
Η ποίηση είναι προνόμιο. Η γλώσσα φιλοξενεί τον ποιητή. Ο ποιητής οφείλει την αποθέωση. Την εκπαρθένευση δηλαδή κάθε πρόσφατης τεκμηρίωσης. Και αυτό γιατί ο ποιητικός λόγος βρίσκεται πάντοτε λίγο, ή πολύ, πιο μπροστά από την πιο πρόσφατη ερμηνεία του.
Για να μιλήσουμε για την σύγχρονη ποίηση και την κατάσταση στην Ελλάδα, κρίνεται αναγκαίο να επανέλθουμε, όσο βαρετό κι αν είναι, στα απολύτως βασικά ζητήματα που μας έχουν κουράσει τα αυτιά και τα μάτια. Και αυτό γιατί μέσα στην κεκτημένη ταχύτητα του ανθρώπου να βγει μπροστά, αποδείχθηκε πως δεν βαστά η μνήμη του και πως δεν μαθήτευσε επαρκώς στα σημεία και τα τέρατα της γραφής.
Μπορούμε λοιπόν να αναφερθούμε σε ορισμένα γνωρίσματα, καταθέτοντας μία ακόμη άποψη για την ποίηση και την κατάσταση, δίχως ουδεμία πρόθεση να εξοστρακιστεί κανείς, ή να λοιδορήσω το έργο οποιουδήποτε, όπως ατυχώς θεωρήθηκε από μία μικρή, γνωστή ομάδα ποιητών με την δημοσιοποίηση παρόμοιων προηγούμενων κειμένων μου. Η ορμή των σχολιασμών είναι φυσική και δεν στοχεύει σε τραυματισμούς, εξάλλου ένα κείμενο που θα γραφόταν με τέτοια πρόθεση δεν θα ήταν σε τίποτε χρήσιμο.
Πολλά λέγονται και γράφονται για το επίπεδο της ποίησης των ημερών μας, και όλοι οι σχολιαστές δεν εδράζουν τις παρατηρήσεις τους παρά στο πλατό των ορισμών και των διασαφηνίσεων που όλοι συμφωνούμε πως αποδεχόμαστε ως «Αξία». Παρόλα αυτά δεν κρίνουμε και δεν αντιμετωπίζουμε παρόμοια την ποίηση που γράφεται σήμερα.
Αδιαφορώντας για τα λεγόμενα εκείνων που κάνουν φιλολογικό τουρισμό, απομένουμε με ένα πολύ μικρό σύνολο δημιουργικών σχολιαστών. Έστω μέσα σε αυτό το περιορισμένο πλαίσιο λοιπόν, κυκλοφορούν διαφορετικές απόψεις για την σύγχρονη ποιητική γραφή. Και υπάρχουν βέβαια και άλλες που δεν έχουν ικανοποιητικά δημοσιοποιηθεί. Μία απΆ αυτές θα προσπαθήσω, παρότι δεν έλκομαι διόλου από τη δοκιμιακή γραφή, να εκθέσω στο παρακάτω κείμενο, χρησιμοποιώντας και ορισμένα αποσπάσματα από δύο μικρά δοκίμια που συμπεριλαμβάνονται στο επίμετρο της τελευταίας μου ποιητικής συλλογής*.
Το φαινόμενο της «κοινής» γλώσσας ή της απουσίας συγκεκριμένων πρωτοβουλιών ανάμεσα στους ποιητές μίας γενιάς, μίας εποχής ή μίας συγκεντρωτικής αξιολόγησης, πώς μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς; Όταν οι ποιητές έχουν εν πολλοίς καταθέσει το ιδίωμα μίας λαβωματιάς από το αγκάθι του ρόδου που έκοψαν, δεν σημαίνει επουδενί πως έχουν δημιουργήσει δική τους ποιητική γλώσσα, πως έγραψαν δηλαδή καινούργια ποίηση. Κι αυτό διότι απλώς επανήλθαν σε προηγούμενες ποιητικές επινοήσεις, ανακυκλώνοντας κάθε περιούσια, ή μη, τυπολατρία. Το πρόβλημα σήμερα εντοπίζεται στο γεγονός πως δεν παράγεται προσωπικό ιδίωμα. Μία γλώσσα δηλαδή μέσα στην οποία ο ποιητής ποντάρει στο ακατόρθωτο. Και ο λόγος φαίνεται να μην είναι άλλος απΆ αυτόν: οι ποιητές απλούστατα ποθούν να ξεχάσουν τον εαυτό τους γράφοντας. Πιστεύουν πως η υπογραφή του ποιητή θα πάψει εκείνη την συνθήκη που τους επιβάλλει μυστικά την αίσθηση του μετέωρου, του ασαφούς, της όποιας οδύνης εμποδίζει τον «έτοιμο» άνθρωπο να γευθεί την «άλλη ζωή».
Και επΆ αυτού ο ρόλος του ιδεολογικού και του εθνικού βάρους είναι καίριος. Πολύ απλά, ο ποιητής δεν μπορεί παρά να διαθέτει μία και μόνη ιδεολογία, την Προσωπική Γλώσσα, και δεν μπορεί παρά να υποστεί την επικράτεια μίας παγκοσμιότητας, τίποτε πιο μικρό ή περιορισμένο. Στην ποίηση η μέγιστη εγγύτητα κατακτάται με το πιο ατέρμονο βλέμμα. Αν δεν πατηθούν όλα τα πλήκτρα δεν υφίσταται ποίηση.
Η σχέση των ποιητών με την Παράδοση, για την οποία έχει γίνει αρκετές φορές λόγος, είναι μάλλον ανύπαρκτη. Προφανώς υπάρχει σοβαρή σύγχυση ανάμεσα στην διακειμενικότητα και την παράδοση. Στην Παράδοση ανήκει όποιος της παραδίδει, όχι εκείνος που παραλαμβάνει απΆ αυτήν. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο η ποιητική γραφή ξεπερνά κάθε πολιτισμική, πολιτική, αισθητική, ψυχολογική ή άλλη σύμβαση, ώστε να καταφέρνει να αποτελεί Παράδοση. Η ποίηση, αν θεωρήσουμε πως δρα με κάποιον τρόπο, δεν κάνει άλλο από το να υφίσταται ως Παράδοση μέσα στην ιδέα που χρησιμοποιεί η ίδια για να εδράζει ως Υπερ-αντικείμενο τον εαυτό της. Απόλυτη έκφραση της ποίησης είναι ο ίδιος ο ποιητής.
