title=""

Γράφουν (με αλφαβητική σειρά) οι: Δημοσθένης Αγραφιώτης, Ζ.Δ. Αϊναλής, Σπύρος Αραβανής, Γιάννης Βούλτος, Μιχάλης Γελασάκης, Αντώνης Γεωργίου, Γιάννης Γκούμας, Λεύκιος Ζαφειρίου, ΘάΝΟΣ ΚΑΝΔύΛΑΣ, Κώστας Καρτελιάς, Φροσούλα Κολοσιάτου, Σοφία Κολοτούρου, Θανάσης Κριτσινιώτης, Μόσχος Λαγκουβάρδος, Γιάννης Λειβαδάς, Γιώργος Λυκοτραφίτης, Νίκη Μαραγκού, Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, Λίλη Μιχαηλίδου, Γιώργος Μίχος, Γιώργος Μοράρης, Δημήτριος Μουζάκης, Γιώργος Μύαρης, Παναγιώτης Νικολαΐδης, Σωκράτης Ξένος, Νίκος Παναγόπουλος, Έκτωρ Πανταζής, Σωτήρης Παστάκας, Γιωργής Σαρακηνός, Βαγγέλης Ψαραδάκης

Πρώτο ανέκδοτο ποίημα -τιμής ένεκεν -του ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη που το παραχώρησε αποκλειστικά στο “Ποιείν” για την χιλιοστή ανάρτηση.

Κυριάκος Χαραλαμπίδης

ΤΟΥ ΒΑΡΛΑΜΗ
(Παραλλαγή)

Η ξεχασιάρα, που είχε τη σοφία
νʼ αλησμονήσει το «καθείς και τα όπλα του»!
Και φεύγει απʼ το παλάτι του Οδυσσέα
το δόρυ της αφήνοντας εκεί.
Το ζύγισε ο Τηλέμαχος στο χέρι,
στοχάζονταν και πού να τʼ ακουμπήσει.
Πλάτανος πολυμήχανος και σώφρων
προτείνει τα κλωνάρια και ριζά του∙
όσο να ʼρθεί απʼ τα πέρατα της Μνήμης
η Αθηνά στον ίσκιο του αποκάτου.

Γενάρης 2008

Δημοσθένης Αγραφιώτης

Empedocle

vicius
vicinus

e

Empedocle
Temps de la haine

Haimp(n)edocle
Hainpedocle

Empedocle

Ai(r)mpedocle
Empedeaucle
TerrEmpedocle
FeuEmpedocle

Ζ. Δ. Αϊναλής

Από την ανέκδοτη συλλογή
Μυθολογία

Το Τραγούδι του Προμηθέα

Θʼ ανατινάξω τα τοιχώματα της πρόστυχης σιωπής σας
δεν θα μπορούν τα βλέφαρα να κλείσουν το σκοτάδι
μαύρος ο κόσμος που κοιτώ εντός του υπάρχω μαύρος
καυλοπυρέσσων με πυρσούς θα ξεχυθώ στους δρόμους
θα κάψω τα γιατάκια σας και τʼ αυτοκίνητα σας
και να ουρλιάζουν οι γυναίκες σας τα μπάσταρδα παιδιά σας
τους τάφους των προγόνων σας θα λούσω με μπεζίνα
κι όλους τους ανδριάντες σας με πέτρες τις πλατείες
και τις Ερμές τις κεφαλές στο χώμα θα γκρεμίσω

Θα σας τη φέρω τη φωτιά την έκλεψα απʼ το Δία
και στο ταξίδι μόνος μου αυτό μαζί μου θα σας πάρω
μέσα από δάση σκοτεινά κι οι φλόγες να σφυρίζουν
και τα πουλιά πετώντας έντρομα καπνός που κυνηγώντας
στο βλέμμα οι λύκοι την κραυγή τα ελάφια αλαφιασμένα
πύρινος ουρανός οι αρχάγγελοι βρυχώντας τη ρομφαία
μακριά σειρά αστέρια τάγματα λευκά στο κέντρο σκοτωμένος
άγγελος μαύρος κλέφτης πεπτωκώς φεγγάρι ματωμένο
μακάβριος χορός οι νυχτοπεταλούδες μες τις φλόγες

