Πριν ξεκινήσω σημειώνω πως με ό,τι γράφω εκφράζω μόνο τον εαυτό μου, δεν ανήκω σε καμία από τις ποιητικές ομάδες ή συμμορίες που γνωρίζει η χώρα, και δεν υπερασπίζομαι την ποίηση με κατάπτυστες θεωρήσεις που υποστηρίζουν την άνανδρη διαφυγή ή την απαλλαγή από το Δημιουργημένο της ποίησης. Η ποίηση είναι έλλειψη και αυτό το αβάσταχτο infernικό της εκτόπισμα την καθορίζει. Κι αυτός που εκτοπίζεται είναι ποιητής, όχι αυτός που μετρά το εκτόπισμα με εξισώσεις. Σε έναν κόσμο που η «υπολογιστική» κατέλειξε είναι η μεγαλύτερη των αξιών πολλοί από τους εξυπνότερους θα τρέξουν να αναλάβουν τα πόστα των υπολογισμών. Χάρισμά τους. Μπορώ να κουράσω λίγο ακόμη τον εαυτό μου και να θυμίσω: Η ποίηση είναι αποκάλυψη Άγνοιας, ο τρόπος με τον οποίο Δεν Γνωρίζεις. Μα υπάρχουν και τα γνήσια θηλαστικά που τυρβάζουν αλλέως. Και εξηγούμαι:
Έλαβα ταχυδρομικά το πρώτο τεύχος μίας νέας (πόσες ακόμη Αρχίλοχε…) ποιητικής επιθεώρησης με τίτλο «Ποιητική». Εδώ κι εκεί κάποιος είχε τοποθετήσει κίτρινους stickers, σαν σελιδοδείκτες, που έδιδαν μάλλον ορισμένη έμφαση προς το κείμενο που υπήρχε στην κάθε σελίδα. Διάβασα το τεύχος από την αρχή ως το τέλος και από το τέλος ως την αρχή. Κάποιοι πιστεύουν πως υπάρχουν απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει η ποίηση, τις κατέχουν και τις δημοσιοποιούν με το σταγονόμετρο ώστε ο διαφωτισμός να προκύψει με μία ήπια προοδευτική ενημέρωση. Α-ΜΠΕ-ΜΠΑ-ΜΠΛΟΜ…
Ο φάκελος δεν είχε όνομα αποστολέα (έχω συνηθίσει πλέον στις δημιουργικές ανταποκρίσεις από ανωνύμους) μα αναγραφόταν η διεύθυνση της έδρας των εκδόσεων που έχουν αναλάβει το εγχείρημα. Επέστρεψα το αντίτυπο ταχυδρομικά και με αφιέρωση. Η επιστροφή της Ποιητικής.
Ευχαριστώ δημόσια αυτόν που μου έστειλε το έντυπο θεωρώντας πως πρόκειται για ευγενική πράξη, και προσπάθησε, μάταια, να με κατατοπίσει, μα δεν πρόκειται να χάσω τον χρόνο μου ασκώντας κριτική στα πέπλα (τα έργα) των ιεροεξεταστών και στους υποτακτικούς τους. Το «The world is not enough» ας το μοιραστούν με τον Τζέημς Μποντ. Ό, τι είχα να δηλώσω για την ποίηση βρίσκεται στο κείμενό μου «Για την Ποίηση και την Κατάσταση» που υπάρχει και σε παλαιότερη σελίδα του Ποιείν. Ας το κοιτάξουν. Αν πάλι είναι βαριά η καλογερική τούς συνιστώ να διαβάσουν το «Άπτερος Νίκη-Μπίζνες-Σφιγξ» (Ηριδανός 2008).
Η πρεμούρα της δημιουργίας μιας δήθεν ουδέτερης ποιητικής ζώνης(;) με αφήνει αδιάφορο. Τόση προμελέτη και μηδενική διασαύλεση. Φιλολογία από περιφερόμενους προς περιφερόμενους. Ναι, ξέρω, τους καταλαβαίνω, είναι που έχει χαθεί το κέντρο, το δικό τους. Μα πώς να το αναζητήσουν αν δεν έρθουν σε επαφή με τον αρχέτυπο χαρακτήρα του Λόγου.
