Σήμερα γιορτάζουμε τη γυναίκα με ένα κείμενο από το εξαιρετικό:  http://kofosi.blogspot.com/

big-ear3.jpg

Έχετε σκεφτεί αλήθεια πόσο άσκοπο είναι να φωνάζει κανείς σε έναν κουφό;
Θεωρητικά φαντάζομαι όλοι το καταλαβαίνουν, στην πράξη όμως οι περισσότεροι έχουν ξεστομίσει τη φράση: “Κουφός είσαι ρε; Σου φωνάζω, δεν ακούς; “ και μάλιστα με ένταση και νεύρα, πεπεισμένοι όντες πως ο συνομιλητής τους δεν μπορεί να είναι όντως κουφός…Μπορεί;

Φαίνεται πως τα 50.000 άτομα που είμαστε (κατά προσέγγιση) σήμερα οι κωφοί στην Ελλάδα οφείλουμε να μην μετακινούμαστε, να μην πηγαίνουμε σε μαγαζιά, σε τράπεζες, σε κέντρα, σε ξενοδοχεία, στο μετρό, στα λεωφορεία…Κι αν τελοσπάντων το κάνουμε αυτό, οφείλουμε να φέρουμε κάποιο σήμα, ένα μπλουζάκι ίσως που να λέει: “Προσοχή, κουφός” για να μην μας κορνάρουν τα αυτοκίνητα στο δρόμο, για να μην μας λένε “κάνε στην άκρη να περάσω” άγνωστοι άνθρωποι πίσω από την πλάτη μας στις σκάλες του μετρό και στα μαγαζιά.

Πρόκειται για τους ίδιους αγνώστους που παθαίνουν πάντα έκπληξη και αυτό που εγώ αποκαλώ: “πολιτισμικό σοκ” όταν τύχει η απάντηση στην ερώτηση: “Κουφός είσαι, ρε;” να είναι θετική.

Οι κοινωνιολόγοι λένε πως η κώφωση είναι η μόνη αναπηρία που αντί να δημιουργεί στους άλλους αισθήματα συμπόνοιας αλλά και οίκτου ακόμη, προκαλεί αντιθέτως αισθήματα αγανάκτησης. Αυτό νομίζω ότι γίνεται για δυο λόγους:

– πρώτον, γιατί δεν έχουμε κάποιο εμφανές εξωτερικό σημάδι (μια πατερίτσα, ένα αναπηρικό αμαξίδιο, ένα λευκό μπαστούνι τυφλών) που να δείχνει στους άγνωστους στο δρόμο ότι μας λείπει μια πολύ βασική αίσθηση όπως είναι η ακοή. Ακόμα και τα ακουστικά βαρηκοΐας (αν φοράμε) συχνά δεν γίνονται αντιληπτά, ειδικά στις γυναίκες που τα καλύπτουμε συνήθως με τα μαλλιά μας. Κι έπειτα, ακουστικά βαρηκοΐας φοράει και ένας παππούς ή μια γιαγιά που απλώς “βαριακούνε λίγο”, ΄δεν είναι δηλαδή κάτι που παραπέμπει ευθέως σε έναν κωφό.

– δεύτερον, γιατί όταν πια συνειδητοποιήσουν ότι είμαστε όντως κουφοί, θα πρέπει να συνεννοηθούν μαζί μας και αυτό τους βρίσκει απροετοίμαστους, τους γεμίζει άγχος και δεν ξέρουν πώς να το χειριστούν.

Έτσι, πέφτει σε μας το βάρος, από τη μια να δώσουμε στον (άγνωστο) συνομιλητή μας να καταλάβει ότι πάσχουμε από κώφωση και από την άλλη να προσπαθήσουμε να επικοινωνήσουμε μαζί του. Πράγμα που δεν είναι εύκολο ωστόσο, γιατί συχνά οι άγνωστοι μας παρεξηγούν, κι αν δεν κάνουμε στην άκρη για να περάσουν –είτε είναι πεζοί είτε εποχούμενοι- είναι έτοιμοι πρώτα να μας βρίσουν (Κουφός είσαι ρε; Στην άκρη ρε μαλάκα να περάσω, σου φωνάζω, δεν μʼ ακούς; ) και πολύ αργότερα να συνειδητοποιήσουν αυτό που θα έπρεπε να είναι προφανές: ότι είμαστε όντως κουφοί.