Και οι νεκροί μακριά πομπή να σέρνονται στο χώμα
βαρύ στο χέρι σκελετό μπαλτάς στα δόντια το μαχαίρι
έντομο θάνατο που σπέρνοντας η κύηση της πέτρας
κι η μέσα μήτρα σκοτεινή πνοή συσπώντας ο πλακούντας
να πνίγοντας αμνιακή οργή την έσω θάλασσα πιο μαύρη
μαύρος ο κόσμος που κοιτώ εντός του υπάρχω μαύρος
θα σας τη φέρω τη φωτιά την έκλεψα απʼ το Δία
θʼ ανατινάξω τα τοιχώματα της ένοχης σιωπής σας
και στο ταξίδι μόνος μου αυτό μαζί μου θα σας πάρω


Σπύρος Αραβανής

Ημερομηνίες

Μισώ τις ημερομηνίες γιατί αγκιστρώνουν το χρόνο
και δίνουν το δικαίωμα στην κάθε μέρα
να υπερηφανεύεται για την πραμάτεια της.
Μισώ τις ημερομηνίες γιατί μας φορτώνουν με αριθμούς και ονόματα
και μας βαραίνουν σαν τη ταυτότητα
που κρεμάει ο στρατιώτης γύρω από το λαιμό του.
Μισώ τις ημερομηνίες γιατί ορίζουν τα όρια μας
σαν χοντροί πάσσαλοι καρφωμένοι στη ζωή μας.
Μισώ τις ημερομηνίες γιατί επιμένουν να μας θυμίζουν
όσα προσπαθούμε να λησμονήσουμε
γιατί προσπαθούν να μας απεγκλωβίσουν
από όσα επιμένουμε να θυμόμαστε
και γιατί συνεχίζουν να πιστεύουν
πως η ζωή και ο θάνατος
χρειάζονται την αριθμομέτρηση
για να υπάρξουν.

Γιάννης Βούλτος

Άτιτλο

Κοιτώ στο βλέμμα σου
Το ψέμα
Τούτη τη νύχτα
Πεθαίνω νέος

Μιχάλης Γελασάκης

Λάβαρα

Πέρασες ποτέ να δεις τα ναυπηγεία
Νεκροταφεία σύγχρονα ανθρώπινων ψυχών
Του καραβιού ξεπούλημα σε κρύα χειρουργεία
Πολιορκία έρημων ατσάλινων τειχών

Πέρασες ποτέ να δεις φυλακισμένους
Με μαύρα δόντια άρρωστα νυχτερινών φιλιών
Μία ζωή ολόκληρη, σε φάκελους σκισμένους
Ζηλεύουνε το πέταγμα των πρωινών πουλιών.

Έκανες ποτέ μια βόλτα στις πλατείες
Να δεις που μένουνε αυτοί που αγνοείς
Να κάτσεις να σκεφτείς ποιες είναι οι αιτίες
Που καίγονται τα λάβαρα πολιτικής πνοής.

Μπόρεσες ποτέ να νιώσεις την οργή τους
Γυναίκες που πληρώνονται και κρύβονται στο φως
Σε μια ανάσα αλκοόλ ξοδεύουν τη στοργή τους
Και ο πόθος τους για έρωτα πραγματικό κρυφός

Πέρασες ποτέ απ’ τα γηροκομεία
Εκεί που ζωγραφίζουνε ήλιους σαν τα παιδιά
Μα θάλασσα δε βρίσκουνε στη ζωγραφιά καμία
Γιατί τους παρατήσανε και πήραν τα κλειδιά

Αντώνης Γεωργίου

ΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Τέλειωσε το δικό μας καλοκαίρι.
Οι φωτεινές μεγάλες μέρες.
Τέλειωσε και η αγάπη.
Απέμεινε η ανάγκη της
και μια νύχτα της εδώ,
μια νύχτα της εκεί.

Κάπου εδώ ας τελειώσει και η ποίηση.
Παυσίπονη μονάχα, δεν θεραπεύει καμιά λύπη.

Γιάννης Γκούμας

ΑΠΡΟΜΕΛΕΤΗΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Αφού ατένισα αρκετά αυτήν την αστική πληγή,
αυτήν την τσιμεντένια ζούγκλα, όπου ζω,
κάθησα και κοίταξα τα ποιήματά μου που κινούνται οριζοντίως
με στίχους έντασης και αντίστασης,
αυταπάτης και λαχτάρας. Ποιήματα που με κράτησαν
ορθό σε χρόνια αγωνίας και πόνου.
Ποιήματα που μ’ έσωσαν από το να ξοδευτώ
στο διάβα του παρελθόντος. Φορές σκέπτομαι πως τίποτε
άλλο δεν έχει την ηρεμιστική αγνότητα αυτής της αίσθησης.
Κανένα γενέθλιο δεν αποτελούσε ένα τέλος. Νιώθω όπως ήμουν εικοσάρης,
και μάλιστα πιο αλέγρος. Μόνο το αληθινό πορτρέτο
της ωριμότητας είναι μια ναρκισσιστική επιβλητικότητα που με πληγώνει.