Αυτόν τον κύκλο (τι ομάς!) τον αντιμετωπίζω σαν φιλολογικό κόμμα. Δεν μʼ ενδιαφέρουν όμως ούτε η φιλολογία ούτε τα κόμματα και δεν γνωρίζω από συνωμοσίες ούτε από διπλωματία. Εξάλλου δεν έχουν κάνει τίποτε άλλο από το να δημιουργήσουν ένα κλειστό κύκλωμα αλληλο-υποστήριξης ώστε να προκαλούν «αίσθηση». Φαιδρός αγώνας για την πρωτοκαθεδρία, κι επειδή ο Καραμανλής ή ο Μπους δικαιώνονται από μια πλειοψηφία, πιστεύουν πως και οι ίδιοι βρίσκονται στις επάλξεις ένεκα των μεταξύ τους αλλεπάλληλων σχολιασμών, της ακαδημαϊκής άνοιας και των ποιητικών συγκινήσεων που προκαλεί η θέα των ονομάτων τους όταν φιγουράρουν στις βιτρίνες σαν ακριβά ιταλικά παπούτσια.
Ένας επιστήθιος φίλος (Τάκη σε χαιρετώ!) λέει το εξής χαριτωμένο: «ο πατέρας μάς στέλνει στο αμπέλι κι εμείς τραβάμε στην ταβέρνα», τους το αφιερώνω (κι εγώ κι ο Τάκης). Είναι ό,τι καλύτερο μπορούμε να κάνουμε γιʼ αυτούς. Υou know what I mean my dear κήνσορες.
Απρόσμενη παρένθεση: Το ποίημα είναι πεδίο περιπέτειας, δράσης. Δεν είναι η αξιολόγηση μεμονωμένων στίχων που οδηγούνται σε μία αμετάκλητη έκβαση. Λες και υπάρχει τέτοια έκβαση…
Πρέπει να είσαι ικανός να δράσεις, αυτό σε καθιστά ποιητή.
Πιστεύω πως τουλάχιστον μπορείτε να νιώσετε την διαφορά που έχει ένας αριστούχος διπλωματούχος του πιάνου που γίνεται δάσκαλος μουσικής σε ωδείο με εκείνον που γίνεται πραγματικός βιρτουόζος και γράφει τη δική του μουσική. Μόνο ο δεύτερος είναι Mουσικός. My dear babes you know what I mean…
Δεν σημαίνει τίποτε η αποτύπωση της θέασης του «ποιητικού ορίζοντα» (λες και υπάρχει άμβωνας ή μπαλκόνι με ποιητική θέα) αν δεν ανοίξεις ο ίδιος, προς αυτόν, το βήμα. Πρέπει να είσαι ποιητής και να γράψεις το ποίημα σε μη-τόπο και μη-χρόνο.
Τέτοιοι δεν υπάρχουν ούτε μέσα ούτε γύρω από την «Ποιητική», και θα προτιμούσα μάλιστα να ονομαζόταν «Μαγειρική». Κατʼ αυτόν τον τρόπο θα κέρδιζε επιπλέον υπεράσπιση. Α-ΜΠΕ-ΜΠΑ-ΜΠΛΟΜ λοιπόν.
Δείχνω προτίμηση στο να σημειώσω λίγες αράδες για έναν παλιό γάλλο ποιητή του οποίου το έργο είναι τουλάχιστον ενδιαφέρον.
Έχω ξανά δηλώσει πως δεν είμαι ο καλύτερος φίλος των Υπερρεαλιστών, κι εννοώ τους μείζονες Γάλλους ποιητές που ανήκαν σʼ αυτό το καθοριστικά επιδραστικό κίνημα που διείσδυσε σχεδόν σε κάθε μορφή τέχνης. Παρόλα αυτά είμαι υποχρεωμένος να επισημάνω την παρουσία ορισμένων πολύ δυναμικών ποιητών, όπως ο Antonin Artaud (από τους κορυφαίους στην ιστορία της ποίησης, που δεν ήταν τόσο υπερρεαλιστής όσο ένα κίνημα από μόνος του) ο Robert Desnos, ο Philippe Soupault και ο Benjamin Péret.
