pieta.jpg

Πριν τα Πάθη

Αφού αυτό επιθυμείς, δεν έπρεπε
από σώμα γυναίκας να έχεις γεννηθεί:
πέτρα στα σπλάχνα των βουνών να σκάψουν για Σωτήρα,
εκεί που το Σκληρό απʼ το Σκληρό ξεσπάζει.

Δε σε λυπεί την προσφιλή κοιλάδα σου
που έτσι έρημη αφήνεις; Δες: είμαι ανήμπορη˙
μόνο ρυάκια από δάκρυα και από γάλα έχω˙
κι εσύ ήσουν πάντα κάτι παραπάνω.

Με τόση μεγαλοπρέπεια μού εβόησε ο Άγγελος τον Ερχομό σου.
Γιατί εξίσου άγριος δεν βγήκες από την κοιλιά μου;
Κι αν τίγρεις μόνο χρειάζεσαι, για να σε κατασπαράξουν,
γιατί οι γυναίκες στο Ναό μού έμαθαν πώς

ένδυμα ολοκάθαρο, στιλπνό, να σου υφάνω
μην και το παραμικρό
ίχνος ραφής σε πλήξει –: έτσι όλη η ζωή μου κύλησε
κι εσύ τώρα αναιρείς αιφνίδια τη Φύση.

Pieta’

Τώρα η δυστυχία μου πληρούται
κι ανέκφραστη με κατακλύζει.
Κοκαλώνω όπως η πέτρα
μες στην καρδιά της κοκαλώνει.
Κι έτσι σκληρή, γνωρίζω μόνο ένα:
μεγάλωσες –
…… και μεγαλώνεις
για να γίνεις μεγαλύτερος ακόμη πόνος,
απʼ αυτόν που μπορεί η καρδιά μας νʼ αντέξει.
Κείτεσαι τώρα πάνω στην κοιλιά μου˙
και πλέον δεν μπορώ
να σε γεννήσω.

Η γαλήνη της Μαρίας με τον Αναστημένο

Ό,τι αισθάνθηκαν τότε: δεν είναι γλυκό
πέρα από κάθε μυστήριο
και πάντα ακόμη επίγειο:
όταν Αυτός, κάπως χλωμός ακόμη απʼ τον τάφο,
ελαφρύς, καθώς εκπλήρωσε το Χρέος, ήλθε κοντά της:
παντού επί γης Αναστημένος.
Ω, κοντά της πρώτα. Τι απερίγραπτη ίαση βρήκαν κι οι δύο.
Σίγουρα, ίαση ήταν.
Και δε χρειάστηκε καν με δύναμη νʼ αγγιχτούν.
Για μία στιγμή και μόνο
το χέρι Του, που εντός ολίγου έβαινε
στην αιωνιότητα, ακούμπησε στον γυναικείο ώμο.
Και άρχισαν γαλήνιοι,
καθώς την άνοιξη τα δέντρα,
κι αιώνιοι συγχρόνως,
την Εποχή της έσχατης Κοινωνίας τους.