Λεύκιος Ζαφειρίου

Susan Fortune Ridout

Τα γράμματα της ανεπίδοτα
έρχονται από το κεντρικό Λονδίνο –
χωρίς παραλήπτη
διασχίζουν τη Μεσόγειο
και φτάνουν στο ιόνιο κύμα∙
ο ταχυδρομικός διανομέας
σφραγίζει τους φακέλους και σημειώνει:
“Επιστρέφονται, ανύπαρκτη διεύθυνση
άγνωστο πρόσωπο”

Μετακομίζει από το Λονδίνο
στο Brighton
χωρίς να μάθει ποτέ
ότι ο Calbo ονομάζεται πια Καlvo

και στην αιωνιότητα Ανδρέας Κάλβος.

9.11.2008

ΘάΝΟΣ ΚΑΝΔύΛΑς

Η έναστρη νύχτα του Βικέντιου

Βύζαινα σκοτεινό ουρανό
Αχόρταγα μες στο όνειρο.

Κι όπως γύριζα πλευρό
Άστραψε φως κάπου μακριά
Κι απλώθη νύχτα έναστρη
Η νύχτα του Βικέντιου.

Όλβιος συνέχιζα να βυζαίνω
Από τις ρώγες
Πού αστέρια
Είχε βάλει ο ζωγράφος.

Ξινό μού φάνηκε
Κι αποτραβήχτηκα

Γέμισε ο πίνακας
Με μαύρο γάλα.

Κώστας Καρτελιάς

Άτιτλο

Κάθε φορά που απ’ την Ομόνοια περνώ
βλέπω ανθρώπους με τα πρόσωπα σκαμμένα
σβησμένα βλέμματα και σώματα σπασμένα
σαν να’ ναι αγάλματα ακίνητα σωρό
που εκτίθενται στις σχάρες του μετρό

Σαν θεατής μιας γκαλερί γύρω κοιτώ
τα έργα τέχνης με το νόημα της φρίκης
κι αναρωτιέμαι όπως τα παρατηρώ
ποιος άραγε στ’ αλήθεια να’ ναι ο γλύπτης
μπορεί εσύ, μπορεί αυτοί, μπορεί εγώ

Είναι μια έκθεση που στήνει η απελπισία
και την εκθέτει η πολιτεία στην πλατεία

Φροσούλα Κολοσιάτου

Άτιτλο

Ανάβουν τα φώτα ξαφνικά
Και μια γυναίκα
Ακούει το δέρμα της
Να χτυπά από μέσα

Καλημέρα
Ψιθυρίζει βιαστικά επιείκεια
Φως ξεχειλίζει και σκουριά
Πήρες τότε να συμπληρώσεις
Τη γοργόνα του βυθού
Με θάλασσα

Την ίδια ώρα
Αυτή κοίταζε κατάματα την μάγισσα

Σοφία Κολοτούρου

ΚΛΕΙΤΟΡΙΔΕΚΤΟΜΗ

Σουδάν, Χαρτούμ. Εδώ, μέσα στη σκόνη
ένα χωριό έχει σήμερα γιορτή.
Γίνεται από νωρίς η ετοιμασία.
Στη μέση ένα κορίτσι – το κυκλώνει
πλήθος γυναίκες, πριν αρχίσει η τελετή,
μ’ επίσημο ύφος, ειδική ενδυμασία.

Μια τρύπα ήδη σκάψανε στο χώμα
και στρώνουν ένα μ’ άνοιγμα- χαλί.
Το κοριτσάκι εκεί, προσεκτικά
τοποθετούν και του κρατούν το σώμα
-χέρια και πόδια, δεν μπορεί να κινηθεί-.
Έρχεται μια, απ’ όλες πιο γριά,

κρατώντας τα πρωτόγονα εργαλεία:
δέρμα, ξυράφια, αγκάθια μυτερά,
σύρματα, νήματα, ψαλίδια κι άλλα.
Χωρίς οινόπνευμα, δίχως αναισθησία
με γρήγορες κινήσεις, δίνει μια
στην κλειτορίδα και τα χείλη τα μεγάλα,

κι ακόμη παραμέσα, ενδεχομένως
ακολουθεί κλειστή μια συρραφή
κι αφήνουν το κορίτσι ν’ αναρρώσει.
Θα ‘ναι ο γονιός του τώρα ευτυχισμένος
-στο σώμα το παρθένο δεν θα μπει
η ξένη σάρκα, πριν το λογοδώσει,

και θα ‘χει το παιδί τύχη καλή:
το γάμο θα τον έχει εξασφαλίσει,
που είναι για γυναίκα η σκέψη η πρώτη.
Φυλάξανε τη μήτρα την ιερή
αμόλυντη, με ρόλο να γεννήσει
μι’ ακόμη μήτρα, άλλο ένα στρατιώτη.