Ένας μεγάλος τόμος με ποιήματα του τελευταίου κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Απαγορεύεται Η Αφισσοκόλλησις» από τις εκδόσεις Ύψιλον. Την μετάφραση έκανε ο Σωτήρης Λιόντος, ίσως ο μόνος σύγχρονος ποιητής που είναι υγιής συνεχιστής του Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, και ο Νίκος Σταμπάκης που ειδικεύεται στην υπερρεαλιστική λογοτεχνία και πρόσφατα κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ ένα ογκώδες πόνημά του με θέμα τον Υπερρεαλισμό στην χώρα μας. (Πολύ σημαντική και μοναδική εργασία μα σκιασμένη από μια δυο αστοχίες και την απουσία του Αριστοτέλη Νικολαΐδη από την λίστα των ποιητών.)
Μιλάμε για μία μετάφραση εξαιρετική. Μία μετάφραση που θα μείνει. Και οι δυο τους έκαναν καταπληκτική δουλειά. Αυτή η μετάφραση ποιημάτων του Benjamin Péret έπρεπε να βρισκόταν εδώ και δεκαετίες στα ελληνικά βιβλιοπωλεία.
Με αυτή την αφορμή θα ήθελα σημειώσω πως ακόμη κι αν κάποιος θεωρεί, ορθώς, πως δεν υπάρχει λόγος να επανέλθουν ερωτήματα για την φύση της Υπερρεαλιστικής γραφής και βρίσκει πως η δημιουργία μίας νέας Υπερρεαλιστικής Ομάδας, παρότι κόσμια και δημιουργική, δεν προσφέρει τίποτε νέο στα λογοτεχνικά πράγματα (ξανά ορθώς), οφείλει να είναι καλός γνώστης της γραφής και των δρώμενων των πραγματικών Υπερρεαλιστών.
Το εξωλογικό όραμα είναι πρωτεύον στοιχείο για την ποίηση, καθώς και η ανάγκη για μία εποπτικότερη θέαση του κόσμου. Και τα δύο αυτά στοιχεία βεβαίως δεν είναι υποχρεωτικό να εκφράζονται αυστηρά κατά το λεγόμενο «σουρεαλίζειν», το οποίο τα έχει τινάξει από καιρό. Η γραφή δεν καθηλώνεται σε τρόπους και σε αναλογίες, παρόλα αυτά το παραλογικό ή το ονειρικό στοιχείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί πετυχημένα ως μέσο διευθέτησης εκφραστικών υπαινιγμών, ή ακόμα να λειτουργήσει σαν υποστύλωμα ύφους, αν αυτό χρειαστεί(;), θα πρέπει όμως να αναζητηθεί ένας καινούργιος τρόπος, όχι παλιός. Η υπέρβαση των ποιητικών στερεοτύπων και των γλωσσικών περιορισμών είναι το μεγάλο παιχνίδι της γραφής. Κι αυτό το παιχνίδι δεν είναι «κατʼ Αρχήν» Υπερρεαλιστικό, είναι Ποιητικό.
Μέσα σε αυτό το, ας το πούμε, ανοιχτό δημιουργικό πλαίσιο, η ανάγκη της μελέτης ποιητικών έργων σαν αυτό του Benjamin Péret από τους νεότερους, είναι προφανής. Το έργο του είναι σημαντικό, όχι επειδή είναι υπερρεαλιστικό, μα γιατί απλά είναι σημαντικό:
«Να τρέχω απάνω σε καθρέφτη σαν τυφλός
και να τραγουδάω μες στων θεών τʼ αυτί
ιδού οι σημερινοί μου πόθοι
Μα ο άνεμος θα ʽχει κυνηγήσει τα όντα από το φυσικό τους στοιχείο
προτού περάσω στη σπαρμένη ετοιμοθάνατους λεωφόρο
που μιʼ αρμυρή πνοή θα έκανε να ξαναγεννηθούν
και μια κραυγή παγωνιού θα έκανε να πεθάνουν
Εάν περνούσα θα έμεναν αιωνίως ετοιμοθάνατοι
να γιατί πρέπει να παρελάσω εμπρός τους
μαζί με τη σκιά μου
Ειδάλλως ο καλύτερος εαυτός μου
δεν θα ʽναι πια παρά η ασύλληπτη ανάσα
ενός ζώου πʼ ονειρεύτηκα στη νιότη μου» (1924)
Κάθε συνετός αναγνώστης και κάθε πραγματικός ποιητής νιώθει εδώ την ποίηση. Και αυτό σημαίνει πως παρακάμπτει την κατάντια στην οποία έχουν οδηγήσει οι στείροι και οι ατάλαντοι, νέοι και παλαιότεροι γραφιάδες, που θεωρούν πως αντιπροσωπεύουν το ποιητικό δυναμικό αυτής της χώρας. Έχουν σύρει τη γραφή στον βάλτο της φτηνής ματαιοδοξίας, της δοκιμιακής επικράτειας, και έχουν καταστήσει τους αναγνώστες παπαγάλους του αντισηπτικού περιεχομένου και της φαιδρότητας. You know what I mean my dear… … (εδώ ας συμπληρώσει ό,τι θέλει ο Τάκης).
