anastasima.jpg

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (Ζάκυνθος, 1798 – Κέρκυρα, 1857)

Η ημέρα της Λαμπρής

Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τʼ ουρανού σε κανένα από τα μέρη×
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τʼ αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί, μεγάλοι, ετοιμαστήτε×
μέσα στες εκκλησιές τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμμαζωχτήτε×
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε×
φιληθήτε γλυκά χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός Ανέστη εχθροί και φίλοι.

Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,
και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες×
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-
σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες×
λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες×
κάθε πρόσωπο λάμπει απʼ τʼ αγιοκέρι
όπου κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ (Αθήνα, 1907-1990)

Παραμονή Πάσχα

Για του οβελία φροντίζουν τη φωτιά
κι αιμόφυρτα κομματιασμένα μέλη,
κρέμονται από του Πάσχα το τσιγκέλι
στολισμένα με τέλια και μυρτιά.

Στου θύματος την άκακη ματιά
κοιμούνται της εκδίκησης τα βέλη
και τα βελάσματα που βγάζει η αγέλη,
δεν φτάνουν ως με του Υψίστου τʼ αυτιά.

Κι ούτε κηλίδα στην ουράνια τσόχα
το έγκλημα τούτο να προδίνει, η βόχα
του αίματος και του κρέατος μόνο η τσίκνα

λιγουρευτή, ως τα θεία ανεβαίνουν λίκνα.
Και σκύβοντας στης γης μας το τηγάνι,
του Παραδείσου οσφραίνονται οι ζητιάνοι.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ (Αθήνα, 1931)

Πάσχα στο φούρνο

Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τι φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.

Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (Ηράκλειο Κρήτης, 1911 – Αθήνα, 1996)

Κυριακή (Πάσχα), 26

Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.

Σου ΄ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την ψυχή σου. Ύστερα να κατέβεις και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (Αθήνα, 1922-1988)

Ανάσταση

“Δεν σʼ ακολουθώ πια” φώναξα, μα εκείνος μʼ έσπρωξε, το αμάξι κατρακύλησε μες στη νύχτα., πού πηγαίναμε; στις γωνιές, με μεγάλα κάτωχρα πρόσωπα, στέκανε οι Σιωπηλοί, μόλις προφταίναμε να παραμερίσουμε για να μη μας γκρεμίσουν,
κι οι οργανοπαίκτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απʼ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απʼ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί με τα παιδιά και τους σαστισμένους,
κι αυτό το κάθαρμα ο αμαξάς, προσπαθούσε να κρύψει μʼ ένα σάλι το βρώμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα, πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του,
έπρεπε να ξεφύγω, γλίστρησα, κρυφά, και νοίκιασα ένα δωμάτιο σʼ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα με μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου,
τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλομό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, “πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν” είπε λυπημένος,
γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για τον σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στον δρόμο.

ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ (Αθήνα, 1895-1976)

Των θυρών κεκλεισμένων

Συμβαίνει να σωπαίνει κάποτε η Εκκλησία,
παρʼ όλο που τελείται γιορτή επιβλητική.
Μην έχοντας καμπάνες, άμφια και λιτανεία,
ξεχύνεται η διάθεση όλη η εορταστική
στην εσωτερική πια λατρεία, καθιερωμένη
σε τέτοιες περιστάσεις. Καθώς ο διπλανός σου
αγνοεί τι πανηγύρι μέσα σου έχει στηθεί,
μια και δεν συμμετέχει σε τίποτα γνωστό του,
ξυπνάει και σε αντικρίζει κι ευθύς αναρωτάται:
Πώς έτσι ο γείτονάς μου ξανάνθισε αδοκήτως;
Ποιο Πάσχα του Κυρίου, έξω ταγμένου χρόνου,
γιορτάζει εν αγνοία των άλλων χριστιανών;
Αδιάφορος προς όλα, ο κρύφιος εορταστής.
Paratum est cor ejus για τη σπουδαία Θυσία.
Στολίζει τους βωμούς του, υψώνει τη Χαρά
και την μετουσιώνει σε σκεύη αχτιδωτά.
Μʼ ευλάβειαν αναλίσκει το περιεχόμενό τους
κι ύστερα κάμνει απόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.
Σημαίνουν τότε εντός του μυριάδες οι καμπάνες,
σε τέτοιο αλαλαγμό τους, που ουδέποτε χαλκός
τραγούδησε στη γη μας με τόσην ευφροσύνη,
με τόση φωτεινότητα και τόσο διαυγώς.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Βραΐλα Ρουμανίας, 1901 – Αθήνα, 1975)

