωσα τη δημοσίευση αυτού του ποιήματος.
το δέχομαι.
πολύ θα ήθελα να μάθω όμως τελικώς που απευθύνεται το ειρωνικό σχόλιο σας πιο πάνω.
ή μήπως δεν είναι ειρωνικό;
Καλύτερα ξεχάστε με –
http://blanas.blogspot.com/
πρέπων θα ήταν η ανάρτηση αυτή, αν υπήρχε η δυνατότητα, να σβηστεί και να θαφτεί κάτω απ’ τη γη, κι ακόμα πιο βαθιά. και πάνω απ’ το χώμα να υπάρχει παραδειγματικά η πινακίδα της ήττας που θα γράφει: συγχαρητήρια Κύριε Μίχο, νικήσατε.
υ.γ: και ελπίζω εκείνος που έπρεπε να πάρει το μήνυμα σας να βρήκε το στόχο του.
Τα έχει αυτά η eπικοινωνία. Αν και αμφίδρομη δεν είναι άμεση.
Για να σας πω και τη μαύρη μου αλήθεια κι εγώ θεώρησα ότι το σχόλιο του κ. Μίχου απευθυνόταν σε άλλον. Ωστόσο μου έχει και μένα συμβεί να “τα πάρω στο κρανίο” όταν σχολιάζουν κάτω από δική μου δημοσίευση προς άλλους εκτιμώντας, λανθασμένα, ότι αφορά σε εμένα.
Το όλο πeριστατικό πάντως υποδηλώνει και κάτι άλλο, αν θεωρήσουμε ότι το πρώτο είναι η “παραφορά”. Υποδηλώνει ότι “το αίμα μας βράζει”, ακόμη. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Καλά είναι κι αυτά. Μάχες με λέξεις. Ωραία πράγματα. Ξεμύτισε και ο Γιώργος έστω κι έτσι..
Σας ευχαριστώ κ. Μίχο για τη φιλοξενία κι εσάς κ. Ρακά για την αναφορά.
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
Τον άγγελο τον είχα πρωτοδεί μέσα στην εκτυφλωτική λάμψη του ήλιου που χρύσωνε μια θάλασσα αποπνικτικά προκλητική. Προχώρησε με λυτά τα μαλλιά στο αδέκαστο νερό και ξαφνικά γύρισε και με κοίταξε. Τα μάτια του ήταν πράσινα σαν τα σμαράγδια. Τον αγαπούσα παράφορα από καιρό, μα δεν ήξερα πόσο. Ούτε πόσο με αγαπούσε ήξερα. Και ξαφνικά, μαρμαρωμένος μπροστά στην εξαίσια μορφή του κατάλαβα πως ήταν ο άγγελος του θανάτου και πως δεν μπορούσε να μ’ αγαπά παρά μόνο με τον τρόπο που αγαπά ο θάνατος.
Αφέθηκα στην σκοτεινή πλευρά του. Μα δεν είχα βρει τον τρόπο να του ανήκω. Ζητούσε τη ζωή μου. Κι όμως δεν αποφάσιζε να με τελειώσει ακαριαία. Έπρεπε να το θελήσω. Δεν ήταν παρά ένας άγγελος. Δεν ήταν ο θεός.
*
Κάθισα στα βότσαλα, κοιτάζοντας το αλύπητο νερό. Είχα ήδη πιει λιγάκι και δεν μπορούσα να καταλάβω αν υπήρχε καθόλου ήλιος ή σύννεφα ή τι χρώμα είχε η θάλασσα. Ο άγγελος έλειπε. Δεν θα τον ξανάβλεπα ποτέ. Ήμουν πολύ κοντά του για να τον δω. Συνέχισα να πίνω. Σε λίγο, μόλις που μπορούσα να κινηθώ από τη μέθη. Σηκώθηκα και πήγα στην άκρη του νερού. Προχώρησα. Έτρεμα ολόκληρος. Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειψαν. Το νερό εισέβαλε το στόμα μου αλάτι σε χαλκό. Έρχομαι άγγελε, σκέφτηκα. Η ζωή μου τελειώνει σ’ εσένα. Είμαι δικός σου άγγελε… Σκοτάδι. ΣΙΩΠΗ! ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΣΙΩΠΗ!
δε νικιέται η ποίηση, αλίμονο όμως, θα προσθέσω, αν πορεύεται ως νικητής.
καταθέτω κι εγώ τη συγνώμη μου, αν και είναι γνωστό πως,
υ.γ: σε καιρούς αδιέξοδους, οι γιώργηδες μοιάζουν αναγκαίοι.
γεια σας
Εκτός ελαχίστων λέξεων που ίσως δεν κύλησαν το ίδιο ομαλά με τις άλλες το ποίημα με έκανε να ανατριχιάσω.