opener1.jpg

«ΑΤΛΑΝΤΙΚΟΣ»

Ψάχνω τον δρόμο, τον δικό μου δρόμο,
ανάμεσα σε χίλια δυο αδιέξοδα,
σε πόρτες που πάντα μένουν κλειδωμένες,
σε πάρκα που τα παγκάκια τους είναι βρεγμένα και η μπογιά τους ξεφλουδισμένη.
Σε τηλεφωνήματα που ο συνομιλητής είναι αδιάφορος,
σε τηλεοπτικά δελτία, σʼ εκπομπές.
Ψάχνω τον δρόμο μου στα σπίτια, εκεί που οι γυναίκες είναι πάντοτε βαμμένες
και φορούν γυαλιστερά κόκκινα τακούνια.
Σε πολυκαταστήματα, σε σχολικές εκδρομές μαζί με ερεθισμένες μαθήτριες
κάτω από πολικές θερμοκρασίες.
Στα μπαρ μαζί μʼ αλκοολικούς θαμώνες, παρέα με τους ποιητές της νύχτας
και τα μισοσβησμένα τους τσιγάρα.
Στον ιππόδρομο, στα σφαιριστήρια,
στον καφενέ της δυστοκίας μου περιμένοντας το πρώτο φως της μέρας.


Ο δρόμος που αναζητώ μοιάζει με το διψασμένο ωκεανό της σκοτεινής πλευράς της σελήνης .

Μακρύς και απέραντος, ίσος πιο τρομακτικός στο ξέβρασμά του.
Φαντάζει με γυναίκα που περιμένει το θανατικό της, ανάσα μʼ άρωμα λεβάντας.
Η ψυχή μου κυκλώθηκε από θλίψη,
ανάμεσα σε δυο πνευμόνια καπνισμένα βρίσκεται τώρα να μονάζει.
Κιʼ όσο για το χρόνο και τη δημιουργία;
Να παν όλα στο διάολο, να πλαγιάσουν υπεύθυνα μαζί του,
κάτω απʼ το χλωμό, της Φλεβαριάτικης πανσέληνου το απίθωμα…
17/2/07

«ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ»
1999, Ιούλιος. Μου ʽκλεισες εκνευρισμένη το τηλέφωνο.
Με άφησες ολομόναχο στην άλλη άκρη δίχως να μπορώ να αντιληφθώ τα γεγονότα.

Κάτι έσπασε μέσα μου, στοίχειωσε τις νύχτες μου,
αγεφύρωτο το ρήγμα στο δεξί μου στήθος με καταπίνει.
Λίγο πιο πριν ίδρωνα, τώρα παγώνω.
Το μυαλό μου άδειασε σε μια στιγμή,
η ματιά μου χάνεται στο λευκό του απέναντι τοίχου.
Κατεβάζω το ακουστικό και σωριάζομαι σε ένα λερό μπλε ντιβάνι,
προσπαθώντας να απομονώσω το νου μου.
Αλλά δεν τον βρίσκω εκεί που τον άφησα δύο λεπτά πριν!
Η λογική άρχιζε να μ΄εγκαταλείπει. Με άλλαξες απότομα…
Εκείνο το βράδυ, κατεβάζοντας τη περηφάνια μου μαζί με το ακουστικό,
με λυπήθηκα ακόμα περισσότερο!
Την έβρισα και μετά το πήρα πίσω,
σκούπισα με το μανίκι τη ματωμένη μου καρδιά
και χάθηκα ζαλισμένος μέσα στο σκοτάδι μου,
τρεκλίζοντας και ξερνώντας τʼ όνομά της…
25/8/06

«ΓΕΡΝΩ»

Το φορτίο στις πλάτες μου βαρύ,

τα βήματά μου ολοένα βραδύνει.

Η ανάσα βγαίνει απʼ τα πνευμόνια μου καυτή πυρακτωμένη.

Ο ανηφορικός δρόμος δεν έχει τέλος

και στα μέσα του πάντα νιώθω πως πεθαίνω.

Μʼ ένα μπουκάλι τσίπουρο στο δεξί μου χέρι αναμετρώ ένα-ένα τα σκαλοπάτια,

χάνοντας πάντα τον αριθμό τους.

«Σαράντα τέσσερα; Σαράντα δύο; Είναι ανώφελο. Δε νομίζω πως θυμάμαι πια…»

Κάθε στιγμή την ίδια διαδρομή συλλογίζομαι· τους ίδιους δύστυχους σκύλους

που γαβγίζουν στο πέρασμα κάποιου θαμώνα της περιοχής τους.

