Τυφλός
Με κοιτάζουν
Μάτια δίχως βλέμμα
Κι εγώ τυφλός
Τις διαβάσεις
Περνώ
Της ζωής
Μονάχος
Στη λήθη
Διάλεξες
του ονείρου τοκογλύφο
να δανειστείς
του φόβου βάλσαμο
Όταν τ’ αστέρια ξεθωριάζανε
στο φως το πρωινό
που μας αντίκριζες
Κουβέντα με το Θάνατο
Μίλησα τη νύχτα
Με το Θάνατο
– Ήρθες για μένα
– Έχεις ακόμα
Αίμα
Στα γραφτά σου
Θα ξανάρθω
Κυριακή στο γήπεδο
Μπήκα στο κατάμεστο γήπεδο
Στην εξέδρα των επισήμων
Παντού σιωπή
Κοιτάζω τριγύρω
Οι φίλαθλοι νεκροί
Οι παίχτες σκοτωμένοι
Τριάντα χιλιάδες κουφάρια
Μόνος εγώ ζωντανός
Άρχισα να φωνάζω
Συνθήματα
Λεωφόρος Εφιάλτη
Νύχτα στις λεωφόρους και στις εθνικές οδούς του εφιάλτη σου
Όταν οδηγώντας δε θα ανταμώνεις πια ούτε ψυχή απʼ τʼ άλλο ρεύμα
Τότε θα προβάλλουν δίπλα στα εικονοστάσια τους
Όλοι οι σκοτωμένοι κείνων των δρόμων της ασφάλτου
Καθένας με την αποκρουστική μορφή
Τη χαρισμένη από τη μοίρα του την ώρα του θανάτου
Θα σε χαιρετούν όσοι έχουν χέρια
Θα σου μιλούν όσοι έχουν πρόσωπα
Οι άλλοι που δεν τους έχει μείνει τίποτα
Θα χουν γραμμένο στο οδόστρωμα με αίμα ένα μήνυμα
Για σένα που μπορείς να το διαβάσεις
Για σένα που μπορείς να τους ακούσεις
«οι δρόμοι αυτοί θα είναι πάντα στοιχειωμένοι»
Και πάντα θʼ αντικρίζεις τους νεκρούς
Νύχτα στις λεωφόρους και στις εθνικές οδούς του εφιάλτη σου
Ο πατέρας
Έξι χρόνια νεκρός ο πατέρας
Τον πρώτο καιρό
Σύχναζε στον ύπνο μου
Κατόπιν αραίωσε
Φέτος έρχεται σπάνια
Στην αρχή
Κάτι μʼ ορμήνευε
Έπειτα μʼ άφησε
Να ζήσω μόνος μου
Είπε
Έτσι κάνουν οι νεκροί
Στο τέλος
Ξεχνούν τους ζωντανούς
Τη νύχτα
Χτυπώ τις πόρτες σας τη νύχτα
Εγώ ύπνο δεν έχω
Γυρίζω στα σπίτια σας
Σκορπώ την αγρύπνια μου
Σας χτυπώ με μανία
Πόρτες αμέτρητες
Λίγοι ανοίγουν
Οι πιο πολλοί
Κοιμούνται βαθιά
Λήθαργο
Δίχως όνειρα
Όσο κι αν τους χτυπώ
Δεν ακούγεται
Όμως κάποιοι ανοίγουν
Κάποιοι που ξενυχτούν
Και βλέπουν μόνο εφιάλτες
Κι ο πιο συχνός τους
Κι ο χειρότερος
Είναι πως έρχομαι
Και τους χτυπώ
Τη νύχτα
Στο παράθυρο
Κάδρο το παράθυρό μου
Ένας πίνακας νύχτα της πόλης
Παίζουν τα φώτα
Λευκά κίτρινα γαλάζια
Παίζουν στο νου μου
Ανταμοιβές εκεί έξω
Στο παράθυρο τζάμι διπλό
Με μονώνει
Μʼ εμποδίζει να βγω
Να μπω στον πίνακα
Στη ζωή των άλλων
Την κλειδωμένη
Ενύπνιο
Κοιμάμαι
Με την πόρτα ανοιχτή
Στο πέλαγο
Το απερίγραπτο
Μια ομορφάδα
Πιότερο άγρια
Κι απʼ τα λόγια του τότε
Αγνάντι
Μια σπιθαμή
Στο νησί των τυφλών ποιητών
Και βλέπω
Τα ποιήματα
Τα επιτύμβια
Γραμμένα στο νου μου
Απʼ τα χέρια
Του αυτόχειρα
Επίγραμμα
Εγώ ο Θεός
Καθισμένος στο σκαμνί
Εγώ ο άνθρωπος
Καθισμένος στο θρόνο μου
Ξελευτερία
Εκάμαμε αγοραία την ίδια την ψυχή μας
κι έτσι είνʼ αδύνατο να νοιώσεις φόβο.
Αργά αργά, ο κατήφορος αρχίζει και μας γνέφει
και τ’ άγρια τα σιωπηλά λιθάρια του εμάς προσμένουν.
