vento.jpg

Το χνώτο του ανέμου

Τον άνεμο τον στρίμωξαν
Σε δυο φτερά από καημό και προσμονή.
Καρφωμένα τα νιώθεις στους ώμους
Καιρό τώρα.

Στιγμές
Βαρίδια σε κρατούν στο χώμα
Τόσο σφιχτά
Που με μεγάλη βία κατορθώνεις
Την όψη σου να δείξεις
Όταν πρέπει

Στιγμές
Φλόγες σου γλείφουνε το νου
Αρπάζουν τα φτερά
Και τα χτυπούν με βία
Και κρύβεις τα μάτια σου κατάχαμα
Να μην ακούσεις.

Δεν είσαι συ για πέταγμα
Τέτοια τερτίπια σʼ έχουν μάθει νʼ αποστρέφεσαι.

Και σέρνεσαι ολοένα μες στους άλλους
Κι αποζητάς το συρφετό τους
και το χνώτο τους
μήπως κρυφτείς απʼ την κραυγή
που σε τυλίγει.

Είναι βαρύ πολύ το χνώτο του ανέμου
Κι οι πλάτες ισχαιμικές
Και το μυαλό μπαϊλντισμένο
Απʼ τα πολλά
Κι εσύ μονάχα ένας σβόλος από χώμα
Καρφωμένος ενοχλητικά
Στην αέναη του χρόνου τσουγκράνα.

παρείσακτη

Κάθε που γέρνω μέσα μου
νιώθω σαν μια χελώνα γέρικη
που απόμεινε χωρίς καβούκι
στη μέση δρόμου πολυσύχναστου.
Διαβάτες ριγμένοι στον τρόμο
με καρφώνουν με λέξεις – τρόπαια
μιας νίκης εύθραυστης κι αμφίσημης.
Σαν τέχνασμα σιβυλλικό μοιάζει η σιωπή μου
και το σκιαγμένο βλέμμα τους
σαν προσπερνούν την άθλια όψη μου
καρφώνεται στη γύμνια μου επιτακτικά

«Δεν είσαι εδώ.»
μοιάζει να λέει
« Ποτέ δεν ήσουν.
Πάντα παρείσακτη θα στέκεις»

Κι εγώ μια χαραμάδα ψάχνω
από φως
για να στριμώξω την παράξενή μου όψη
και μια ρωγμή σε σύννεφο θαμπό
την εμμονή μου να φυλάξω.
ευθεία

Θαʼ ρθει καιρός που όλα θα φαντάζουν ίσια
Μια τέλεια ευθεία
Δίχως καμιά καμπή, χάσμα ή καμπύλη.
Η σκόνη θα σωρεύεται αθόρυβα πολύ στις εσοχές
Κι εσύ θα είσαι εκτός
Μόνιμα εκτός
Με τη λύπη
πνιγμένη απʼ το βρόχο της σιωπής της
να καθρεπτίζει στα θολά τα μάτια σου
την αρυτίδωτη όψη της.
Κοπέλα νωρίς που γέρασε εντός της
με μαλάματα ποικίλα
το πορσελάνινο δέρμα της χρίζει
κι είναι νωρίς για να το δει
κι είναι αργά για να το νιώσει.

Γιʼ αυτούς που αλώθηκαν
ο χρόνος αξία δεν έχει.
Το νωρίς το αργά
ποιος τʼ ορίζει;

Μια αργόσυρτη ευθεία ο καιρός
μια μονότονη, ολάσπρη ευθεία
κι ο ήλιος ανήλεος σκάφτει εσοχές
μοναχά για να χώνει τις μνήμες
να ζαρώνουν μονάχες , να γίνονται στάχτη.

Γιʼ αυτούς που αλώθηκαν
οι μνήμες αξία δεν έχουν.
Παρελθόν και παρόν όλα ίσια
μια μονότονη, αργόσυρτη ευθεία

Κι εσύ
καημένε
πώς το νόμισες πως ήσουνα εκτός;

Με χέρια τρύπια σκάφτεις τη θολή ματιά σου
και με μια τρύπια πια κρησάρα
κοσκινίζεις τους καιρούς τους χαλεπούς
που πια περάσαν.

Πώς την ευθεία να λυγίσεις;
Και το ίσιωμα πώς να χαλάσεις;

Πύλες ορθάνοιχτες χλευαστικά σε προκαλούν να τις ανοίξεις.
Καημένε
Μην τα ψάχνεις πια τα αντικλείδια
Αλίμονο
Αφήσαν πάνω τα κλειδιά

Πόρτες κλειστές πια δεν υπάρχουν
Όλα μια ευθεία
Κι οι πόρτες ορθάνοιχτες.

Μυστικοί τροβαδούροι

Ακροβατεί η σιωπή στη φωνή σου
Μυστικοί τροβαδούροι σε δίνη
Μιας υπόγειας οργής
Κρατημένης σφιχτά
Σε κλωστές μουσικές.

Γέρνουν οι μίσχοι των ματιών σου λυπημένοι.
Το βλέμμα σου στάζει βουβό κράμα πόνου κι αλήθειας.

Αγρυπνώ, φωνάζεις
Αγρυπνώ
Τα μάτια μου πια γίναν η μόνη μου κραυγή.
Μην τα κοιτάτε που μοιάζουν κλειστά
Τα βλέφαρά μου απλά νικηθήκαν.
Όλοι εξάλλου νικημένοι απογείραμε
Στην όχθη ενός μικρού ποταμιού
Να πλύνουμε τα μάτια μας
Αυτά που τόσα είδαν
Και δεν το θέλαν
Να διώξουμε τη μυρωδιά του πόνου απʼ το πετσί μας
Αυτό που τόσα χάραξαν πάνω του οι αιώνες
Και δεν το θέλησε.

Μη με λυπάστε ,φωνάζεις
Μην τη λυπάστε τη φωνή μου που μαρμάρωσε.
Στα μάτια μου όλη έχει στείλει τη δίνη της.
Τα μάτια μου μεγάφωνα πόνου
Κι αν δεν τα ακούτε
Είναι γιατί σας γέλασαν τα νικημένα βλέφαρα.
Μʼ αυτά μονάχα υπάκουσαν
σʼ αδήριτο της φύσης νόμο.
Απατηλό προπέτασμα υψώσανε
Μʼ απόκοψε απ΄ τη δική σας θέα.

Μα τα μάτια μου είναι εκεί
Μόνιμα στυλωμένα στην αγρύπνια.

Κι η ανασαιμιά μου ρυθμικά σας κυκλώνει
Ένʼ αργόσυρτο τραγούδι
Μέσα σας τη φωνή μου αντηχεί.

Μόνοι δεν είστε
Μόνοι δε θα΄ στε ποτέ.

Ειρήνη Παραδεισανού . Γεννήθηκα το 1972 . Ζω και εργάζομαι ως φιλόλογος στο Ηράκλειο Κρήτης.