Η Μπαταρία
Τόσα φώτα ξόδεψα
μα ούτε μια μορφή δεν αντίκρισα.
Πνιγμένες στο σκοτάδι του αιώνα
πήγαν να κρυφτούν πίσω απ’ οθόνες
που μαγνητίζουν.
Τενεκέδες άδειοι από τυρί
και γύρω-γύρω ψίχουλα
να θυμίζουνε την ύπαρξη ανθρώπων
που καλούνε οικόσιτα ποντίκια
για γεύμα.
Βαθύ σκοτάδι πια…
Η μπαταρία τέλειωσε και την φορτίζω.
Δεν την πετώ.
Στέκομαι από πάνω της
και περιμένω…
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα
θα ‘μαι μ’ αυτή ξανά στο χέρι
στο φακό μου να τη βάλω.
Κι αν η μπόλικη υγρασία της ζωής μου
τη φουσκώσει…
σε δυο λεπτά μονάχα…
Το περίπτερο της συνοικίας διανυκτερεύει.
-Ίσως και να το ‘χω αγοράσει-
Σε δυο λεπτά μονάχα
η λυχνία θ’ ανάψει
κι ας μην υπάρχει γύρω ψυχή
να περιμένει.
Ντυμένη με το φως μου
και τίποτε άλλο
το νεκροταφείο της γειτονιάς θ’ αγκαλιάσω.
Σ’ έναν-έναν τους τάφους θα κοιμηθώ
Λευκή
και μαραμένη θα ξυπνήσω
από ιστορίες που άκουγα χωρίς να πιστεύω
από ψυχές που έχασαν το δρόμο της γαλήνης
και δεν φωτίστηκε ποτέ ο θάνατος γι’ αυτές.
Αν ξημερώσει,
ο φακός μου πια θα ‘χει χαθεί
στο άπειρο…
καθώς θα ζούμε
μια λάμψη επαναλαμβανόμενου διακόπτη
γέννημα κάποιας Ζωντανής Μπαταρίας.
Τα μάτια
Στα σπλάχνα του αγέρα
κατοικούν οι φυλλωσιές των αντιρρήσεων
που μας παίρνουν τους ύπνους τους βαθύς
δίνοντάς μας ζωή στα μάτια.
Τα μάτια που ανοίγουνε έχουνε δύο δρόμους:
να κοιμηθούν ξανά ή να κοιτάξουν.
Εάν κοιτάξουνε δωρίζουνε δύο οδούς στα κύτταρα:
να μείνουνε στο έλεος των εικόνων
ή να αναμοχλεύσουν αρτηρίες προς κρησφύγετα.
Εάν καταφύγια επιλέξουν
έχουνε δυο στιγμές ν’ αποφασίσουν:
την ψευτιά ή την αλήθεια
συμβόλαια ιστορίας
φαινομενική ωραιότητα ή γυμνή πραγματικότητα.
Ατέλειωτη η πορεία των ματιών και δύσβατη.
Οι φρόνιμες κυρίες τα μεσημέρια κεντούν
ενώ οι κύριοι παίζουνε ζάρια.
Τα σπλάχνα του αγέρα πονούν
τις ώρες που κοιμάστε.
Μονάχα με το Θάνατο
Μονάχα με το Θάνατο δε γέλασες
κείνα τα κρύα μεσημέρια του Ιουλίου
ριγμένα σα φθηνού ξενοδοχείου
σεντόνια τρυπημένα από ηδονές.
Είχαν το πέσιμο του υδράργυρου στην τσέπη
και όλο χάρη κουδουνίζαν τα κλειδιά
η ανατολή του ήλιου μας μαβιά
κι εσύ να ψάχνει αλυσίδες πα στη σκέπη.
Μόνο με το Θάνατο αγγίξαμε την όραση
Ζωή φημολογούμενη κι εμείς
απώλεια αυτής της εποχής
κατρακυλήσαμε πριν δούμε κάποια όαση.
Μόνο με το Θάνατο πλησιάσαμε την αίσθηση
ότι υπάρχει κάτι πίσω απ’ το πετσί μας
ότι δε φτάνει μοναχά η αναπνοή μας
για ν’ αποδείξουμε: Δεν είμαστε παραίσθηση.
