Μνήμη Ηλία Λάγιου
Σʼ είδα και πάλι απόψε, στα χαρτιά σου,
στην “Κούτα”, που άφησες για πάντα ημιτελή
και στʼ άλλα, τα κρυφά σχεδιάσματά σου
– προβάλλεις, μες του χρόνου την αχλή.
Η μνήμη γράφει τα περάσματά σου
και μυστικό κάποιο σεντούκι διατηρεί.
Έρχεσʼ από την ίδια τη γωνία
-της Βεϊκου πάντα- κι όλο τραγουδάς.
Μα σʼ έχασα, σαν να ʽσουν οπτασία
που απʼ τις σελίδες το ʽσκασες και πας.
Η αίσθηση κρατάει τα φάσματά σου
κι όσα είπες, πιο συχνά τʼ ανακαλεί.
Και ρώτησα τους άλλους: “Τον Ηλία
τον είδατε, που βρίσκεται, τι κάνει;”
Και μου ʽπανε: “Για σύνελθε, Σοφία
το ξέρεις – τρία χρόνια έχει πεθάνει”.
Τρία χρόνια – αναμοχλεύω τα γραπτά σου
και τʼ απαγγέλω, όπως θα ʽκανες κι εσύ.











Ευαίσθητη γραφή από μια ζωντανή ποιήτρια για έναν νεκρό ποιητή.
Κάπως έτσι ο θάνατος συγχωνεύεται με τη ζωή-κι ας παραμένει…αχώνευτος έτσι κι αλλιώς.
Σοφία,οι στίχοι σου απλώνουν γέφυρες πάνω απ’ τα νερά του Αχέροντα γι’ αγαπημένες συναντήσεις.
Να ‘σαι καλά!
Τους νεκρούς μας πρέπει να τους θυμόμαστε. Ενα ποίημα στη μνήμη τους είναι η καλύτερη προσφορά.
Μου φαίνεται ότι πρέπει να έπιμείνω στην ερασιτεχνικκή θεατρική ομάδα μας, για ν’ ανεβάσουμε φέτος τον χειμώνα την “Ιστορία της Λαίδης Οθέλλος”. Καλά να είσαι, Σοφία.
Υπέροχο Σοφία και ευαίσθητο πολύ. Κάποιους άνθρωπους δεν πρέπει να τους ξεχνάμε ποτέ
“Η αίσθηση κρατάει τα φάσματά σου
κι όσα είπες, πιο συχνά τʼ ανακαλεί.”
“Όσα δεν είπαμε ποτέ/αυτά δεν λησμονιούνται” (Μ.Γκανάς).
Σοφία, τον τιμάς με λέξεις. Τον ζηλεύω σε αυτό.
Σοφία, εύγε! Η δική μου συμβολή από τον τόμο για τον ποιητή. Για να θυμηθούμε…: “Διακωμωδώντας συστηματικά προσφιλείς πτυχές του ανθρώπινου δράματος, ο Ηλίας Λάγιος, από τους ειλικρινέστερους συμμετόχους της πάνδημης οδύνης, ανεδείχθη σε ικανό υπονομευτή της λεγόμενης θετικιστικής προσέγγισης του πάθους που καλείται συλλήβδην «ζωή» Οι δραστικές συντμήσεις τού διαρκώς αυτοσχεδιάζοντος δημιουργικού λόγου, οι αιφνίδιες μεταπτώσεις, οι ομιλητικές σιωπές, οι θαρραλέες συντακτικές εγκοπές και οι συναφείς αλληγορικές συνεκδοχές, δρουν συναινετικά: η επιδιωκόμενη αρμονία είναι υπόθεση εσκεμμένων πλην όμως ανανεωτικών αποκλίσεων. Πολλών δραστικών αποκλίσεων. Αποτέλεσμα: το αναποδογύρισμα του κοσμοειδώλου καθίσταται ανέκκλητο. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που “ξέρουμε”, τα ψευδεπίγραφα όντα που παριστάνουν τους φορείς της οριστικής “γνώσης”, απλώς δεν υπάρχουν, διατείνονται εμμέσως οι περισσότερες ποιητικές εργασίες του Ηλία Λάγιου. Κλείνοντας καλοσυνάτα το μάτι στους ύστερους νεωτερισμούς του λόγου εν γένει, ο στίχος ενεργεί συνήθως ανεξάρτητα από το νόημά του.