Διαβάζοντας κανείς έργα νεότερων ποιητών ή και φύλλα δοκιμιακού χαρακτήρα που δημοσιεύουν, διακρίνει το εξής φαινόμενο: η ποίηση αντιμετωπίζεται σαν «λογική επίγνωση» παρά σαν επισυμβαίνον, που είναι. Η ποίηση όμως είναι πριν και πάνω απΆ όλα μια ειδική σχέση με τη ζωή, με τα πράγματα, είναι μία κατάσταση απόλυτης έκθεσης στο ¶λλο. Καθαρή μεταφυσική. Ο ποιητής είναι το σχήμα, ο χώρος της αποδοχής του ¶λλου, μέσα στο οποίο εντοπίζεται και υποκινείται το σώμα και ο νους του ποιητή. Στην πραγματικότητα δηλαδή, ο ποιητής όταν γράφει αποτυγχάνει, δεν πετυχαίνει, και δεν απομακρύνεται αλλά επιστρέφει. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται μία πρώτη απόδειξη τέχνης ή αποδεικνύεται η απουσία της. Αν η αποτυχία του ποιητή καθώς και η επιστροφή του κρίνονται με βάση κάποια στατική επίγνωση, τότε μάλλον δεν παράγεται ποίηση. Εξάλλου κάθε στατική επίγνωση, ως τέκνο της συνείδησης, η οποία είναι μία εκ γενετής ψευδαίσθηση, διαθέτει πολύ μικρό σχήμα για να χωρέσει την τέχνη. Η ποίηση χωρά μόνον στο όχημα του Μη-Σχήματος. Αν η γραφή είναι τροχός (που πράγματι μοιάζει να είναι), δεν παύει ποτέ να περιστρέφεται. Το πιθανό bonus δηλαδή της επιτυχίας όταν η ακίδα σταματήσει τον τροχό στο «Τα παίρνεις όλα» υφίσταται μόνον στην αρρωστημένη φαντασία ορισμένων.
Κατά βάθος πρόκειται για τον ανείπωτο πόθο της κοινωνίας να σπάσει τα δεσμά της προσπαθώντας να γίνει μία κοινωνία «ποιητών» και όχι μία κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων. Προφανώς διαφεύγει το γεγονός πως ο ποιητής δεν γνωρίζει ούτε την σκλαβιά μα ούτε και την ελευθερία, και πως ο ποιητής είναι το αντίθετο αυτού που ονομάζουμε «κοινωνία». Καμώνονται λοιπόν ορισμένοι πως ποιητές μας είναι οι διαφημιστές των τραυματισμένων πόθων μας. Φευ! Ο ποιητής είναι πάνω απΆ όλα μια στάση ζωής, μια φυσικότητα που διαρκώς αναδεικνύει δίχως να αναδεικνύεται.
Αυτό που πολλοί θεωρούν ποίηση είναι μία άκαμπτη διακόσμηση, δεν συμμετέχει στον ρου της ζωής, δεν αντανακλά στη μνήμη. Δεν είναι λοιπόν ποίηση. Η Ποίηση ανήκει αποκλειστικά στο γίγνεσθαι, όχι στο είναι. Ο ποιητής είναι μία άσωτη διαταραχή ανάμεσα στο ατομικό και το κοσμικό στοιχείο - κι αυτήν τη διαταραχή όντας νομοτελειακά πυρσός της εποχής, πρέπει πάση θυσία να μετακενώσει ζώντας και γράφοντας. Μόνο τότε η δουλειά του ποιητή θα ΅χει πετύχει.
Η Μούσα δεμένη στον βράχο του Προμηθέα. Μιλώ σαφέστατα για την πιο σκοτεινή σκληρότητα που μπορεί να χωνέψει η ανθρώπινη συνείδηση. Ο ποιητής αναμετράται με μια δρακόντεια απαίτηση: εκείνη της γλώσσας της ζωντανής που μιλά με τη σοφία της συγχρονικότητας και της αλλοίωσης. Ποίηση είναι εκείνη που στοιχειώνει τον θάνατο, περιφρονεί την ελπίδα και ζει με το αιώνιο βάσανο. Ακόμη κι αν πρόκειται για το minimum της είδησης ενός Νέου Όντος, μΆ αυτό το ασύμφορο θα καταγίνεται υποχρεωμένο το μέλλον.
Η ποίηση δεν αποτελεί μέρος του διακόσμου του ανθρώπινου σύμπαντος, ούτε και είναι η ιέρεια της εξιλέωσης των πληγών του. Είναι η έσχατη προσομοίωση της καταστροφής και της δημιουργίας του. Βασικό εμπόδιο λοιπόν για την επίτευξη αυτής της προσομοίωσης είναι η ατολμία. Και εννοούμε την ατολμία του πνεύματος να συντελέσει στο ξεπέρασμα της διατύπωσης ώστε το ποίημα να είναι ποίηση και όχι αισθητική τακτοποίηση μίας διακήρυξης, να είναι Τέχνη. Γιατί μία απλή «διακήρυξη ελευθερίας» του ποιητή, δεν αποτελεί απόδειξη τόλμης ή γνώσης. Απαιτείται δημιουργική υλοποίηση. Η υλοποίηση αυτή είναι η διαφορά, η οποία όμως υφίσταται μόνο ως υπεροχή και όχι ως υποχώρηση (σύμβαση), όπως διατείνονται έμμεσα ορισμένοι, και ευλογούν οι διακεκριμένοι «πατέρες» της γραφής.