Θυμάσαι τότε που ήσουν κοριτσάκι στην αυλή του κρυφτού;
Το μόνο που φοβόσουν ήταν το φτου ξελευτερία.
Ο παιδικός σου φόβος τώρα πια είναι η μόνη μας ελπίδα
Σπίτι χτισμένο στα βράχια
Αντίκρυ στη θάλασσα
Εκεί ονειρεύτηκα
Να κοιτώ στο παράθυρο
Να σπάζουν τα κύματα
Τη μοναξιά μου
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Γιάννης Βούλτος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε Αρχαιολογία στην ίδια πόλη και ειδικεύτηκε στη Βυζαντινή Τέχνη. Σήμερα εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση.
Βιβλία του: «Παραθήκη», (Ποιήματα 1990-2007), Πάτρα 2007.
«Ανθρωποθυσία» (υπό έκδοση)











Σεμνός και δωρικός, ο Γιάννης Βούλτος δε μιλά για να μιλήσει-ούτε γράφει για να γράψει.
Έχω διαβάσει την άποψη ότι η μικρή φόρμα ευνοεί τους αποφθεγματικούς αφορισμούς-και πως τούτο συνιστά σημείο μελανό ποιητικής.
Στα ποιήματα, όμως, τα αποφθέγματα δε μ’ ενοχλούν προγραμματικά. Έτσι το βλέπω.
Ποιήματα όπως η “Κουβέντα με το θάνατο” και η “Κυριακή στο γήπεδο”, εκτός από ωραία, είναι και υποσχόμενα. Ευελπιστώ και σ’ άλλες τέτοιες παγίδες έντασης, που εγείρουν τις αισθήσεις με κάτι από τη μαεστρία της αριστουργηματικής φωτογραφίας (το υπόλοιπο το βάζει η ποίηση).
Aιχμηροί στίχοι – πότε σου κόβουν το αίμα και πότε ….αποκαθιστούν τη ροή του δυναμικά…
Τέτοια συμπτώματα ένιωσα πιο έντονα στο δεύτερο , όγδοο καθώς και στο τελευταίο ποίημα.
Όμως παντού εκείνο το γνώριμο ανατρίχιασμα που σε διαπερνά μόνο όταν η πένα βουτά βαθιά στο μελανοδοχείο της ψυχής …
Κ. Γιάννη Βούλτο, εύχομαι πάντα “αιμάτινες” γραφές, -του θανάτου φόβητρα και ρόπτρα της ποιητικής ανίας…
Να είστε καλά.
Ιχνηλάτης
των σκοτεινών δρόμων
της ποίησης ο κ.Βούλτος
Ηδονικά μας παρασέρνει
στις σκιές των λέξεων του
και ο τρόμος μας
θηλάζει αχόρταγα
το μαύρο γάλα των στίχων του
Εύχομαι πάντα σκοτεινές εμπνεύσεις
_Σκοτεινή Πριγκήπισσα_
Εξαιρετική ευαίσθητη γραφή.
εξερετο καθηγητης . Διστιχος δεν θπαρχουνκαλοι καθιγιτες σαν και αυτον
“- Έχεις ακόμα/Αίμα/Στα γραφτά σου/Θα ξανάρθω” λεει ο θάνατος στον εξαιρετικό ποιητή κ. Γιάννη Βούλτο, τον οποίο μαθαίνω σήμερα με σημαντική καθυστέρηση και εύχομαι όντως να αργήσει ο θάνατος να τον πάρει τον ιδιαίτερο αυτό ποιητή και άνθρωπο. Αντί να παίξει λοιπόν σκάκι με τον θάνατο του, πηγαίνει στο κατάμεστο γήπεδο, όπου συναντά μόνο σιωπή και νεκρούς τριγύρω, τους παίχτες σκοτωμένους και χιλιάδες κουφάρια. Απομένει τέλος μόνος του να φωνάζει συνθήματα. Μιλάει έτσι ο ποιητής με τον τρόπο του με την “Έβδομη σφραγίδα” του Μπέργκμαν και βιώνει με τον δικό του τρόπο τον “θάνατο”. Πέρα από την “Κυριακή στο γήπεδο” ξεχωρίζει επίσης η “Λεωφόρος Εφιάλτη”. Θα με συντροφεύει πλέον η ιδιαίτερη στάση και τα ποιήματα του Γιάννη Βούλτου.
Κλείνω υπογραμμίζοντας τους ακόλουθους στίχους:
Και βλέπω
Τα ποιήματα
Τα επιτύμβια
Γραμμένα στο νου μου
Απʼ τα χέρια
Του αυτόχειρα
Να κι ένας ποιητής που διαψεύδει τον κ. Μίχο στους αφορισμούς του για τους φιλολόγους..
εξαιρετική ποίηση..
τυχεροί οι μαθητές σας κ. Βούλτο..
πραγματικα αυτα τα ποιηματα σου με εβαλαν να δω τον κοσμο διαφορετικα.Ήτανε τοσο ομορφα αυτα που γραφατε, τα λατρεψα….