*
Οι αποστάσεις οι ανθρώπινες δεν ορίζονται από βήματα ή το μήκος ενός νήματος
παρά φτιαγμένες με υλικό μνήμης, προσμένουν την ανάσα της μοναξιάς
για να γίνουν ανύπαρκτες
*
θέλω πάντα να αποδιώχνω την στιγμή
όταν εναποθέτεις το τελευταίο σου βήμα στο σκαλί
λίγο πριν τα δάχτυλα σου ανταμώσουν την κρύα επιφάνεια
να παγώσω το σημείο του χρόνου εκεί, σταλαγμίτης που σταλάζει στο κελί της απομόνωσης
που με περιβάλλει, παρατείνοντας την επίπονη προσμονή του ήχου…
*
Γερασμένα σώματα
τεντωμένα στον πρωινό
ήλιο
μπουγάδα γαριασμένη από την πολυκαιρία
γλυμμένα από τα δροσερά νερά
παραδομένα στη μέθη του αλατιού
αυξάνουν την απόσταση του επιστητού
διαγράφουν την αντίληψη του θανάτου
*
το σώμα καθρεφτίζεται στην αίσθηση της αφής
απορρίπτει διαφορετικό πλησίασμα
γυμνωμένο από τα ελαττώματα
βυθίζεται αποκαμωμένο
στον άλικο κόσμο του πόθου
*
σε άλικο δερμάτινο κάθισμα, σε λερωμένο από φιλάρεσκες φευγαλέες ματιές στην αργυρή επιφάνεια
καθρέφτη, σε μαρμάρινο τραπέζι λεκιασμένο από κίτρινες στάλες τσαγιού, υπάρχει η ωχρή μου παρουσία,
απούσα σε έννοιες και λογισμούς από τον συνομιλητή της εκείνης υπαρκτής ώρας και στιγμής
*
βιώματα καθημερινά εφήμερα, λευκά βότσαλα που αντιφεγγίζουν στου ήλιου το φως αμόλυντα από τον
γαλάζιο ίσκιο του σύννεφου, μακριά από περιττά φτιασίδια, μια λιτή αίσθηση ύπαρξης, ψάχνοντας την
ροδαλή σάρκα της ευδαιμονίας
*
οι αισθήσεις φθείρονται
πολυφορεμένο τριμμένο
κουστούμι της νιότης
περασμένες στο σώμα
του άτονου παρόντος
με πλέον απών το άρωμα
της αυθόρμητης σκέψης
*
Η ρόδινη μνήμης απόχρωση ταυτίστηκε με το πορσελάνινο δέρμα της κούκλας
Λευκές αέρινες κλωστές ανέμισαν από το απαλό φύσημα του χρόνου στην αθέατη πλευρά
των περασμένων.
*
η μονοτονία κυλάει στης μέρας την φλέβα
όπως το νερό στο τζάμι
στην συναλλαγή του ήλιου με το βλέμμα
μικραίνει ακαθόριστα
στην άκρη του λαιμού κρυφό φιλί
στο περιθώριο της συννεφιάς
θηλιά που πλέκουν οι συντρόφισσες σκέψεις της
*
Σε ένα περιορισμένο κομμάτι γης, οριοθετημένο από κομμάτια ξύλου, μπηγμένα στο μελανιασμένο χώμα,
δεμένα με συρμάτινο υλικό, να υποβαστάζουν μια σειρά λευκών εσωρούχων που ανέδιδαν ακόμα τη
ζεστασιά της γέρικης παλάμης, φώλιασε η σκέψη μου, σα μικρό κατεργάρικο σπουργίτι. Τίναξε ράθυμα
από πάνω της κάθε στάλα έγνοιας και αφέθηκε στο σκοινί να ταλαντεύεται…
*
η φλέβα απομνημονεύει τον χτύπο
τα μέλη επαληθεύουν την βαρύτητα
ο αέναος εναγκαλισμός της γραφής με τον χρόνο
γεννοβολά την απορία
ποιόν στίχο βρίσκει τροφή η αμφιβολία;
ο μαβής ουρανός καρτερεί το ξημέρωμα
να ανασάνει φως
οι ήχοι, οι νυχτερινοί, μακρινοί από κοχυλιού το βάθος
*
μάτια μεγάλα με χρώμα στο φύλλο της ελιάς
διαστέλλονται από την μελαγχολία
σε όμορφους υγρούς κύκλους
η όραση τους είναι λειτουργία περιττή
έξοδος σε κόσμο ανώφελο
τα μάτια που θα δανείζονταν τα αγάλματα
αν είχαν το δικαίωμα της επιλογής
βασιλική λόη, 30 ετών, επάγγελμα άνεργη που μοχθεί κάτω από το βαρύ φορτίο των λέξεων. κάτοικος Θεσσαλονίκης.










“η φλέβα απομνημονεύει τον χτύπο
τα μέλη επαληθεύουν την βαρύτητα
ο αέναος εναγκαλισμός της γραφής με τον χρόνο
γεννοβολά την απορία
ποιόν στίχο βρίσκει τροφή η αμφιβολία;”
Εξαίρετο…Δεν μπορεί να περάσει ασχολίαστο…
Στάζουν οι λέξεις στα ποιημάτα σου, σχηματίζοντας ρυάκια σκέψεων και συναισθημάτων.
Μου αρέσει η ατμόσφαιρά τους.
Θα ήθελα όμως σε ορισμένα να ξετυλίγεται πιο γενναιόδωρα το νόημα, μη μας αφήνει λειψούς.
….στο βαθυπράσινο βυθό της πράξης
αχτίδα, συνάφεια λογικής
συνθέτει χρώματα
ειρμών, διάφανες φυσαλίδες
ωριμάζει του φόβου ανθιλήδες…