Εκεί λοιπόν που κάποιοι αναγνωρίζουν τον ερχομό μίας νέας ποιητικής γενιάς με αναθεωρημένη προβληματική, υπάρχουν και άλλοι που δεν διακρίνουν παρά καρικατούρες που περιφέρονται με κάποιο «χρίσμα» ικανοποιώντας την ανούσια ματαιοδοξία τους. Βλέπουν τα αποτελέσματα των διατυπώσεων εκείνων που τόσο άστοχα έβαλαν μεγάλο σημάδι στη «γενιά του ΅30(;)», άφησαν ένα τεράστιο κενό ανάμεσα, και ξανασημάδεψαν εντελώς αυθαίρετα στη «γενιά του ΅80(;)», η οποία έφερε με τη σειρά της στον κόσμο μία φουρνιά νεότερων ποιητών που λογοπαικτούν με το απόκομμα της πρόωρης συνταξιοδότησής τους. Η «νέα γενιά ποιητών» πιστεύω πως δεν είναι υποχρεωτικά αυτή που παρουσιάζεται ως τέτοια. Υπάρχουν σοβαροί ποιητές που δεν έχουν αναγνωριστεί ούτε και εκτιμηθεί επίσημα, βρίσκονται κάπου πιο απόμερα. Εκεί που οι μηχανισμοί τεχνητού φωτός των κριτικών και των ακαδημαϊκών δεν καταφέρνουν να λάμψουν. Ποτέ άλλωστε δεν το κατάφεραν.
Οι πραγματικοί ποιητές γνωρίζουν πως αυτό που εξακολουθεί είναι ένα και απαράλλακτο, η διερώτηση μίας Απολύτου Υπάρξεως, το ζήτημα της πίστης στο Ιερό. Κάθε διαφοροποίηση αυτού του φαινομένου είναι κι ένας μανδύας του αδιαφοροποίητου. Όλες οι πτώσεις των μανδυών είναι η ιστορία της ποίησης· γραμμένη από όσους επιδόθηκαν στην έκδυση, στην κορύφωση. Κορυφαίο είναι το εντελώς απρόβλεπτο που προκύπτει από την εσκεμμένη απαλλαγή του ποιητικού λόγου από την προφανή ισορροπία και την φαινομενική στρατηγική του. Μα εδώ τα χέρια ιδρώνουν και ο ίσκιος χάνεται κάτω απΆ τα πόδια, διότι: με τι καταγίνεται κανείς όταν λέει πως είναι ποιητής; Με την προγύμναση μπροστά στην επερχόμενη εξαφάνιση ή με την έσχατη επιβεβαίωση; Πρόκειται για λαχτάρα «άλλων κόσμων», για «εξαγνισμένη λησμονιά», για απόθεση κορώνας σε κάποιο υψηλό μέλημα;
Ας ακουστεί κι αυτή η άποψη λοιπόν: ο ποιητής λειτουργεί ως αυθέντης, ως διάνοια που διαβλέπει και συνιστά· φέρνει τον κόσμο σε μία νέα αφετηρία της οποίας τα στοιχεία τα κατέχει και τα εξουσιάζει σαν «μονάρχης ιδίω δικαίω» όπως θα έλεγε και ο Έμερσον. Προτείνει στον κόσμο νέες αντιληπτικές εμπειρίες και κρίνει πως ο άνθρωπος οφείλει να αποκαλυφθεί, πως ο άνθρωπος έχει μείνει τραγικά πίσω, και πως ακόμη και αν ο ποιητής στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, που τον θέλουν από νομοτελειακή ανάγκη πυρσό της εποχής του, ο άνθρωπος έχει επικίνδυνα αδυνατίσει στο εσωτερικό του για να δεχθεί τη δική του συνδρομή. Και για αυτό ευθύνη του ποιητή είναι να μεταβάλλει τον κόσμο και όχι να πορεύεται σύμφωνα με την συντονισμένη πρόσληψη. Ο ποιητής καταφέρνει να μην υποταχτεί στην ανθρωπότητα, αναλαμβάνοντας το βάρος της συλλογικής της πτώσης. Είναι ο ερχόμενος άνθρωπος, όχι το ανθρωπάριο που υποτιμά την ύπαρξη (και «γράφοντας» και «δια ζώσης»), το οποίο ζυγίζεται μεταξύ της προσπάθειας αυτο-προσδιορισμού και του κοινωνικού φαίνεσθαι.
Η εναργής μυθολογία του προσωπικού θανάτου που δημιουργεί ψηφίδα-ψηφίδα την εικόνα της ποίησης από μέσα μας, βρίσκεται στα αζήτητα. Η ποίηση πέφτει όλο και πιο χαμηλά μέσα στον κάδο της τυποποίησης του ορθού λόγου, ειδικά όταν παρασύρεται από κατήφεια και μετατρέπεται σε απλή ανάγκη να καταγραφεί. Πόσοι από τους νέους ποιητές και τις νέες ποιήτριες δεν γράφουν με το καρμπόν της «θλίψης»; Καθώς και οι περισσότεροι από τους «καταξιωμένους» ποιητές και τις ποιήτριες που από καιρό θεωρούνται οι κορυφαίοι μας;
Η ποίηση ακριβώς επειδή είναι (μετα)φύση, δεν είναι άλλο από μία διαρκής παρουσία. Νόημά της είναι η ίδια της η ύπαρξη. Η ποίηση ασχολείται με κάτι που δεν γίνεται διανοητικά να ολοκληρωθεί. Το Κενό. Την άληκτη διερώτηση για την κεντρική αλήθεια των πραγμάτων και των ορίων που υποβάλλονται για να καταργούνται. Η ποίηση δρα αδιάφορα ή ενάντια στις γενικές δυνατότητες, είναι εξαιρετική ειδίκευση, αποτελεί δε μέρος του απόλυτου υπερ-Αντικειμένου και δεν προβληματίζεται με τη θέση της διότι είναι η απόλυτη έκφραση εκείνου. Προβληματίζεται όμως με τις εκδοχές του. Για αυτό λοιπόν, ο ποιητής δεν γράφει με το ταλέντο (το ξεπερνά), γράφει με την απώθηση της ευκολίας και της επισήμανσης. Ο ποιητής βαδίζει στο πουθενά. Το ποιητικό έργο ορίζεται από την ποιητική σύσταση του δημιουργού, από την ποιητική δύναμη που τον καθιστά ποιητή. Γιατί η ποίηση ξεκινά από την πρωτοβουλία να την γράψει κανείς, και όχι από την κάψα να «γίνει» ποιητής. Η ποίηση είναι η εκείνη η δύναμη συνοχής του πνεύματος και του σώματος του ποιητή, η οποία καταλήγει κάθε φορά που γράφεται στο χαρτί. Όργανο της ποίησης δεν είναι το ποίημα, είναι ο ποιητής. Στην πραγματικότητα τα ποιήματα είναι παράσιτα αυτής της συντέλεσης. Η ποίηση όταν κυκλοφορεί σε έντυπη μορφή είναι πλέον νεκρή. Το ποίημα είναι στο εξής ένα κηδειόσημο· παρόλα αυτά, λέει πολλά. Ο αναγνώστης και ο επίδοξος ποιητής, οφείλουν να εγείρουν τη δική τους δυνατότητα ποίησης από την αναγγελία θανάτου, λαμβάνοντας γνώση τόσο από το γεγονός της τοιχοκόλλησης, όσο και απΆ όσα γράφτηκαν στο χαρτί.