Είναι σωστό και πρέπον ο λαός
ήθη και παραδόσεις να κρατάει-
και πάντα οι ξένοι να μην επεμβαίνουν.
Μα εδώ είν’ η φρίκη, ο ακρωτηριασμός.
Συνένοχη η σιωπή μας καταντάει
για όσο τέτοια εγκλήματα συμβαίνουν.

5/4/2008

Θανάσης Κριτσινιώτης

Ο ορισμός της Τραγωδίας

Σκηνή θεάτρου χωρίς σκηνικά. Καρέκλες εδώ κι εκεί. Μια ηθοποιός όρθια κάτι διαβάζει. Ο σκηνοθέτης λίγο πιο πίσω, όρθιος κι αυτός. Διδάσκει τον αριστοτελικό ορισμό της Τραγωδίας. Κάπου ένα μπολ ζάχαρη.
Σκηνοθέτης: « Έστιν ούν Τραγωδία»
Ηθοποιός: « Έστιν ούν Τραγωδία»

Σκηνοθέτης: « Μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας»
( Λέγοντας αυτά πλησιάζει την ηθοποιό από πίσω και
μιμείται τη σεξουαλική πράξη).

Ηθοποιός: « Μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας»
( Η ηθοποιός καθώς μιλάει, τεντώνει προς τα πίσω τα οπίσθιά
της για να μπορεί ο σκηνοθέτης να βρίσκει «στόχο».)

Σκηνοθέτης: « Χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις»
( Σιγά- σιγά αρχίζει να της βγάζει τα ρούχα, για να
απελευθερωθούν τα μόριά τους).

Ηθοποιός: «Χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις»
( Διευκολύνει κι αυτή στην αφαίρεση των ρούχων.)

Σκηνοθέτης: « Ηδυσμένω λόγω»
( Τώρα βουτάει τη γλώσσα του μέσα στο μπολ ζάχαρης
και με μια αποφασιστική κίνηση χώνει τη γλώσσα του
μέσα στο στόμα της ηθοποιού.)
Ηθοποιός: « Ηδυσμέ»
( Δεν μπορεί να μιλήσει με δυό γλώσσες το στόμα)

Σκηνοθέτης: «Δρώντων και ού δι’ απαγγελίας»
( Η γλώσσα του και τα χέρια του περιτρέχουν όλο το σώμα
της ηθοποιού).

Ηθοποιός: ( Με μισοσβησμένη φωνή).
«Δρώντων και ού δι’ απαγγελίας»

Σκηνοθέτης: (Με βίαιες παλινδρομικές κινήσεις)
« Δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων
παθημάτων καθάρσιν»( Ο σκηνοθέτης εξπερματώνει
μέσα στην ηθοποιό)

Ηθοποιός: ( Με ραγισμένη φωνή) «Κάθαρσιν»

ΤΕΛΟΣ

Μόσχος Λαγκουβάρδος

ΕΠΟΧΗ ΜΟΥ Σ’ ΑΓΑΠΩ

«Παρέρχεται γαρ το σχήμα του κόσμου
και η επιθυμία αυτού».

Πότε σε ποια άλλη εποχή ξανάγινε αυτό με τόση ένταση;
Οι άνθρωποι εξόριστοι στην ίδια τους την πατρίδα.
Πότε ήταν βαθύτερη η λύπη; Πότε τα δάκρια των πραγμάτων πιο αληθινά;
Η ματαιότητα του κόσμου δεν ήταν ποτέ τόσο ξεκάθαρη, τόσο ορατή. Τα τραγούδια
των ανθρώπων λυπημένα : ξυπνούν τη νοσταλγία στην ψυχή. Ο νόστος, το αιώνιο
ταξίδι της επιστροφής, ένας αγιάτρευτος καημός. Τίποτε να μην τελειώνει εδώ ή μάλλον όλα να τελειώνουν εντελώς άδοξα (ο θάνατος έχει το ψαχνό). Οι άνθρωποι
χωρίς ψυχή, μέσα σ΄ ένα το ίδιο άψυχο κόσμο, «νεφέλαι περιφερόμεναι, δένδρα φθινοπωρινά».