Πολλοί βέβαια –και κυρίως οι νεώτεροι- έχουν αρχίσει να εξοικειώνονται με τους κωφούς και κάνουν μια ειλικρινή και ευγενική προσπάθεια να δώσουν προσοχή και να καταλάβουν αυτό που θέλουμε να πούμε κάθε φορά, καθώς ο τόνος και η χροιά της φωνής μας δεν είναι πάντα αντιληπτά και καθαρά.
Άλλοι όμως δεν είναι καθόλου ευγενικοί, αντιθέτως δυσφορούν εμφανώς, μιλούν γρήγορα ή με καλυμμένο το στόμα (πχ από φαγητό ή τσιγάρο), και φαίνεται πως δεν ξέρουν τον τρόπο ή ίσως και να μην θέλουν κιόλας να μας μιλήσουν και δείχνουν σαν να προσπαθούν να μας ξεφορτωθούν το ταχύτερο.

Στη δεύτερη περίπτωση εμπλέκονται δυστυχώς και πάρα πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι (στον ιδιωτικό τομέα τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα). Αυτός είναι και ο λόγος που ακόμα και σήμερα, στα 35 μου, αποφεύγω να πηγαίνω μόνη σε δημόσιες υπηρεσίες.

Δεν θα ξεχάσω την πρώτη φορά που χρειάστηκε να πάω μόνη στην εφορία για να δηλώσω μια απλή αλλαγή διεύθυνσης. Αφού ταλαιπωρήθηκα αρκετή ώρα από γραφείο σε γραφείο, με εμφανώς απρόθυμους υπαλλήλους, στο τέλος βρέθηκα μπροστά από μια υπάλληλο από την οποία μας χώριζε ένα γκισέ με τζάμι. Κατανοώ το τζάμι (όπου υπάρχει) για λόγους ασφαλείας, αλλά για μένα στάθηκε απροσπέλαστο σχεδόν τείχος, μια και η υπάλληλος καθόταν αρκετά μακριά από το τζάμι, με αποτέλεσμα τελικά να μην καταλαβαίνει σχεδόν τίποτα από όσα λέω, αλλά κι εγώ με τη σειρά μου δυσκολευόμουν να την καταλάβω, γιατί όσο πιο πολύ απομακρύνεται ο άλλος, τόσο πιο δύσκολο είναι να διαβάσεις τα χείλη του – η απόσταση, όπως και η φωτεινότητα παίζει καθοριστικό ρόλο.

Τελικά καταφέραμε να συνεννοηθούμε, αλλά η ταραχή και η έντασή μου με έκαναν από τότε να αποφεύγω με κάθε τρόπο να πηγαίνω μόνη στις δημόσιες υπηρεσίες.

Κατά τʼ άλλα όμως, υποτίθεται ότι τα άτομα με ειδικές ανάγκες έχουν απόλυτη προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση στις δημόσιες υπηρεσίες. Κι ωστόσο, η εξυπηρέτηση που θα χρειαζόμουν εγώ και οι άλλοι κωφοί χειλεοαναγνώστες δεν είναι το να προσπεράσουμε την ουρά αναμονής (κάτι που ούτως ή άλλως δεν τολμάμε να κάνουμε, αφού θα….λυντσαριστούμε από το αγριεμένο πλήθος προτού προλάβουμε να εξηγήσουμε την κώφωσή μας!) αλλά το να μπορούμε να συνεννοηθούμε κάθε φορά με τον ίδιο υπάλληλο, ο οποίος να μας γνωρίζει και να τον γνωρίζουμε κι εμείς, γιατί όσο περισσότερο γνωριζόμαστε με κάποιον τόσο πιο αποτελεσματική γίνεται η επικοινωνία μας.

Νομίζω λοιπόν πως σε κάθε δημόσια υπηρεσία θα έπρεπε να υπάρχει ένας συγκεκριμένος υπάλληλος, γνώστης και της νοηματικής γλώσσας, αλλά και ειδικά εκπαιδευμένος ώστε να μιλάει και με χειλεοαναγνώστες κωφούς, ώστε να απευθυνόμαστε πάντα στο ίδιο πρόσωπο.

Μέχρι να γίνει αυτό, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να αγγαρεύω πάντα κάποιον άλλον να έρθει μαζί μου, να στηθεί μαζί μου στην ουρά χάνοντας και εκείνος το πρωινό του – μια και δεν θα τολμάμε να παρακάμψουμε την ουρά ή, όταν δεν υπάρχει άλλη λύση και αναγκαστώ να πάω μόνη, να εύχομαι απλώς να πέσω σε συνεννοήσιμο υπάλληλο.

Τα ΚΕΠ είναι μια κάποια (πολύ σπουδαία) λύσις για μας, αλλά γιʼ αυτά θα μιλήσω άλλη φορά.