Ο πραγματικός ποιητικός λόγος αδιαφορεί μπροστά στην διαβόητη «ανάσταση», στην περίπτωσή μας δηλαδή, την τεκμηρίωση μίας ποιητικής Φανέρωσης, πολύ απλά γιατί τίποτα δεν έχει πεθάνει, παρά μόνο ο ποιητής. Ο ποιητής (ήτοι η ποίηση) είναι ο Νεκρός (ο αληθινός Φανερωμένος). Το ανήκουστο και αέναο της δυνατότητας Να Είναι.
Μετς 2008
*«¶πτερος Νίκη, Μπίζνες, Σφιγξ» (Ηριδανός 2008)














1. Απάντηση από ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΟΥΖΑΚΗΣ
Αν είχα απέναντί μου τον ίδιο τον Γιάννη Λειβαδά να ισχυρίζεται αυτήν την κοσμογονική δύναμη της ποιήσεως, την κίνηση στο κενό, την αναπαρθένευση της στάσης, την ανεξιχνίαστη οντολογία, το ποίημα ως φτωχό παραστατικό της ποίησης, θα φοβόμουν την ερώτηση.
Και τούτο, διότι αν με ρωτούσε “συμφωνείς;”, θα δυσκολευόμουν διαβολεμένα να απαντήσω. Οι ισχυρισμοί του είναι μια έξοχη περίφραση της ποιητικής ισχύος, από αυτές που κατατίθενται κατά καιρούς από τους ποιητές μέσα στους αιώνες, για μια στάση πιο όρθια και έναν ακόμη περισσότερο αποστειρωτικό γλωσσικό κλίβανο-στην κάθαρση αναφέρομαι. Το δοκίμιο του Γιάννη Λειβαδά είναι απολύτως απαραίτητο για να καταλάβει κανείς πώς αποπνέεται ποίηση (ή, κατ’ αναλογία, πως εισπνέεται από τα φυτά διοξείδιο του άνθρακα για να γιομίσει η ατμόσφαιρα οξυγόνο).
Από την άλλη, τα επί μέρους λεγόμενα δεν μπορώ να τα δω έξω από την εσώτερη περιγραφή. Εννοώ πως δε θεωρώ ότι η ποίηση συμβαίνει έτσι στην πραγματικότητα, την έξω από τα σωθικά του ποιητή. Έξω από τα σωθικά του, ο ποιητής μπορεί να είναι οτιδήποτε κινείται στο βένθος της αντιποιητικότητας, άνευ και της παραμικρής τύψης: χαμερπής, δοσίλογος, χαφιές, παραδόπιστος, αμόρφωτος, ματαιόδοξος, φιλοδοξόσκυλος, μέθυσος, παρανοϊκός, προδότης, βρομιάρης, κοπρολάγνος, αργόσχολος, χαραμοφάης, νεκρόφιλος, κτηνοβάτης, παιδεραστής (αν κάποια δεν κινούνται ούτε επί του βένθους ούτε επί της αντιποιητικότητας, ας εξαιρεθούν-εδώ ο καθείς βάζει ό,τι θέλει κατά το εξατομικευμένο και συχνά αυτάρεσκο δοκούν).
Προσωπικώς, έχω αποδεχθεί την υποκριτική του ποιητή σε δύο επίπεδα: πως είναι αρκετά σημαντικός για να σημαίνει (πρώτο) με ένα λόγο που έτη φωτός απέχει από αυτόν της καθημερινότητάς του (δεύτερο). Την αξία του την προσδιορίζω ως διαμεσολαβημένη συγκίνηση. Ο διαμεσολαβητής είναι το κηδειόσημο: το ποίημα. Δε μου καίγεται καρφί αν ή πώς το εννοεί. Με ενδιαφέρει αυστηρά αν κατάφερε να το γράψει. Ξέρω ότι κατάφερε να το γράψει, όταν οι σωματικές μου αποκρίσεις επιβεβαιώνουν την απόπειρά του. Ξεκινώ να διαβάζω μετά την εκτύπωση-πριν είμαι ξένος.
Αδιαφορώ για τους τρόπους που μεταχειρίστηκε για την αρχειοθέτηση του πονήματός του στην ιστορία. Αδιαφορώ για το αν το καύσιμό του είναι μια μαθηματική ακολουθία ή μια γάτα που σκαρφάλωσε στη λεκάνη. Δεν τον ξέρω-δε θα κλάψω στην κηδεία του. Το σώμα και τα χούγια του θα λείψουν μόνο στους οικείους του.
Το κηδειόσημο θα είναι εκεί για όλους τους περαστικούς και για μένα.
στις 6/18/2008 8:34 am
2. Απάντηση από ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΟΥΖΑΚΗΣ
Aνώνυμε, σας ζητώ συγγνώμη προκαταβολικώς που σας απευθύνομαι (κατανοώ πως το μίασμα των ανθρώπων που θεωρούν αντικείμενο της ανθρωπολογίας τον άνθρωπο, μπορεί να εξοντώνει την καλή σας προαίρεση και το δημοκρατικό σας ανώνυμο, στοργικό ήθος).
Αν έχετε την ευγενή καλοσύνη, εξηγήστε παρακαλώ πώς εσείς διακρίνετε (ξεχωρίζετε, οσμίζεστε, ομαδοποιείτε, κατατάσσετε) εκείνους που εκφράζονται περί της κατάστασης στα σύγχρονα ποιητικά επειδή, απλώς, επιθυμούν να εκφραστούν για την κατάσταση περί των ποιητικών του καιρού τους, από εκείνους που εκφράζονται για τα σύγχρονα ποιητικά, επειδή ξεχείλισε η ξιπασιά τους στο βαθμό της αυτοαναγόρευσης στο status του υπερήρωος-σωτήρα και, δευτερευόντως, επειδή τοιουτοτρόπως (εκφέροντας άποψη για τα ποιητικά) υποσκελίζουν τους λοιπούς στιχοπλόκους, επιτυγχάνοντας την αποκλειστική επίπλευση του εαυτού τους.