Η αυτονομία μιας ρηξικέλευθης λογοτεχνικής βούλησης επιβάλλεται στις συνειδήσεις μας. Ένα παραμορφωμένο elan vital, μια συγγνωστή ζω(τ)ική παρόρμηση, ανακατανέμει πεισματικά τα ονόματα του κόσμου. Η παρετυμολογική, κρατυλικών διαθέσεων λεκτική κινητικότητα είναι ασίγαστη. Αλλά και εντέχνως συγκροτημένη, κατά γενική ομολογία. Ο απώτερος κειμενικός σκοπός παραμένει βέβαια ο ίδιος και αφορά στην πλήρη διερμηνεία ορισμένων καταστατικών εμμονών μας, αλλά και της γενικότερης εγγενούς υπαρξιακής διχοστασίας, όπως την έχουμε γνωρίσει σε τόσες και τόσες περιπτώσεις. Εκμεταλλευόμενος μάλιστα στο έπακρον το οραματικό id του λεξιμανούς υποσυνειδήτου του, o ποιητής κυριολεκτεί καθ’ υπερβολήν, δηλαδή παρωδεί ανενδοίαστα. Και η σαφής αυτή προαίρεση θα τον συνδέει πάντα με τους αιρετικούς ή μη του υπερρεαλισμού.
Η πρόθεσή του είναι σε ύστερη ανάλυση αγαθή: o ριζικός, ακαινοτόμητος εννοιολογικός αναπροσδιορισμός των φαινομένων, αφού πρόλαβε να επεκταθεί και στον ένδον χώρο, επιτρέπει στον ίδιο τον ποιητή να αυτοπροσδιορισθεί. Αν και οι συγκρουσιακές συνθήκες είναι καταλυτικές, το εγώ διεκδικεί το δικαίωμα μιας οριακής αυτογνωσίας. Οι δείκτες επισημαίνουν βέβαια το απόλυτο, δηλαδή την ουσία του τραγικού. Γι’ αυτό και το αλλόφρον ποιητικό ρήμα διέρχεται αναγκαστικά και από την σημειολογία της ζωολογίας. Η διάσωση της ύπαρξης είναι υπόθεση λεκτικών αντιμεταθέσεων. Το αποτέλεσμα δικαιολογεί το εύρος των αντιστροφών της δεδομένης ρητορείας της αγοράς. Τα μέτρα υπάρχουν για να ακυρωθούν. Διακρίνω ενδεικτικά στο σημαδιακό εκείνο “Γυψ Δεσμώτης”: |Να κατεβαίνω κάθε ημέρα, φτερούγες ισιάζοντας […] ο κάθε γύπας έχει και τον άνθρωπό του, mr Eliot. / Εγώ είμαι ο δικός μου. […] Με τρώει, όπως τον τρώω κι εγώ. Ματιά στα μάτια μου.| Η μη–τρέλα διεκπεραιώνεται μέσα από τη γλώσσα: το μάθημα του Ηλία Λάγιου. “
“Η μνήμη γράφει τα περάσματά σου
και μυστικό κάποιο σεντούκι διατηρεί”.
“Η αίσθηση κρατάει τα φάσματά σου
κι όσα είπες, πιο συχνά τʼ ανακαλεί”.
Παραφράζοντας την ποιήτρια ,αγαπητή Σοφία, θα πω πως η μνήμη στα χέρια σου μεταλλάσσεται από κύριο όνομα των θλίψεων σε κύριο όνομα της πάλης με το θάνατο και της συντήρησης των λαμπερότερων φασμάτων…
Για την ευαίσθητη και αισθαντική γραφή σου, ένα μεγάλο Μπράβο!
Κοντά σ’ αυτή την ποιητική αισθαντικότητα της Σ.Κ., μόνο στίχους του ίδιου του Ηλία θέτω:
“Γαίαν παμμήτειραν αείσομαι, ηϋθέμεθλον. (…)Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπει η μέρα/ σήμερα αρραβωνίζεται αητός την περιστέρα./ Επανάσταση Έρως Ελευθερία / Θάνατος Θάνατος Αθάνατος / Σύντροφοι ”
Η έρημη γη, 1996.