Πότε επαληθεύτηκαν οι ποιητές με τόση ενάργεια; Πότε το σκοτάδι ήταν βαθύτερο
κι η δίψα για το φως, για την ομορφιά του ουρανού πιο δυνατή;
Αχ, εποχή μου σ΄ αγαπώ!
Αχ, η μοναξιά, η ερημία των πόλεων, η καταστροφή της φύσης, η πίκρα χωρίς την αγάπη, το ξόδεμα της ζωής κυνηγώντας το ανέφικτο.η φιλοκτήμων εποχή.
Ω, Κύριε, «όλην την ημέραν η εντροπή κατεναντίον μου εστιν, και η αισχύνη του προσώπου μου εκάλυψέ με».
Κάθε μέρα που ξεμακραίνω από Σένα κλαίω πικρά, σαν τον Πέτρο τη νύχτα της
Προδοσίας. Πώς να κοιτάξω μέσα στα μάτια Σου; Η ψυχή μου θα πλημμύριζε από
αγαλλίαση, όπως όταν συναντάς ξαφνικά τον πατέρα σου στο δρόμο.
Ω, Κύριέ μου, Κύριε, χαρά και μύρο της ζωής μου!

Αν δεν είναι βέβαιη η συνάντηση προς τι αυτός ο καϋμός, αυτή η προσμονή, η ανυπομονησία, αυτό το φαρμάκι στην πίκρα μου, όταν αντί να Σε πλησιάσω, ξεμακραίνω ακόμα περισσότερο;

Ξέρω, πως όλα τα βάσανα έχουν αυτό μόνο το σκοπό: να απαλύνουν
τη λύπη για ό,τι θ’ αφήσουμε εδώ
και να μεγαλώσουν τη χαρά,
για ό,τι επιφυλάσσεται να μας αποκαλυφθεί.

Γιάννης Λειβαδάς

Αν έχω χάσει το μυαλό για κάτι πιο ένδοξο:

1.

Αν έχω χάσει το μυαλό για κάτι πιο ένδοξο:

η αλήθεια ακολουθεί τον ήλιο για να ξεχαστεί

μέσα στα εκατομμύρια των ειδών της,

πίσω απ’ αυτούς που τρέμουν ιριδίζοντες που λεν

ξερή ραγισμένη η ορμή των·

διαφεύγουν σώψυχα σαν ξιπασμένη βουρδουλιά.

Χάνω όχι οπωσδήποτε από νόημα

μα σαν παλιά παρατήρηση γλαφυρού ημεροδείκτη.

Αυτό που τώρα κάνω είναι

σβώλοι αξόδευτης συνείδησης και κάποιο άλλο

ρεύμα βεβαιότητας για των πραγμάτων την βεβαιότητα

που έχει αγνοηθεί μέσω βεβαιοτήτων

που πρωτοαντήχησαν συντρίμματα

απ’ τα οστά που

κάποιοι σαν παιχνίδια μεταχειρίστηκαν.

Είμαι στον βρόντο.

Δεν πρέπει να με εμπιστεύεσαι.

Είμαι από άλλο βιβλίο.

Κάθε ανέφικτο.

Ζω το αίμα άγρυπνων ρεαλισμών.

Σου λέω να έχεις όλες τις βάρδιες.

Επιμένεις στην συγχώρεση.

Δεν έχω τίποτα που να μην ξεματώνει.

Δεν σου χρειάζεται ποίηση.

2.

Από κοινού τίποτα

Ποίημα η τελευταία κενή εξέδρα

Γλώσσα ανέστια.

Παραμένει

Σαν όλα αυτά που σκέφτομαι.

Να αφαιρέσω όλα τα ρήματα.

Εμένα.

Όσα γράφω δεν είναι για αναγνώστη.

Για μάχαιρα.

Γιώργος Λυκοτραφίτης

AURORA AUSTRALIS

ως ρύσαιτο περί χροί μήδεα φωτός
ΟΜΗΡΟΣ, ζ 129

Τα φώτα του Μαουρίτσιο
Γυμνά μέσ’ στο σκοτάδι.

(Υπόγειες ρωμαικές στοές
Σήραγγες, αρτηρίες, κατακόμβες
Λεόντων βρυχηθμοί και πλήθους ιαχές
Στα μάτια του Μαουρίτσιο –
Ένα μαρτύριο, δηλαδή, νέου
Υπό κανονικοποίησιν οσίου)

– Θα μας ξεχάσουν, σύντροφε
Μα από τα δύο μάτια σου
Θα γεννηθεί μια Θάλασσα
Που όμοια της δεν υπάρχει !