Μετς 2/10/2008











Ω Ποίηση
Κόρη
της εύπεπτης (;) Κατανάλωσης
σε ονοματίσαν
Όμως εσύ ξέρεις!
Άλλους θηλάζεις
στα μυρωδάτα στήθια σου
αλίμονο, τους πιο πολλούς
στις τρυφερές παλάμες σου
χωρίς οίκτο συντρίβεις
Κ.Λειβαδά,
εξαίρετο κείμενο
και γνήσια ποίηση.
Με Εκτίμηση
_Σκοτεινή Πριγκήπισσα_
“Επέστρεψα το αντίτυπο ταχυδρομικά και με αφιέρωση. Η επιστροφή της Ποιητικής.”
The Return to Χαλκέντερον Sender.
κ. Λειβαδά ,μού άρεσε ιδιαίτερα το κειμενό σας και οι θέσεις σας όπως διατυπώνονται στο “Για τήν Ποίηση και τήν Κατάσταση” ,πού διάβασα μόλις τώρα.
πράγματι όπως λέτε “Η Ποίηση χωρά στό όχημα του μη -Σχήματος ” ……..
οι Απόψεις σας ,αποτελούν έναυσμα για προβληματισμό και δημιουργική αναζήτηση έχουν και κέντρο και στόχο.
Μπράβο και στο “Ποιείν” πού προσφέρει στέγη.
Για τον ποιητή που αρέσκεται να γυαλίζει την υπογραφή του…
.
Φωτογραφίες στην οθόνη του μυαλού σου
και η ζωή σου τρέχει,
χύνεται σαν το νερό ανάμεσα απ’τα δάχτυλά σου.
.
Θέλεις να ζήσεις…
.
Μετράς την εικόνα σου
στα μάτια των άλλων και παλεύεις
να την κρατήσεις ωραία,
με φόβο μην τη χάσεις…
Και είναι η λαχτάρα σου,
να βγεις απ’το πλήθος, να ξεχωρίσεις
σαν ένα καπέλο κάτασπρο
μέσα σε καπέλα μαύρα.
Παλεύεις σαν τον ήρωα στο θέατρο…
Να μπεις σε κίνηση,
σαν τα γρανάζια μιας μηχανής.
.
Θέλεις να ζήσεις…
____________________
κ. Λειβαδά, αν και είστε επιεικής, το κείμενο είναι εξαιρετικό.
Με εκτίμηση
Μανώλης Μεσσήνης
Είμαι αναγνώστρια του ποιείν που δεν γράφω, δεν δημοσιεύω, απλά διαβάζω.
Ένα απόσπασμα από την επιφυλλίδα του Αρανίτση της Κυριακής περιγράφει τη στυφή γεύση που μου αφήνουν παρόμοιες αναγνώσεις:
“Κάθε πέντε ώρες εξαφανίζεται απ’ τον πλανήτη ένα σπάνιο ζωικό είδος, μωρά γεννιούνται με το DNA τους σχεδιασμένο κατά παραγγελίαν, διαστημόπλοια φωτογραφίζουν τους δορυφόρους του Κρόνου, το ηλεκτρόνιο στο τούνελ του CERN επιταχύνεται πλησιάζοντας το κρίσιμο όριο, κι εμείς εδώ επιμένουμε να ρωτάμε ο ένας τον άλλο αν ενημερώθηκε για την απέχθεια που νιώθει ο τάδε για τον δείνα, αποτυπωμένη σε κάποια φιλολογική στήλη από κείνες που ευημερούν χάρη σε μια τέτοια ακριβώς έλλειψη συναδελφικής λεπτότητας.”