Μονάχα με το Θάνατο με είδες
να γράφω μία μία τις σελίδες
μα λευκές να παραμένουν και κενό
να μετράω όσο είμαι μακριά σου
να συλλέγω τον ανθό απ’ τα δάκρυά σου
και να σκέφτομαι αν θα ‘χεις γυρισμό.
Πατρίδα Γιατρειάς
Όπως θα βλέπεις τον ουρανό
θ’ αναρωτιέσαι αν είμαι εγώ
κείνο το γκρίζο σύννεφο.
Ψιχάλες δε θα ρίχνει
Αχτίδες δε θα κρύπτει
ούτε φεγγάρι ολόγιομο.
Χυμοί θα αιωρούνται
Αγγέλων που αγαπιούνται
πίσω από χείλη σφαλιστά
πνιγμένα απ’ τη φρίκη
που πήρε την Αλίκη
μακριά από τόπους που ξεχάστηκαν.
Κι αν η γιορτή πλανιέται
στους ουρανούς καθρέφτες σαν γυρνάς
θα δείχνουν τους καπνούς μου
από τους χωρισμούς μου
κι από καρδιές που ψάχνουνε
Πατρίδα Γιατρειάς.
Καμπάνες
Δεν έχω άλλο να πω
από κάτι καμπάνες που χτυπούν
και με ζαλίζουν…
Τυχαία μέρα μ’ έναν αριθμό κολλημένο στη μετώπη
ένα μήνα μ’ ένα όνομα που κάποιοι λένε πως θυμούνται
απ’ τα βιβλία
και μια ανησυχία να κυκλώνει τον αέρα
που ψύχεται σταδιακά.
Κάτι τέτοιες ημέρες
Καρμπόν
σκοτεινιάζουν περισσότερο τη ζωή μου.
Δεν έχουν τίποτε από το χρώμα της παλέτας
ούτε τη μυρωδιά φρεσκοβαμμένων τοίχων.
Να, μόνο κάτι καμπάνες
που είπανε για αλλαγή να κουνηθούν
και με ζαλίζουν…
Γλάρωμα
Γλάρωσα
κάτω από λωτούς σαπισμένους
με αδυναμία όρασης.
Καθώς περνούσε η ώρα
υγρά έσταζαν
που νόμισα γλυκιά ψιχάλα.
– Ω Θεέ μου,
σε χαντάκι
πως βρέθηκα;
Δάσος υπήρχε τριγύρω
πράσινες σκιές
πράσινες αράδες από δόντια.
Ήταν λοιπόν μόνο σκιές;
Μόνο δόντια;
Λάσπες, λάσπες…λάσπες…
Λίγο ακόμα,
αν έβρεχε,
Λίγο ακόμα…
Να κολυμπήσω
να πιάσω βάρκα τη φωνή
κουπιά τα χέρια που ξεχάστηκαν.
Λίγο…
Λίγο ακόμα…
και θα Ξυπνήσω!











Χωρίς κραυγές, λοιπόν, πορεύεσαι, ω ποίηση, αναδεικνύοντας
αυτή την εξαιρετικής πύκνωσης σύγχρονη ανθρωπολογική παρατήρηση:
“Οι φρόνιμες κυρίες τα μεσημέρια κεντούν
ενώ οι κύριοι παίζουνε ζάρια.”!
Οπώσδήποτε “Μονάχα με το Θάνατο δε γέλασες”,
λαθρεπιβάτη ιστοσελίδων…
Ανίατος Θάνατος
οι τυφλοί διαβάτες
των δρόμων
νεογέννητης ποίησης
μέσα απο σβησμένες φωτιές
επώνυμων Δοξασιών
Θέλει Τόλμη να στέκεσαι
εκτός του Διάσημου Συλλόγου
Γραφείων Κηδειών
Κ.Ανδρεαδέλλη
οι λέξεις σας
πριονίζουν την λάσπη πολλών
Εύχομαι Πάντα Εμπνεύσεις
Με Εκτίμηση προς τη γραφή σας