
Νεότης
Νεότης, τα βήματά σου απαλά. Φεύγεις
κι οι μυρουδιές που άγγιξες παγώνουν σε μαργαριτάρια
τα ίχνη σου, μέσʼ απ΄τις μέντες και τα βότσαλα,
παλμούς ανασαίνουν ονείρων και λάμπουν
στις καμάρες των ποδιών σου σπίθες άμμου ασημένιες
οι σημασίες πάνω σου νεροσταγόνες που κυλούν
στους αστραγάλους σου και νοσταλγούν
τα βήματά σου απαλά Νεότης
πάντοτε είσαι φεύγοντας, όντας
σώμα του μέλλοντος εν είδη παρελθόντος
φέγγεις ανύποπτη φωτοβολείς κομμάτια γέλιου
το άνθος που σε σπάραξε κάποτε αφουγκράζεσαι
Είμαι ήδη και είμαι εδώ
με το σημάδι του Αδη λίγο πάνω απʼ τον αστράγαλο
σου γνέφω και συ απορείς, κοιτάς
τα μυστικά του Χρόνου τα γραμμένα στην παλάμη σου
τις διπλές έλικες, τα πέταλα τα μώβ, τα δαχτυλίδια,
παίζοντας την πύλη ψαύεις
Μιά σταγόνα θάλασσα, τρείς αιώνες πλήξη
Βαθιά στων εννοιών το δάσος,
ένας αίλουρος σκύβοντας μυρίζει ένα λουλούδι
και τʼ αστέρια στρέφουν.
Αχ, παίζοντας την πύλη ψαύεις,
γέρνουν τα βλέφαρα, δές, πίκρες κι άσπρα ρήματα
μπερδεύτηκαν ξανά μες στα μαλλιά σου.
Ονειρα είναι μόνο, μην τρομάζεις, κοιμήσου.
Είμαι ήδη, κι είμαι Εδώ.
Η αρετή των Ελλήνων
Ο χρόνος ο αληθινός
σαν ένα γυάλινο ποτήρι
σαν ένας πανσές
ενα λουλούδι της θάλασσας
σαν ένα πολύχρωμο βότσαλο
σαν μιά αχιβάδα η αθωότητα
ένας στυλογράφος
ένα ποτήρι κρασί
ένα μπουκάλι άρωμα
Τα φτερά των αγγέλων
Βυθισμένος ο ήλιος σε σύννεφα
μώβ, πορτοκαλί, κίτρινα
ο υάκινθος και το κατʼ αντιδιαστολή
η ασπίδα και το βέλος
η φάτνη των αγγέλων
ο μίτος της Αριάδνης
το κουτί με τα κοσμήματα
ο άνεμος, το τιμόνι
το εξώφυλλο ενός βιβλίου
ο χρόνος ο πραγματικός
Ο Schoenberg
το δάκρυ ενός παιδιού
ένας αχινός, το αμύγδαλο
μια φέτα καρπούζι
ο λόφος με τις ελιές
η αυλή με το τραπέζι
η αυλή με τα θαύματα
ένα κατηφορικό μονοπάτι
μιά απάνεμη παραλία
μιά φέτα πεπόνι
μιά συκιά
η ζωή
Νέα Υόρκη
Νέα Υόρκη, Νέα Υόρκη
ο Ηρακλής Πουαρώ καπνίζει την πίπα του κάτω απʼ την γέφυρα
απαξία
ο Βίλυ Μπράντ στο Manhattan
λογιστές που ξυρίζουν τα φρύδια τους
χορεύτριες μέσα σε κρύσταλλους από χιόνι
γκρούμ που σερβίρουν πορτοκάλια με ζάχαρη
χορεύτριες που κρύβουν το χασμουρητό τους πίσω απʼ τις παλάμες τους
ένας αστυνομικός που σταυροκοπιέται λίγο πριν διπλώσει την στολή του
ένας άστεγος, μιά χαρτοπετσέτα,
ένα πρεζόνι που φιλά την ομορφιά
βιτρίνες με φρούτα, άδειες βαλίτσες, το φώς των ασθενοφόρων
Ο Μελ Γκίμπσον με λευκό κοστούμι
μιά μαύρη αιώρα
ένα γαμήλιο πάρτυ
ένα κοντομάνικο πουκάμισο
περίπτερα με τις πρωινές εφημερίδες
ένας λευκός επίδεσμος
κίτρινα ταξί
ένας Γερμανός μπασκετμπολίστας
λυρισμός μιάς χρήσης
Η Μαρία Αντουανέτα πάνω από ένα κρουασάν παρέα με την Μαντόνα
ένα αεροπλάνο που απογειώνεται μεσάνυχτα
α, η γλυκειά Μαίριλυν δεν ήταν τόσο γλυκειά
Η Νέα Υόρκη που κοιμάται τώρα πιά
τα σινεμά αναβοσβύνουν
No smoking area
μαύρα κουμπιά, σύρματα
ένας κρεμασμένος
Απόστολος Κυρίτσης. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1956. Σπούδασε μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο. Ζεί και εργάζεται στην Αθήνα. Με την ποίηση ασχολείται από το 1989.










Poli omorfi i eikona ton ellinon. !