Τα μαύρα μου ρούχα ξέφτισαν στο χρόνο· γινήκαν γκρίζα απʼ τα δέκα χιλιάδες

-θαρρώ πως ήταν κάποτε λευκά- αστέρια, και τα μάτια μου ματώνουν παρατηρώντας ένα ξερασμένο κομμάτι φεγγαριού, νʼ μισοφέγγει ανάλαφρο σʼ ένα κομμάτι θάλασσα…

Μήπως είμαι γέννημα-θρέμμα της ίδιας μου της φαντασίας; Μήπως ξεχάστηκα πριν ακόμα γεννηθώ, στη κοιλιά της μάνας μου και τώρα τυραννιέμαι γυρνοβολόντας άσκοπα σε σοκάκια και σελίδες που είναι δύσκολο κανείς να τις παρατηρήσει;

Μήπως τα γραπτά μου πάλιωσαν και εγώ τα νιώθω ακόμα νʼ αναπνέουν;

Γερνώ, κάθε μέρα τρομερά.

18/10/06

«ΣΕΙΣΜΟΣ»

Η επανάληψη ενός επώδυνου ονείρου ξαγρύπνησε μαζί μου εχθές το βράδυ·
έγινα για μια φορά ακόμη το τέλειο θήραμα του πόνου.
Είδα πως ήμουν ζωντανός το καλοκαίρι εκείνο πριν από πολλά χρόνια.
Ανάσαινα κάτω απʼ το παράθυρό της καλώντας τη να βιώσει μαζί μου
την υπέροχη αιωνιότητά της.
Την πήρα απʼ το χέρι και περπατήσαμε μαζί στα κύματα του Ατλαντικού Ωκεανού. Το πρωί μας βρήκε αγκαλιασμένους σε κάποια ακτή του Νέου Κόσμου
νʼ ανταλλάζουμε φιλιά.
Έγειρα στο στήθος της και άρχισα να κλαίω από χαρά,
όταν ο σεισμός κατέστρεψε μια ακόμα γιορτή που με κόπο προσπαθούσα να ζήσω σα να ήτανε αληθινή.
Για μερικά λεπτά νομίζω πως το πίστεψα,
μα όταν σταμάτησαν οι τοίχοι να περνούν με τη ταχύτητα του ήχου
μπροστά από τα τρομαγμένα μου μάτια,
σύρθηκα στο διπλανό δωμάτιο που ο καινούριος χρόνος με είχε βρει.
Τράβηξα το μπουκάλι από τη θέση του
και προσπάθησα να φανταστώ τη γεύση των χειλιών της.
13/3/08

«ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΕΩΝ»

Είμαστε όλοι μεθυσμένοι!, συνήθιζε να λέει ένας φίλος μου,
άνθρωπος καθημερινός, φιλόσοφος της σύγχρονης εποχής,
κάθε φορά που προσπαθούσε να ανοίξει δρόμο στα πλημμυρισμένα από κόσμο, πεζοδρόμια της Μητροπόλεως και της Τσιμισκή.
Είμαστε όλοι μεθυσμένοι!, μπροστά απʼ τα μεγάλα πολυκαταστήματα και τις φωτεινές επιγραφές και τις σειρήνες της τηλεόρασης.
Έλεγε κάθε φορά και πιο δυνατά.
Ολοένα και πιο δυνατά με φωνή Στεντόρεια.
Κραύγαζε στα πρόθυρα του μεγάλου ξεσπάσματος.
Στη τελευταία θέση του αστικού λεωφορείου,
μια λυπημένη εικόνα γεμάτη σκέψεις ψιθύριζε αλήθειες σʼ έναν κόσμο που φτιάχτηκε εκ των πραγμάτων για να μην ακούει,
να μην βλέπει και να μη σκέφτετε.
Είμαστε όλοι μεθυσμένοι!, παντού και πάντα,
στη πατρίδα μου το Μέρυλαντ,
στη πατρίδα μου Καέν,
στη πατρίδα μου το Σίσερο,
στη πατρίδα μου Αθήνα.
Είναι δύσκολο να εκπληρώσουμε τους στόχους μας.
Βλέπεις χάνονται πάντα στη πορεία.
Μπερδεύονται με τους παλιούς και τους καινούριους.
Το βλέμμα μετά από τις καλά παραλλαγμένες καθημερινές εντολές,
δε φτάνει πια τόσο μακριά όπως πρώτα.
Αυτό ισχύει για όλους μας.
Γινόμαστε κοντόφθαλμοι χάνοντας την πηγαία κριτική μας ικανότητα.
Εναποθέτουμε τις ελπίδες και τα όνειρα που κάναμε προχθές που ήμασταν παιδιά ξεπουλώντας τα πολύ εύκολα,
σε όλους τους προέδρους,
στους διευθυντές μας,
σε όλους τους κατασκευαστές πολυτελών αυτοκινήτων,
σε όλους εκείνους που φοβούνται να κυκλοφορήσουν μόνοι τους στο δρόμο και βρίσκουν εύκολα καταφύγιο στη μικρή οθόνη.
Σε όλους τους «κράχτες», όποια κιʼ αν έχουν μορφή.
Ήμαστε όλοι μεθυσμένοι!, γιατί ο κόσμος σήμερα δεν αγοράζει βιβλία όπως παλιά.
Παρʼ όλα αυτά θέλει τη βιβλιοθήκη του γεμάτη.
Τώρα, ακόμα και η τηλεόραση διοχετεύει «τέχνη».
Βρόμικα και ύπουλα, όπως καλά ξέρει να κάνει.
Ανάμεσα στα άχρηστα προϊόντα που προσφέρονται για χρήσιμα,
βρίσκονται και βιβλία!
Βολεύτηκαν εύκολα κιʼ αυτά μέσα στα διαφημιστικά δεκάλεπτα των μεγάλων τηλεοπτικών καναλιών.
Συγγραφείς – Ποιητές της μίας νύχτας.
Άχρηστοι αξιοθρήνητοι άνθρωποι που απευθύνονται σε άχρηστους αξιοθρήνητους ανθρώπους.
Άξεστοι ηλίθιοι που αυτοαποκαλούνται άνθρωποι της τέχνης.
Συγγραφείς – Ποιητές της μίας νύχτας που βρήκαν την εύκολη και γρήγορη λύση να πουλήσουν τα λογοτεχνικά τους σκουπίδια.
Εκατοντάδες άχρηστες σελίδες που ξεπροβάλουν πίσω από τους ίδιους και τους ίδιους αδιάφορους ήχους μιας μουσικής γραμμένης δίχως νότες πάνω σε «τετράγραμμο».
Πίσω απʼ την ίδια βαρετή και μονότονη φωνή μιας κρυμμένης εκφωνήτριας,
που προσπαθεί μάταια να περάσει την εικόνα μιας καλλιεργημένης – πολιτισμένης ντομάτας.
Αυτά είναι λίγα μόνο απʼ τα πέτρινα λόγια που ξεπηδούν μέσα από πύρινες σκέψεις οργής για την ανθρώπινη κατάντια.
Καταδικασμένη απλώνεται η κοινωνία ολόκληρη στα πρόσωπά μας,
με τελεσίδικη απόφαση παρμένη από καιρό στο μυαλό εκείνου του καθημερινού,
του ασήμαντου φιλοσόφου της σύγχρονής μας κοινωνίας.
Εκείνου του ανθρωπάκου που θα έχει πάντοτε τη θέληση να σκέφτεται ελεύθερα, και να κρίνει ορθά, και να εκτιμά το κάθε τι που έχει πραγματική αξία.
Αξία σε μια κοινωνία που έχει τόσα λίγα να μας δώσει.