Παρεμπιπτόντως να σας ευχαριστήσω που εξ αφορμής σας τέθηκε η απορία-ομολογώ, πάντως, πως δε μου τη δημιουργήσατε εσείς. Η απορία αυτή είναι, τελικά, ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ.
στις 6/18/2008 9:59 am
3. Απάντηση από Γιώργος Μίχος
“Η εναργής μυθολογία του προσωπικού θανάτου που δημιουργεί ψηφίδα-ψηφίδα την εικόνα της ποίησης από μέσα μας, βρίσκεται στα αζήτητα.”
To κρατάω αυτό προσθέτοντας πως από κάποια άποψη ο πολιτισμός μας μπορεί να οριστεί ως τεράστια βιομηχανία λήθης του θανάτου. Πράγμα που σημαίνει ότι τον εγκαθιστά στο κέντρο του.
Το γεγονός ότι ένας ποιητής νιώθει την ανάγκη να επιχειρηματολογήσει δείχνει ότι τουλάχιστον έχει μια προβληματική σχέση με το χρόνο που ανοίγει για να γράψει.
Η ποίηση δεν εξαρτάται από αυτούς που τη γράφουν, αλλά από αυτούς που την έχουν ανάγκη. Και αργά ή γρήγορα το γρονθοκόπημα στο σάκο θα συναντήσει τον ανύπαρκτο αγώνα του.
Το ότι τα πράγματα είναι προβληματικά φαίνεται από το γεγονός πως γίνεται μάχη για τα αυτονόητα. Το “πραγματικό” πάντα θα υπερβαίνει τους λόγους που επιχειρούν να το εκφράσουν.
Δεν θα διαφωνήσω ότι ο ποιητής θέλει ρομαντική προδιάθεση, οξυμένη και από την αδιαφορία της κοινωνίας για το ρόλο του.
Και βρίσκω το κηδειόσημο ευφυές με την έννοια ότι περισώζει ένα όνομα κι όχι ένα ποίημα.
Είναι το κηδειόσημο όσων θέλουν να σώσουν το όνομά τους.
Εγώ γράφω ραβασάκια…:)
Και θεωρώ την ενασχόληση με το βίο μου διαστροφή ενός κοινού δηλητηριασμένου από το πολύ εσώρουχο που έμαθε να καταναλώνει.
Κανείς δεν ξέρει τι αντιποιητικότητα και τι ψυχρή εκτέλεση θέλει η φράση που κάνει τον απέναντι να ανατριχιάζει.
Το παράξενο δεν είναι που δεν μπορώ να κατοικήσω τον κόσμο αν δεν τον τακτοποιήσω λεκτικά. Το παράξενο είναι που η διαστροφή μου πιάνει αποκάτω τη σιωπή των άλλων.
Αν κατάλαβα καλά εδώ έχουμε μιαν απόπειρα ανανέωσης των προθέσεων του γράφοντος για να σπάσει ο ορίζοντας της αναμονής. Να φύγουμε από τη χειραγώγηση του τύπου: Μπορώ να γράψω κι εγώ σαν τον τάδε. Το κεκυρωμένο να γίνει αφετηρία και όχι κατάληξη.
Αυτό δεν γίνεται από πρόθεση. Χαρίζεται.
στις 6/18/2008 10:36 am
4. Απάντηση από Γιώργος Βέης
Αγαπητέ κύριε Λιβαδά, ανοίγω και μιαν άλλη προοπτική, λαμβάνοντας υπόψη το καλοδεχούμενο έναυσμά σας. Αναφέρομαι δηλαδή στη δυνατότητα του απολύτως Ποιητικού, μεγα-Ενοποιητικού λόγου… Γνωρίζουμε από παλιά ότι όντως, παρόλο που η μορφή και οι τόνοι έκφρασης διαφέρουν, το πεζογραφικό μήνυμα και το ανάλογο ποιητικό παραμένει το ίδιο. Αξίζει να παραθέσω τι απήντησε στα ίδια ερωτήματα περί ποιήσεως του Γουάνγκ Τζιλίνγκ , ο Γου Κιάο, αρκετούς αιώνες πριν, στην Κίνα, στα χρόνια της δυναστείας Κινγκ. Απλώς για να υπογραμμιστεί η διαχρονικότητα του φαινομενικά βασανιστικού αυτού ψευδό-διχασμού, απομονώνω ενδεικτικά τα εξής, τονίζοντας τα κρίσιμα σημεία:
«Το μήνυμα είναι σαν το ρύζι. Γράφοντας πρόζα, μαγειρεύεις ρύζι. Γράφοντας ποίηση, μετατρέπεις το ρύζι σε ρυζόκρασο. Όταν μαγειρεύεις ρύζι, το σχήμα του ρυζιού δεν αλλάζει, όταν όμως μετατρέπεις το ρύζι σε κρασί, τότε αλλάζει τόσο το σχήμα όσο και η υφή του. Το μαγειρεμένο ρύζι σε χορταίνει για να μπορέσεις να ζήσεις- αυτή είναι η φυσιολογική πορεία των ανθρώπινων πραγμάτων. Το κρασί, από την άλλη πλευρά, σε μεθάει- κάνει τη θλίψη χαρά και τη χαρά θλίψη. Η επίδραση του είναι πέρα από κάθε λογική εξήγηση.» Αυτά και άλλα αξιοσημείωτα αναπτύσσονται στη «Τέχνη της Συγγραφής – μαθήματα δημιουργικής γραφής από τους Κινέζους δασκάλους», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του «Κέδρου», (2003)
Προσωπικά δεν αισθάνθηκα ποτέ απομονωμένος γράφοντας ποίηση- άλλωστε η γενιά μου διέθετε από την αρχή πολλούς , ικανούς και αναγκαίους τρόπους προβολής της δουλειάς της ,όχι μόνον στην ευρύτερη ελληνική σκηνή, αλλά πολλές φορές και στο εξωτερικό, ιδίως στην Δυτική Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στον Καναδά. Θυμάμαι ότι, όταν υπηρετούσα ως Πρόξενος, για έξι χρόνια στη Νέα Υόρκη, από το 1983 έως το 1989, περιδιάβαζα συχνά αγγλόφωνες κυρίως εκδόσεις πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και άλλων ιδιωτικών, ή πολιτειακών φορέων, οι οποίες φιλοξενούσαν ποιήματα σε μετάφραση νεότερων και νεότατων δημιουργών μας , οι οποίοι τότε θα είχαν εκδώσει μετά βίας δύο – τρεις συλλογές. Εννοείται ότι τα έντυπα αυτά κυκλοφορούσαν σε χιλιάδες αντίτυπα, έφταναν ασφαλώς στις βιβλιοθήκες εκπαιδευτηρίων, κολλεγίων, κλπ. Ορισμένοι μάλιστα είχαν προσκληθεί να δώσουν διαλέξεις σε ακαδημαϊκούς χώρους γύρω από τη λογοτεχνία μας γενικότερα και την προσωπική εργασία τους ειδικότερα. Θέλω να πω ότι οι συγκυρίες δεν ήταν εναντιωματικές, κάθε άλλο. Βεβαίως, το κοινό της ποίησης ήταν πάντα εξ ορισμού περιορισμένο – αλλά αυτό δεν είναι κατ΄ ανάγκην αρνητικό. Η ποίηση δεν πουλάει, διότι είναι ακριβώς «ακριβή»! Από την άλλη πλευρά οι ποιητές δικαιώνονται πάντα, αφού είναι πεπεισμένοι ότι, αν θέλουν μπορούν να γράψουν καλλίτερη πρόζα από τους υπόλοιπους.