Διαβάζω λογοτεχνικά περιοδικά και κανένα δεν είναι 100% τέλειο. Διαλέγουμε και παίρνουμε εμείς οι φτωχοί αναγνώστες – και προσωπικά βαριέμαι αφόρητα όταν (στο ‘ποιείν’ κι αλλού) βγαίνουν τα χατζάρια των μεν, τον δε και των παραάλλων. Αλλά μόνο και μόνο για τις μεταφράσεις του Poe διά χειρός Μπλάνα και για 2-3 ακόμα δημοσιεύσεις, θεωρώ ότι άξιζε πολλά το πρώτο τεύχος της Ποιητικής και το απόλαυσα δεόντως. Επίσης δεν κατάλαβα αν ο κύριος Λειβαδάς (και συγγνώμη αν δεν κατέχω τα παρασκήνια και τα προσκήνια που σαφώς υπονοεί,όπως είπα απλά στηρίζω το σύστημα καταναλώνοντας, δεν είμαι τμήμα του) ενοχλήθηκε από το περιεχόμενο αυτό καθαυτό ή τα πρόσωπα που συμμετέχουν – μάλλον το δεύτερο καταλαβαίνω από τα επιχειρήματά του. Μα αυτό γίνεται σε όλα τα περιοδικά – μήπως και το ‘ποιείν’ σιγά σιγά (στα αναγνωστικά μου μάτια) δεν γίνεται στέκι των αυτών κι αυτών που κάποτε μας ευχαριστούν διαβάζοντάς τους και κάποτε μας απογοητεύουν; Αλλά επειδή απογοητεύουν ή επειδή το ποιείν είναι “κλειστό” σε εκείνους που αντιπαθεί, είναι αυτός λόγος να το επιστρέψουμε στον αποστολέα; Απλά πάμε παρακάτω κι επιλέγουμε αυτό που μας αρέσει, αυτό που μας προχωράει σαν αναγνώστες. Σαν απλή αναγνώστρια (μια και βλέπω ότι οι περισσότεροι που σχολιάζουν εδώ γράφουν κιόλας) να σας θυμίσω ότι οι αναγνώστες επιλέγουμε με βάση την αναγνωστική παιδεία και κρίση μας (του καθενός) και όχι με την απέχθεια που αναφέρει ο Αρανίτσης.
Λέει παρακάτω ο Αρανίτσης:
“Ομολογουμένως, η συντεχνιακή κοινότητα, παρά το εκθειαζόμενο άνοιγμα στη διαφάνεια του Ιντερνετ, εξακολουθεί να είναι εκείνη η παλιά εσωστρεφής γειτονιά, με τους μειλίχιους επαγγελματίες και τους καχύποπτους οικογενειάρχες, με τους προσηνείς και τους πικρόχολους, με τους φιλόξενους και τους εριστικούς, με τους συμβιβασμένους και τις χολερικές κουτσομπόλες, για να μην πούμε και για τους φωνακλάδες μέθυσους, όπως παλαιότερα ο υποφαινόμενος, ή τους καταπιεσμένους σεξομανείς ή τους υπερόπτες, τους στριμμένους, τους διπλωμάτες και τους φιλάργυρους.”
Κι αν μου επιτραπεί να μιλήσω εκ μέρους των αναγνωστών: Δεν δίνουμε δεκάρα τι νομίζετε ο ένας για τον άλλο, τα έργα σας μόνο κρίνουμε και είμαστε ο πιο αμείλικτος κριτής μετά το χρόνο.
Aγαπητή Ανώνυμη, γίνε αλλώνυμη και μετά επώνυμη. Διάβαζε Λειβαδά, Ξένο και Μπλάνα. Μπες στο νοήμα.
φιλε Γιαννη, θα΄χε γουστο αν καθε
καθε φορα
το φιναλε να γινοταν
opening night
LE GUSTA ESRE JARDIN?
QUE ES SUYO?
EVITE QUE SUS HIJOS LO DESTRUYAN!
LE GUSTA ESTE JARDIN?
QUE ES SUYO?
EVITE QUE SUS HIJOS LOS DESTRUYAN!
H ορθογραφια ποτε δεν ηταν το φορτε μου
με το συμπαθειο,συνοδοιποροι
Ποιητή Γιάννη Λειβαδά
Καλησπέρα
Σας έστειλα κάποια βιβλία στα πλαίσια συγκέντρωσης υλικού για κάποια ανθολογία που ετοιμάζεις αλλά ξέχασα να σημειώσω διεύθυνση επικοινωνίας. Μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί μου ηλεκτρονικά στο ξλεκτρονικό ταχυδρομείο
vakisloizides@cytnaet.com.cy