19/4/08

«ΠΩΣ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ»

Μερικές φορές όταν βρίσκομαι ξαπλωμένος κάπου ανάσκελα,

νοιώθω τα μάτια μου να βρέχονται.

Μια περίεργη ένωση υγρής μορφής, αρχίζει να κατεβαίνει το δέρμα μου εξερευνώντας το σπιθαμή προς σπιθαμή∙

μέχρι να τσακιστεί σε κάποιο κλείσιμο των βλεφάρων.

Κυλάει στο μάγουλο και καταλήγει στα χείλη μου η στο λαιμό μου η κάπου.

Είναι ένα δάκρυ. Μία ανόητη σπονδή σε αυτό το κάποιο.

Μα δεν είναι αποτέλεσμα πόνου ή

θλίψης καθημερινής σπαρακτικής ή η αιτία κάποιας ανάμνησης,

μιας αγάπης παλιάς που τριγυρίζει τώρα στα παλιά λημέρια έχοντας καταστραφεί για πάντα. Θα μπορούσε και να είναι…

Μα η ψυχή είναι ανίκανη να δακρύσει όταν εγώ το θέλω. Ίσως γιʼ αυτό και να μην είχε, και να μην έχει ακόμα και σήμερα, μορφή και να περιγράφεται γλυκά και λυρικά σε κάποια στυφά αναγνώσματα μόνο.

Η αγάπη… Είναι ανθρώπινη αδυναμία, σαν το λάθος που δε μπορείς να μη δε κάνεις.

Σαν μια τρύπα που φαίνεται τη μέρα,

ενώ εσύ κυκλοφορείς μόνο τα βράδια∙

και μάλιστα τόσο πολύ μεθυσμένος που δε μπορείς να μετρήσεις το άθροισμα των παπουτσιών που φοράς..

Έχουνε γράψει πολλοί για την αγάπη. Δεκάδες σελίδες γιʼ αυτό το συναίσθημα και τις συνέπειές του ακόμα,

αλλά κανένας ποτέ δε κατάφερε να γράψει για το πώς να την αποφύγεις.

Είναι δύσκολο να γράψεις κάτι τέτοιο όταν αγαπάς.

Γιʼ αυτό και εγώ δε θα το κάνω απόψε.

25/6/08

Ονομάζομαι Χρήστος Κελλάρης. Είμαι φοιτητής του τμήματος Τεχνολόγων Πολιτικών Μηχανικών του Α.Τ.Ε.Ι. Σερρών στο τελευταίο έτος. Ασχολούμαι με τη Ποίηση τη Λογοτεχνία και τη Μουσική από μικρή ηλικία. Μέχρι στιγμής δεν έχω εκδώσει κάποιο βιβλίο.

Παραπάνω παραθέτω έξι ποιήματά μου.
Για περισσότερα ποιήματα επισκεφτείτε τον ιστότοπο: http://Kellaris.Blogspot.Com