Νίκη Μαραγκού

Η ΧΑΡΟΥΠΙΑ ΣΤΟ GOOGLE

Το δωμάτιο που είχε χωματένιο πάτωμα
ήταν το πιο ζεστό,
βοηθούσε τη θεία να το ραντίζει
και να το σκουπίζει.
Κάθε βράδυ
περιδιάβαζε το σπίτι και τον κήπο,
θυμόταν ακόμα και τις τρύπες από τα καρφιά στον τοίχο.
Έμπαινε σʼ όλα τα σπίτια στο Βασίλι,
μετρούσε τα βήματα μέχρι την Κανακαριά
τριγύριζε στα γύρω χωριά.
Όταν είδε στο Google Earth την χαρουπιά
όπου άφηνε το τράκτορ δωδεκάχρονος
και έτρεχε
πρώτα στo θάμνο με τα σκίνα
και μετά στη θάλασσα
για να μην κάψει τα πόδια του
έκλαψε πικρά.

Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος

Η μάνα απόψε

στο Θανάση Λιάπη

Πέφτει ο ήλιος
στον κερματοδέκτη του βουνού
το σούρουπο χιόνι στα έλατα
κι η μάνα με το μαύρο μαντίλι
να βλέπει απʼ τη φωτογραφία
ανύποπτη

Άναψε τα κεριά
το καινούριο καντήλι
άναψε το τσιγάρο
πήρε φωτιά η μνήμη

«Θα ʼχει πολύ φως η μάνα απόψε»
είπε

Λίλη Μιχαηλίδου

Hurlyburly download

Υδατόσημο

Τα χέρια του τύλιξαν το σώμα της

γλιστρώντας κάτω

μούδιασε το αγκάλιασμα

κι αποκρίθηκε στο έλεος της καταχνιάς

που οριοθετούσε η νύχτα

τότε ήταν

που το ρολόι χτύπησε παύση

προειδοποιώντας

ʽ έξω απʼ τους δείχτες ο χρόνος σας

έξω απʼ τους δείχτες…ʼ

κι ο ρους των ωρο λόγων τους

κατέρρευσε και πλάκωσε

τη λάμψη των άστρων

σαν κουρέλι

την ίδια στιγμή που τα σεντόνια

τύλιγαν σφιχτά τα πόδια, τη μέση

τα χέρια, το στήθος, το λαιμό

το πρόσωπό τους

η αγάπη σίγασε μες στο βαθούλωμα

τρεκλίζοντας

είχε ήδη περάσει στην αντίπερα όχθη

της γενέθλιας γης

Γιώργος Μίχος

ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΦΙΛΟΥΣ

Πιστεύουμε πως φιλοσοφούμε.
προβαίνουμε σε μικροαποκαλύψεις
για να στηριχτούμε στα βάθρα
μιας κάποιας ειλικρίνιας.
Μ΄επιμέλεια
καλυπτόμενοι πίσω από μικροψεύδη
στήνουμε πύργους χάρτινους με πρώτο το Εγώ
ενώ κλέβουμε μια δυο σκέψεις
μιλώντας θεωρητικά κι αφηρημένα
για τέρατα και σημεία
να βρούμε λύτρωση
απ’ την πληγή που καίει τη ζωή μας.

1975

Γιώργος Μοράρης

Κέρβερος

Κάθε κεφάλι του κέρβερου απειλεί με τρόμο το άλλο
και σχηματίζουν έναν τροχόν οι φλεγόμενες περιστροφές του.
Παγώνουν οι φλέβες κάτω στο κορμί του.
Νυχτώνει βαθιά μέχρι τον Πλούτωνα
τον κύριο του σκύλου που με τις υλακές του
μαστιγώνει να πέσει τη μισή σελήνη.
Αυτή σαν αιώρα στο άπειρο
μετεωρίζει το βλέμμα μας του διάττοντος άστρου.