Το μέγα βέλασμα

ή

Παν–Ιησούς Χριστός

… caw caw all Visions of Lord
AL. GINSBERG

Όταν βαρέα βάρη επωμίζονται σε προκυμαίες, σε κρηπιδώματα σταθμών, σε αυλές και δρόμους, σε λιπαρά μέσα σκατά πατώντας, της καθημερινής ζωής οι αχθοφόροι, τους άτλαντας του κόσμου αχρηστεύοντας, οι άνεργοι άτλαντες διάτορα βογγούν με στοναχάς, με θρήνους.
Και όμως, την ώρα που αίρονται τα βάρη (ζεμπίλια και σάκκοι λογής λογής με πράγματα ακατανόμαστα γεμάτοι – τουτέστιν γεμάτοι κρίματα, γεμάτοι αμαρτίες) η Οικουμένη ακόμα ζη και οτέ μεν αγάλλεται, οτέ δε (πολύ συχνότερα) βαριά στενάζει, κάτω από τα βάρη των βαρέων βαρών (όπλα πυρηνικά, πραμάτειες απατηλές, ψέματα ποικίλα – όλα σκατά, όλα αμαρτίες) την ίδια ώρα ακούεται – και τούτο μοιάζει πάντοτε με θαύμα – ακούεται πάντοτε και εις τους αγρούς, και μέσʼ στις πόλεις, κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού και κάτω από τʼ αστέρια, ακούεται πάντοτε ένα μεγάλο βέλασμα (μπεέ-μπεέ) καλύπτοντας τον θρήνο των ατλάντων, ένα θεσπέσιο βέλασμα από φωνήν αλέκτορος πιο καθαρό, πιο πλήρες, εν μέγα βέλασμα φωτοβριθές (μπεέ-μπεέ, μπεέ-μπεέ) που την ελπίδα σπέρνει στις ψυχές αυτών που το ακούνε, εν μέγα βέλασμα σαν καθαρό νερό από των ουρανών τους καταρράκτας πίπτον, ένα μεγάλο βέλασμα ωραίου αμνού (μπεέ-μπεέ) εν βέλασμα νεαρού κριού (μπεέ-μπεέ) που όσοι το ενωτίζονται μεγάλες στέρνες γίνονται του ανεσπέρου λόγου, εν βέλασμα που όσοι το ενστερνίζονται σώζονται πάντα, ένα μεγάλο βέλασμα σαν μέσʼ από χωνί τεράστιου τηλεβόα, εν μέγα βέλασμα αμνού (ενός αμνού που εις το Περού θα ημπορούσε κάλλιστα και λάμα νάναι) το βέλασμα νεαρού κριού με ωραίους ευμεγέθεις όρχεις, το βέλασμα του αγαθού αμνού (μπεέ-μπεέ, μπεέ – ω δόξα, δόξα Αλληλούια!) το βέλασμα του ωραίου αμνού, του αμνού-κριού του αίροντος τας αμαρτίας του κόσμου.

Γλυφάδα, 22-7-1964

Σχόλιο

Το Πάσχα, βέβαια, είναι ένα. Οι εκδοχές του όμως πολλές. Προτίμησα να ξεκινήσω με την κλασική. Ακολουθούν, ανά ζεύγη, τρεις άλλες: η μακάβρια, η ανατρεπτική και, τέλος, η μυσταγωγική. Διαλέγετε και παίρνετε. Καλή Ανάσταση.