Συνοψίζω: ανήκω σε αυτούς που φρονούν ότι ο δημιουργικός λόγος δεν μπορεί παρά να είναι ενιαίος. Οι δύο ταχύτητες δρουν συμπληρωματικά. Το όχημα της γραφής χρειάζεται και τις δυο. Εδώ θα μιλούσα για κειμενική τάξη, για κειμενική δικαιοσύνη. Η ποίηση δεν υπονομεύει, με άλλα λόγια, τις πεζογραφικές εφαρμογές μου. Το αντίθετο – τις ενισχύει από πλευράς ρυθμού και πύκνωσης των εκασταχού εκάστοτε καταγραφών. Το ένα βιβλίο μου προσβλέπει στο άλλο, το τελευταίο είναι ο επίλογος του προηγηθέντος και η εισαγωγή στο επόμενο. Πρόκειται για μια αρμονική διαχείριση των εκφραστικών μου μέσων, που θέλουν να θεωρούνται απολύτως ισότιμα. Και χαίρομαι ιδιαίτερα όταν η κριτική, στο σύνολό της, μου το επισημαίνει.
στις 6/18/2008 10:40 am
5. Απάντηση από Γιώργος Βέης
Οίκοθεν νοείται, ήθελα να γράψω κ. “Λειβαδά”
και όχι μόνον με ι…
στις 6/18/2008 10:56 am
6. Απάντηση από voas
Είναι η εμβρίθεια των σχολίων που με τρελλαίνει….
στις 6/18/2008 8:40 pm
7. Απάντηση από Monody
Υ.Γ. Στο εξής με συμπαθητική μελάνη θα γράφονται τα ποιήματα.
στις 6/18/2008 10:35 pm
8. Απάντηση από Βαγγέλης Ψαραδάκης
“Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πρόσωπα δεν τα καταλαβαίνω
μιμούνται κάποτε το θάνατο κι έπειτα ξανά
φέγγουν με μια ζωή πυγολαμπίδας χαμηλή
με μια προσπάθεια περιορισμένη ανέλπιδη
σφιγμένη ανάμεσα σε δυο ρυτίδες
σε δυο τραπεζάκια καφενείου κηλιδωμένα
σκοτώνουνται το ένα με τ’ άλλο λιγοστεύουν
κολλούν σα γραμματόσημα στα τζάμια
τα πρόσωπα της άλλης φυλής.”
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Ένας λόγος για το καλοκαίρι
Και, βεβαίως, αυτό
“Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ [ΜΕ ΘΕΩΡΊΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ] που φαγώθηκε από τα πολλά μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.”
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Ένας γέροντας στην ακροποταμιά
στις 6/19/2008 12:07 am
9. Απάντηση από where is your happiness
[...Τόσο πολύ μιλώντας για την πείνα
ξεχάσαμε να προστατέψουμε το ψωμί.
Τώρα στο ερμάρι τα ποντίκια
χαίρονται τρομακτικές ελευθερίες]
Τ. Σινόπουλος
στις 6/19/2008 8:25 am
10. Απάντηση από Γιώργος Βέης
Ας ανακεφαλαιώσω: Ανήκω σ’ εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν σταθερά ότι η ποίηση δεν είναι κατ΄ ανάγκην παιδί της ταραγμένης ή μη εποχής της. Φρονώ μάλιστα ότι ως η κατ’ εξοχήν τέχνη του επαΐοντος – να υπογραμμίσω εδώ τον οξυδερκή ορισμό του Γουάλας Στίβενς «Poetry is the scholar’s art» - η ποίηση θα συνεχίσει και στα χρόνια που έρχονται να εκλύει οραματική σοφία, ανατέμνοντας και αναδιανέμοντας τη σκληρή ύλη της πραγματικότητας που μας περιβάλλει ενίοτε τόσο ασφυκτικά. Η ποιητική γραφή θα εξακολουθήσει να ασκεί το θεμελιώδες, σύμφυτο με τον εαυτό της προνόμιο, δηλαδή να προπορεύεται και να προβλέπει ή να προσβλέπει στα νέα τοπία του ανθρώπου.
Η φαντασία, ισχυρίζομαι, δεν είναι απλώς «η μαιτρέσα του κόσμου», όπως ισχυρίστηκε με έμφαση ο Πασκάλ, αλλά το στήριγμα και η αναβάθμιση ταυτόχρονα του ίδιου του κοσμοειδώλου. Στην εξαιρετικά δίσημη αυτή χρονική συγκυρία, όπου ο κόσμος, ηλεκτρονικά τουλάχιστον συρρικνώνεται, γίνεται ένα δυναμικό χωριό επικοινωνίας, η ποίηση αναλαμβάνει, ως εκ των πραγμάτων, το πρόσθετο βάρος να μεγαλώσει αντίθετα τον κόσμο, να τον διευρύνει εννοιολογικά, να του δώσει εντέλει την ορθή του διάσταση, δρώντας ως το κατ’ εξοχήν αντίβαρο στη μονοδιάστατη αγωγή των προσώπων ή των α-προσώπων.