Δημήτριος Μουζάκης
ΧΑΪΚΟΥ

Πολυτονικό
Πώς να στεριώσουν μύθοι
Δίχως πνεύματα;

Γιώργος Μύαρης

Εγκώμιον των «φαλακρών»

Αδελφοί εν Συντακτικώ αγαπητοί
ήσυχα κι οριστικά που
επιτρέψατε τον πλάγιο λόγο
στην τιμή σας
εισπνεύσατε δοτικές προσωπικές κτητικές
αποκρούσατε αυτές του ενεργούντος προσώπου

δεν έμαθα από σας τη ζωή
σαν γενική του ποιητικού αιτίου

Παναγιώτης Νικολαΐδης

Άτιτλο

Όσα το σώμα κράτησε
σφιχτά δεμάτια φως
βλέμματα που φτερούγισαν
ανάσες στο νερό
Όσα το σώμα κέρδισε
παράθυρα στο φως
ποδά κομμάτιν λασμαρίν
ποτζεί κομμάτιν δκυόσμος
Σώμα ουράνιο υφαντό
πλέκεις το χρόνο σου με φως
Σώμα βαθύ πορτοκαλί
βελόνι του θανάτου

Δώρον ασώματου θεού
στο μέτρο του ανθρώπου

Σωκράτης Ξένος

εικοσιτετράωρο φως

Χαμογελούσαν οι ώμοι σου

Κι αστράφτανε περπατηστό κατακαλόκαιρο ποτάμι
Για τι `ναι ο έρωτας μικρό μου

Παρά ουρά ημερονύκτιου άστρου
Που σ` ακουμπάει με ρυθμό αναβοσβήματος

Ενοχλώντας σε θαυμάσια
Κι έτσι λέω πια να σε μοιραίνομαι
Να τα `χεις κάμει πλακάκια με εικοσιτετράωρο φως
Κι ο αμετάβλητος στο μακριά

Να καίγομαι στα δίκαιά μου
Μεγάφωνος ν` αναχωρώ από τούτο το λιμάνι
Μια με κουπιά

Μια με άγρια φτερά
Στη σταύρωση ψηλά κι η έγνοια με το κιάλι

Κι αν βάρος αθεμελίωτο ο ουρανός
Να στηριχτεί γειώνεται στου δωματίου σου το σώμα
Πήδα

Πήδα ξιπόλητη απ` το παράθυρο σε μένα

Νίκος Παναγόπουλος

Το Καθρέφτισμα

από τον σκοτεινό υδροφόρο της ζωής ορίζοντα σιωπηλοί οι γλάροι ανοιγοκλείνουν τα φτερά τους

προσπάθησα να με τραβήξω έξω,πηγαίνει το καθρέφτισμα πιο μακριά ένα βήμα.

γιατί δεν έχει αν θα βρέξει όπως την πέτρα που κυλάει να πεις θα με φέρει πίσω αναπόφευκτα ένα

καθρέφτισμα άραγε ακόμα το χώμα είναι ξερό.

ταράζοντας των ενδημούντων την αρμονία λέξεων (Tlön, Uqbar, Orbis Terti) στον πιο μακριά

σκοτεινό υδροφόρο ορίζοντα της ζωής βρίσκονται τα άνθη του θέρους.

προηγείται του ονείρου κάποιες φορές το ποίημα κάποιες φορές τώρα σε ένα ποτήρι με νερό

απροσδόκητα μέσα μου βαραίνει το σύμπαν,τον πρώτο λόγο στην άβυσσο.

Έκτωρ Πανταζής

Κόρη Φωτικής

Εκεί που καίνε οι καρδιές με κόκκινο αίμα

φωτιά που ανάβουν οι ματιές με μαύρο βλέμμα
στις παροικιές της Φωτικής, παραμυθία
σα μάντισσα ξεγέννησες του έρωτα την προφητεία
Σφύριζαν στα στενά του βοριά τα φίδια
μπήκες στην καρδιά υγρομάτα επιτήδεια
στους κόρφους σου λαμπύριζαν χρυσά κίτρα
χυμένο του κορμιού το άγαλμα από αρχαία μήτρα
μηροί γυρτοί στην άβυσσο και στ ουρανού την τόλμη
άστραφτε η αγκαλιά απάτητο χιόνι
στόμα πυρρό που πλάστηκε για λάβα και ηδονή
άσπρο το δόντι λάβωνε και έκοφτε φιλί
ελευθέρωνε τη συστολή φτερούγισε της αγάπης πουλί

Τώρα που οι γοφοί σου έχουν βαρύνει

σου στέλνω ένα τραγούδι σιτεμένο

όμως κρατά από της νιότης σου τα μάτια

όλη τη μυστική και σκοτεινή πραμάτεια

Εκείνο το βλέμμα σου το λαγγεμένο

κρατά ακόμα τη μαύρη φλόγα;

Την έχει διευρύνει;

Γυρίζω του καιρού το ροδάνι

καβαλικεύω το Ροσινάντη

Δονκιχώτης για τη Δουλτσινέα

Κόρη της Φωτικης άλλοτε νέα

Πριν του Κωκυτού τα νερά ανεβούν τις όχθες

πριν οι θολές του ραντίδες τα μάτια θολώσουν

κρατώ της αίσθησης ανοιχτές τις πόρτες

λόγια που στο ξελόγιασμα φωνή θα δώσουν

Πίνω της λησμονιάς νερό και Σε θυμάμαι

Σωτήρης Παστάκας

Λαιμητόμος Μαμά

Εσύ γεννάς τις λέξεις.
Προσδιορίζεις τη φορά.
Την πορεία. Την κατεύθυνση.
Γραμματολογείς και συνθέτεις.