Η πανάρχαια και βέβαια αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής ποίησης εγγυάται μεταξύ άλλων, ότι πέρα από την εμπειρία των αισθήσεων θα υπάρχει πάντα ακέραιη και ακαινοτόμητη η εμπειρία του Ποιητικού Νου, που έχει το χάρισμα να καταργεί είδωλα και ψεύδη φαινομένων, ό,τι δηλαδή είθισται να αποκαλείται με τον πλέον επιπόλαιο τρόπο «αξιωματικός ρεαλισμός». Είμαι πεπεισμένος ότι όσο ο κόσμος θα δείχνει απερίφραστα ότι διακατέχεται από τάσεις αυτοκαταστροφής, τόσο ανάστροφα θα δρα η ποίησης, ως τάση δηλαδή συντήρησης και επιβίωσης και αφαλκίδευτης αυτοβεβαίωσης του ανθρώπινου παράγοντα, που επιμένει να αντιστρατεύεται στον εξανδραποδισμό του.
Η μεταφορά, αυτή η σημαίνουσα ρηματική τάξη, που ουσιώνει και στοιχειώνει μαζί την ποίηση, θα δίνει όλο και περισσότερα εχέγγυα διατήρησης της παμπάλαιας ισορροπίας, ότι δηλαδή το φαντασιακό υπάρχει στο βαθμό που υπάρχει ζωή στον πλανήτη Γη. Πάνω από τις θανάσιμα γραφικές κάποτε παραστάσεις της φαινομενολογίας του κόσμου, θα υπάρχει πάντοτε μέσω της ποιήσεως η μεγάλη δυνατότητα της διαστολής της συνείδησης, της ικανότητας δηλαδή να παραμείνουμε λειτουργικοί σε δεύτερο βαθμό θέασης.
Αναμφίβολα η ποίηση θα εξακολουθεί να ενεργεί παλίντροπα – από τη μια θα την έλκει και θα την ελκύει ο πόλος του πραγματικού και ό,τι αυτό μπορεί ενδεχομένως να σημαίνει, κι από την άλλη θα τη διεγείρει το φαντασιακό με όλη τη δυναμική του. Στο αναμφισβήτητο χάος που είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή να ανοίξει μπροστά μας, χάος που υπονοούν και επαπειλούν μεταξύ άλλων οι πυρηνικοί εξοπλισμοί, με αφοπλιστική μάλιστα ειλικρίνεια, προοιωνιζόμενοι το βιολογικό μας τέλος, έρχεται η ποίηση αυτών των καιρών να μας βοηθήσει να δούμε με καθαρότερα μάτια την τάξη στη θέση της αταξίας, το ρυθμό στη θέση της αναρχίας και της αρρυθμίας.
Οφείλουμε «μέσα από την ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών», όπως ορίζει ο περίφημος καβαφικός στίχος, να διασφαλίσουμε την ποιητική διάσταση του κόσμου. Η ελευθερία της λεκτικής δράσης, η ρηματική συναλληλία προκαθορίζουν με τον τρόπο τους τη συναντίληψη των όντων. Αν πράγματι «μόνο η φαντασία και όχι η επινόηση είναι η υπέρτατη κυρίαρχος της τέχνης, όπως και της ζωής», όπως διατείνεται ο Τζόζεφ Κόνραντ, τότε οι ευθύνες μας για τη διατήρηση του δικαιώματος να ονειρευόμαστε μέσα στο δάσος των λέξεων είναι τώρα ιδιαίτερα αυξημένες.
στις 6/19/2008 8:35 am
11. Απάντηση από ΚΩΣΤΑΣ ΡΕΟΥΣΗΣ
η στρατιά του Αρχιλόχου
αφιερωμένο του ποιητή Γιάννη Λειβαδά
στη μυρωδια της χολής γονάτισα ό,τι ανθρώπινο επιστρέφει ρευστός λόγος πέρασμα του σκοτεινού ή φως του κόσμου τ’ απ’ εκεί ταιριάζοντας ο τρόμος ξημερώνει ηλιόλουστη τη φρίκη βρόμικα περάσματα παράνομα ερωτικά αφηνιασμένα φιγούρες του δίπλα δωματίου με ποτιστήρια νεκρικά ξεδιψώντας άναρχα την άγρια βλάστηση ερμαφρόδιτοι κηπουροί με την ευθύνη ενός καρπού χαρακωμένου πίστη κυνηγώντας μ’ οπλισμένο μολύβι εικάζοντας προχωρούν σ’ αθέατα χαρακώματα βιασμένων ψυχών έτσι οι ανατρεπτικές χειρονομίες στα μπουντρούμια των προγόνων τους τσακίζουν τον αναπόφευκτο χαμό τους η αποκτήνωση που ζητάτε καίει τον άνθρωπο στη μοναξιά ένα τεθλασμένο επίπεδο καιροφυλακτεί την από γνώση τρέλα συνήθως επιστρέφω αγελαστος ή προσποιούμενος φοράω γκριμάτσες δεν κρύφτηκα ποτέ κι από κανέναν στο ληστρικό σας θέατρο αντιστέκομαι ξεστομίζοντας αρλούμπες
Κώστας Ρεούσης [ Ο Κρατήρας του Γέλιου μου]
στις 6/19/2008 2:31 pm
12. Απάντηση από Ignis
Επιτρέψτε μου να συνεχίσω να θεωρώ την Ποίηση ένα ζευγάρι φτερά. Ένα του ποιητή μεγάλο, τεράστιο που το δίνει δανεικό στον αναγνώστη (αν του ταιριάζουν οι στίχοι) και να φύγει και αυτός. Όλες οι θεωρίες είναι καλές, όλα καλά και άγια είναι, αλλά δεν μένουν εκεί, ούτε μπορούν να ορισθούν ή να προσδιοριστούν εκεί. Η ποίηση είναι το ανείπωτο, η ζωγραφική του νου, οι εικόνες του νου οι απερίγραπτες που μπορούν κι υπερβαίνουν τις λέξεις.
Ξέρω ότι το σχόλιό μου δεν έχει σχέση με το κείμενο, με κανένα κείμενο γραμμένο με τέτοια φροντίδα, περίσκεψη και γνώσεις, μια γνώμη είναι ενός ανθρώπου που έμαθε να αγαπά την ποίηση από τα πολύ τρυφερά του χρόνια
Απλώς μια γνώμη…
(το δεύτερο ποίημα κ.Ψαραδάκη που φέρατε εδώ, είναι η πιο καλή απάντηση σε όλες του κόσμου τις θεωρίες. Αναρωτιέμαι, πρέπει να είναι κανείς σοφός “γέροντας” για να το δει αυτό;;; Για να νοιώσει έτσι;;)
Το να τεμαχίσουμε και να διυλίζουμε και προσπαθώντας να βρούμε ή να κατατάξουμε τι συμβαίνει με την ποίηση, τι το ένα και τι το άλλο, με κουράζει. Ίσως γιατί έχω πολύ κοινό, πολύ πτωχό νου (υποθέτω ότι δεν θα έπρεπε προς τούτο και να μιλάω;;;) κι όλα αυτά τα θεωρώ βολές στο ευαίσθητο σώμα της Ποίησης…το εύθραυστο και ντελικάτο αλαβάστρινο της σώμα.. και μου θυμίζει, η όλη στάση, όλες οι θεωρίες και οι συζητήσεις για την ποίηση, τον πίνακα του Ρέμπραντ, “Μάθημα Ανατομίας”. Όπου το σώμα κείται νεκρό και άσχημο. Ενώ η ποίηση, το κάθε ποίημα που μας αγγίζει, είναι η ομορφιά.
Είπα στην αρχή πως το ποίημα είναι τα φτερά του ποιητή
Να αναφέρω ένα ποίημα του Γιάννη Τόλια εδώ
Νομίζω ότι πάει γάντι. Και το δέχομαι σαν να είναι η φράση που θα ήθελα να πω, μα δεν ήξερα πώς (αυτό δεν κάνει ο Ποιητής; Δεν μας δίνει την λαλιά του;)
Θρηνώ
Γιατί ο ουρανός μου
είναι μικρός
και οι φτερούγες σου μεγάλες
Είναι που αυτό που έρχεται αντιμέτωπο είναι πολύ μεγάλο για να χωρέσει στο μικρό πεδίο, στους μικρούς κοινούς ορίζοντες. Και δεν είναι λύση να ψαλιδίζουμε τα φτερά για να χωρέσουν σε έναν μικρό ουρανό.
Υπάρχουν πράγματα που μας υπεβαίνουν. Η ποίηση μας υπερβαίνει, το να την κατεβάζουμε σαν πολύφωτο για να έρθει στο δικό μας ύψος, δεν είναι λύση.
Θρηνώ λοιπόν μια και ο ¶γγελος της ποίησης έχει πολύ δυνατές φτερούγες, πολύ μεγάλες, κι εγώ, ο δικός μου κόσμος, η δική μου νόησις είναι τόσο δα μικρή και δεν θα μπορέσω ποτέ να του δώσω τον χώρο για να ίπταται όπως του πρέπει. Θρηνώ γιατί είμαι λίγη, κι αυτός πολύς. Θρηνώ, μα παροπλισμένο δεν τον θέλω. Ούτε αιχμάλωτο του μικρού περιορισμένου νου μου.
στις 6/20/2008 1:08 pm
13. Απάντηση από Ηλιόδεντρον
Αγαπημένη Ignis, ακόμα μια φορά θα ομολογήσω τη χαρά που παίρνω όταν διαβάζω τα σχόλια-ποιητικά σας κείμενα. Να είστε καλά!
(Με συγχωρείτε που -ίσως βέβαια δεν το προσέξατε αλλά αισθάνομαι πως πρέπει να αναφερθώ- ζήτησα τότε να σβηστεί το (μοναδικό) σχόλιο που είχα κάνει εδώ.
Ξέρετε, κάποτε με κυριεύει μια βασανιστική συστολή..
Σημειώστε παρακαλώ ότι ζήτησα το σβήσιμό του προτού εσείς μου απαντήσετε.
στις 6/20/2008 4:26 pm
14. Απάντηση από Ignis
Προς αγαπητό Ηλιόδενδρον
Αναδύθηκε το σχόλιο σας τώρα που σβήστηκε ο ορυμαγδός των άλλων στην άλλη ανάρτηση, τι καλά, έτσι μπόρεσα και το είδα. (τώρα είδα!)
Και χωρίς να καταλαβαίνω ποιο είναι αυτό που λέτε, τι είναι αυτό που ζητήσατε να διαγραφεί. Ειλικρινά, δεν είδα.
Να πω μόνον τούτο, διαβάζοντας τα δικά σας ποιήματα θα σας έλεγα να μην κάμπτετε τις φτερούγες σας, καμία συστολή να μην σας διακατέχει. Τα λέω αυτά χωρίς να ορμώμαι από τα τόσο καλά σας σχόλια σε μένα. Δεν είναι ανταπόδοση φιλοφρονήσεων. Είναι η γνώμη μου προτού καν βρεθεί το ιστολόγιό σας στον κατάλογο αριστερά στην σελίδα του Ποιείν (άμα θέλω να βρω εγώ την γραφή κάποιου την βρίσκω!) Γράφετε και πρέπει να συνεχίσετε να το κάνετε.
Και χαίρω πάντα να υπάρχουν άτομα με λεπτότητα γραφής στο διαδίκτυο.
Σεις να είστε καλά
ΥΓ. πολλά καλά τα δικά σας, δεν μπορώ εύκολα να ξεχωρίσω κάποιο, μα, δεν ξέρω γιατί, κρατώ αυτό που λήγει έτσι:
“Μην έχεις έγνοια.
Πάνω από το κουφάρι μου θα τραγουδάει ο αέρας
ότι ως θανάτου κράτησα.”
(ναι, με αυτή την λεβεντιά θα αποχωρήσουμε. Ως την υστάτη στιγμή με μάτια ορθάνοιχτα. Και ει δυνατόν, κι ορθοί…)
στις 6/20/2008 8:20 pm
15. Απάντηση από Asimina Hassandra
‘…Ειλικρινά μόνον ο Ποιητής είναι Νεκρός!’
Τα σέβη μου στην αναγνώριση και στην ομιλία σας! Στο Λονδίνο θα έλεγα ‘I’m honest to be…’
στις 7/10/2009 10:43 am