Σπάζουν οι συλλαβές
Καθώς απομακρύνομαι.
Μάνα της γλωσσοφαγιάς
Της σύνταξης μανούλα.

Γιωργής Σαρακηνός

«Η Κρίση της Ποιήσεως». Λιθογραφία Ανώνυμου.
Αρχές 21ου αιώνα. Συλλογή Mr W.W.W. Poiein. Αθήνα

η δύσμοιρη γυναίκα του Λοτ
(όλοι το ξέρουν στην αναθεμα-
¬τισμένη ιστοσελίδα σας)
πισωγύρισε
καθότι κουβαλούσε εντός της
σε μαρμαρυγή
την Πόλη του Φωτός και της Ποιήσεως
πεζοπόρος ελπίδων σε ψευδώνυμη εποχή

η γυναίκα η έρμη του Λοτ
(μετανάστις ήτο
μήτε νερό μήτε ψωμί μήτε χαρτιά να δείξει)
μάρμαρο γίνηκε σταυρού
μνήμα πνιγμένου κοριτσιού

η γυναίκα του Λοτ
(εκ της Οντέσσας πόρνη ή ποιήτρια;)
τότε μαρμάρωσε σαν είδε
του Θεού τον τεράστιο φαλλό
ρομφαία θανάτου
στο χάσμα πʼ άνοιξε
στη γη και κλει ανθούς
και πίκρες

η γυναίκα του Λοτ στα ξένα
γερνάει σφουγγαρίζοντας
τις τρελές αυταπάτες σας

Βαγγέλης Ψαραδάκης

ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ
(αντιγραφή)

Αυτός ο άσημος δικηγοράκος
που συνεχώς με γυροφέρνει,
πουλάκι από κλαδί στ’ άλλο κλαδί,
κελαηδώντας λόγια τρυφερά με μια ψιλή φωνή,
το χέρι μου φιλώντας με αβρότητα

Όπου βρεθεί κι όπου σταθεί, ο αναιδής,
ανακοινώνει το μοιραίο αίσθημά του!
Παντοτινός μου σκλάβος, διατείνεται,
χαρίζοντάς μου τα φρικτά του τα ποιήματα
με φλογερές, εγκάρδιες αφιερώσεις!

Όμως εσύ, κουρσεμένη καρδιά μου,
το ξέρεις. Δεν πρόκειται να ενδώσεις
στην εύκολη λεία, στα γλοιώδη λόγια,
στα ρηχά κι ανούσια αισθήματα.

Δεν νιώθει τίποτα για τον έρωτα
και την πυρά που σε φλογίζει,
μα επιμένει να φαντάζεται, ο γελοίος,
ποιος ξέρει τι ανόσια και βέβηλα!

Ο σύζυγός σου ίχνος δεν έχει πάρει μυρωδιά
Αυτός χα! Το λατρεμένο χρήμα να στοιβάζει
στα διπλοκλειδωμένα του σεντούκια, τυφλός
έχει τα μάτια ανοιχτά μονάχα για ν’ αρπάζει!

Εσύ, τον Άλλον σκέφτεσαι,
άγρυπνη σε κρατά,
σαν αλεπού στο δόκανο πιασμένη…

Έπειτα βλέπεις στον καθρέφτη κάθε μέρα,
τη λάμψη ο χρόνος να τινάζει στον αέρα
κι αυτή να αιωρείται και να πέφτει
δήθεν ανάλαφρα στο φέγγος της νυχτός.

Χλωμός και ξεφτισμένος ο ουρανός
της ομορφιάς σου, αναγκασμένη καθώς είσαι
ανόητες προφάσεις να εφευρίσκεις,
ισχνές δικαιολογίες και μισόλογα

Σωρεύονται τα ψεύδη στη ζωή σου,
το ένα πάνω στ’ άλλο αδιάκοπα
μην καταλάβει τίποτα ο σύζυγος
κι ο αχαμνός, νομομαθής, Ερωτιδέας!